Θεσμικές παρεμβάσεις, κυρίως για όσους έχουν αποκτήσει πρώτη κατοικία με στεγαστικό δάνειο, πρέπει να γίνουν σε δύο επίπεδα.
Σε πρώτο επίπεδο, οι παρεμβάσεις πρέπει να υποστηρίξουν όσους δυσκολεύονται να πληρώσουν τη σημερινή υψηλή δόση.
1. Αρχικά, λοιπόν, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα επαναρύθμισης των δανείων με καθορισμό ανώτατης μηνιαίας δόσης ίσης με τη μηνιαία μισθωτική απόδοση του ακινήτου. `Ετσι, ο οικογενειακός ο προϋπολογισμός θα επανέλθει εκεί που πραγματικά είχε υπολογίσει τη δανειακή επιβάρυνση, αφού στην πρώτη κατοικία ο μέσος δανειολήπτης σκεφτόταν ότι προτιμά να πληρώνει τη στεγαστική δόση αντί ενοικίου. Σήμερα, όμως, η δόση αυτή είναι κατά πολύ ανώτερη του ενοικίου που θα πλήρωνε. Τρόποι υπολογισμού υπάρχουν, αφού είναι αποδεκτό ότι η ετήσια μισθωτική αξία ανέρχεται στο 6% της αξίας του ακινήτου. `Αρα η μηνιαία δόση δεν πρέπει να ξεπερνά το ένα δωδέκατο της αξίας αυτής. Αν, για παράδειγμα, σήμερα η δόση ενός δανείου είναι 700 ευρώ και η μηνιαία μισθωτική αξία του ακινήτου 500, θα μπορούσε η τοκοχρεωλυτική δόση να προσδιοριστεί επίσης στα 500 ευρώ και να συμφωνηθεί παράταση στην αποπληρωμή του δανείου από τα 20 π.χ. στα 24 χρόνια.
2. Εναλλακτικά προς το παραπάνω μέτρο θα μπορούσε να αποφασιστεί το πάγωμα για ένα διάστημα των τόκων υπερημερίας, έτσι ώστε η διάρκεια του δανείου να παραμείνει ίδια και το δάνειο να εξυπηρετείται προσωρινά με μικρότερη δόση.
3. Πιο προωθημένο μέτρο είναι να υπολογιστεί πόσο είναι το μέσο επιτόκιο του δανείου και πόσο περισσότερο από αυτό έχει πληρώσει ο δανειολήπτης λόγω της πρόσφατης κρίσης, που οδήγησε στη μεγάλη αύξηση των επιτοκίων. Το υπερβάλλον ποσό θα μπορούσε να συμψηφιστεί με έναν αριθμό δόσεων, οι οποίες δεν θα καταβληθούν. Η σημασία μιας τέτοιας «εδώ και τώρα» ανακούφισης των νοικοκυριών -αντίστοιχης του πολυθρύλητου επιδόματος θέρμανσης- είναι προφανής.
Σε δεύτερο επίπεδο, οι παρεμβάσεις αφορούν όσους ήδη δεν μπορούν πλέον να εξυπηρετήσουν το δάνειό τους.
1. Για την περίπτωση, ιδίως, της πρώτης κατοικίας πρέπει να μειωθούν δραστικά τα έξοδα κατάσχεσης και πλειστηριασμού. Όπως η πρώτη κατοικία δεν φορολογείται, θα μπορούσε να μην επιβαρύνεται και η περαιτέρω μεταβίβασή της, έστω κι αν αυτή είναι αναγκαστική. Έτσι, γίνεται πιο εύκολο για τον οφειλέτη να αναβάλει τον πλειστηριασμό, καθώς το μέσο κόστος της αναβολής του, που περιλαμβάνει μια κατάσχεση και ένα πρόγραμμα πλειστηριασμού, κυμαίνεται μεταξύ 1.500 με 2.000 ευρώ.
2. Για να μην απαξιωθεί το ακίνητο, αλλά κυρίως για να μην γίνει ο πλειστηριασμός πεδίο εύκολου πλουτισμού, θα πρέπει να υποχρεωθούν οι επισπεύδουσες τράπεζες, να ορίζουν ως τιμή πρώτης προσφοράς το λιγότερο την αξία που έχουν εκτιμήσει οι ίδιες μέσω των μηχανικών τους δίνοντας το δάνειο, κι όχι αυτή που εκτιμά ο δικαστικός επιμελητής ή η τραπεζική υπηρεσία που δίνει την εντολή να κινηθεί η διαδικασία του πλειστηριασμού.
Οι παραπάνω παρεμβάσεις ασφαλώς δεν επιλύουν το πραγματικό πρόβλημα της υπερχρέωσης του μέσου νοικοκυριού. Απλώς δείχνουν ότι σε μια εποχή που το κράτος εγγυάται με τα δισεκατομμύρια των πολιτών τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος είναι λογικό οι τράπεζες να αναλάβουν ένα μικρό κόστος ρευστότητας επαναρυθμίζοντας χρέη. `Αλλωστε, μακροπρόθεσμα και οι ίδιες θα αποκομίσουν πολλαπλάσια οφέλη από τη διατήρηση των δανείων σε υγιή ενημερότητα.
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά εξετάζοντας τα δύο εμβληματικά παραδείγματα.
Στο μεγάλο έργο της υποθαλάσσιας, η εξήγηση δόθηκε από τον ίδιο το Νομάρχη με τη μνημειώδη δήλωση κατά την επίσκεψή του στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης ότι «με τη βοήθεια του θεού η υποθαλάσσια δεν γίνεται». Η δήλωση κινείται αναμφίβολα στην ορθή κατεύθυνση της μεταφυσικής, αφού πράγματι μόνο ένας θεός ήξερε σε τι θα εξυπηρετούσε την πόλη το συγκεκριμένο έργο. Το κακό είναι ότι το μεταφυσικό πεδίο της συζήτησης δημιουργεί μοιραία θεολογικές έριδες. Εν προκειμένω, ο Δήμαρχος της πόλης απευθυνόμενος προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης διαβεβαίωσε, προφανώς κατά τας γραφάς, ότι «η υποθαλάσσια θα γίνει». Με τα ταύτα, νομίζω ότι το θέμα μπορεί να επιλυθεί τελεσιδίκως μόνο από την ανωτάτη μητροπολιτική διοίκηση της πόλης, δηλαδή με ποιμαντική πράξη του κ. Ανθίμου.
Διαφορετικά, και σοβαρότερα, είναι τα πράγματα στην κατασκευή του μετρό. Το έργο μετρά ήδη μία εξάμηνη καθυστέρηση, δυστυχώς όχι στην έναρξη, αλλά στην πορεία της κατασκευής του, δηλαδή ενώ η πόλη υφίσταται τις συνέπειες της εγκατάστασης των εργοταξίων του. Η καθυστέρηση αποδίδεται στην οικονομική κατάρρευση μίας από τις εργοληπτικές εταιρίες που συμμετέχει στο ανάδοχο κατασκευαστικό σχήμα. Και πάλι η ενδημικότητα είναι παρούσα. Το παλαιό πάθημα της πτώχευσης στη δεκαετία του `80 της ΕΔΟΚ-ΕΤΕΡ, που κατασκεύαζε τον κεντρικό αποχετευτικό αγωγό, υπαγόρευε κατά τις διαδικασίες ανάθεσης του έργου έναν πραγματικά εξονυχιστικό έλεγχο της οικονομικής ευρωστίας των υποψήφιων αναδόχων. Φοβάμαι ότι αν η κατασκευή του μετρό συνεχιστεί με αυτούς τους ρυθμούς η πόλη θα υποστεί ως παράπλευρη συνέπεια, αν όχι την εξαφάνιση, σίγουρα τη βίαιη ανακατανομή σε ένα τμήμα της λιανικής της εμπορικής δραστηριότητας. Αναφέρομαι στις μικρές και μεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις της Εγνατίας, οι οποίες είναι αμφίβολο αν θα αντέξουν τη μείωση του τζίρου τους κατά τη διάρκεια της χωρίς χρονοδιάγραμμα κατασκευής του μετρό. Σε μία τέτοια συνέπεια δεν έχουν θέση συμψηφισμοί. Η πόλη χρειάζεται το μετρό όσο χρειάζεται και τη μικρή και μεσαία αγορά της που εξυπηρετεί όσους ντόπιους και ξένους δεν αντέχουν τη βιτρίνα της Τσιμισκή ή τα μεγάλα περιφερειακά εμπορικά κέντρα.
Τι συνάγεται από τα παραδείγματα; Συνάγεται ότι τα μεγάλα έργα μιας πόλης, πέρα από χρηματοδότηση και πολιτική βούληση, χρειάζονται και ένα μεγάλο σχέδιο. Στην περίπτωσή μας είναι απαραίτητο ένα σχέδιο για τις συγκοινωνίες της που θα δείχνει αν η Θεσσαλονίκη αντέχει ταυτόχρονα και δημόσια χρηματοδοτούμενη υποθαλάσσια και δημόσια επένδυση σε μετρό και δημόσια επιχορηγούμενο ΟΑΣΘ. `Η που θα υλοποιεί, πριν ακόμη ολοκληρωθεί το μετρό, τη στροφή σε μέσα μεταφοράς σταθερής τροχιάς με την αξιοποίηση του υφιστάμενου σιδηροδρομικού δικτύου για την εξυπηρέτηση κατοίκων και εργαζόμενων στους δυτικούς δήμους της βιομηχανικής ζώνης.
Διαφορετικά, το επόμενο -και πιο θλιβερό- επίπεδο της ενδημικής συζήτησης δεν θα είναι για τη μη εξαγγελία ή τη μη υλοποίηση των μεγάλων έργων, αλλά είτε για την ίδια τη χρησιμότητα όσων θα έχουν κατασκευαστεί είτε για το μετριασμό των επιπτώσεών τους. Για της θλίψης το αληθές αρκεί μια ματιά στα μόνα έργα που προχωρούν ακάθεκτα: το δημαρχείο που -απολύτως εναρμονισμένο με τη μπετονένια χλωρίδα της πόλης- ικανοποιεί ταυτόχρονα και τις επιθυμίες της φαραωνικής πανίδας των δημοτικών της αρχόντων, αλλά και το νέο αεροδιάδρομο, για τη χωροθέτηση του οποίου προτιμήθηκε ο βυθός και η ανατολική ακτή του Θερμαϊκού αντί της στέπας του αχανούς και εν πολλοίς άχρηστου στρατιωτικού αεροδρομίου της Μίκρας.
ΥΓ. Για συνδικαλιστικούς λόγους παρακολουθώ την εξέλιξη του έργου της ανέγερσης νέου Δικαστικού Μεγάρου στο λιμάνι. Το έργο εξαγγέλθηκε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό το Σεπτέμβριο του 2005. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει όχι μόνο καμία κατασκευαστική ενέργεια, αλλά ούτε και οποιαδήποτε «διαδικαστική» έναρξη του έργου (μελέτη, προκήρυξη κατασκευαστικού διαγωνισμού κλπ). Η καθυστέρηση, αν και είναι λυμένο τόσο το ιδιοκτησιακό όσο και το χρηματοδοτικό σκέλος του έργου, είναι εύλογη, διότι σέβεται τους ρυθμούς της ελληνικής δικαιοσύνης: δεν είναι πρέπον ένα δικαστικό κτίριο να ολοκληρώνεται πιο γρήγορα από τον πρώτο βαθμό μιας δίκης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Η κυβέρνηση, πέρα από τη γενικόλογη εξαγγελία ότι με τα έσοδα αυτά θα καλύψει ανάγκες του κρατικού προϋπολογισμού, δεν έχει παρουσιάσει ένα συγκροτημένο σχέδιο για την αξιοποίηση των εσόδων αυτών. Η αποσιώπηση αυτή δεν είναι καθόλου αθώα, όπως δεν είναι αθώα και η επίσπευση της μεταβίβασης και της είσπραξης του τιμήματος.
Μόλις πρόσφατα, η κυβέρνηση, αν και δεσμεύτηκε με το νέο ασφαλιστικό νόμο ότι το 10% των ετήσιων εσόδων από τις αποκρατικοποιήσεις αποτελεί πόρο του νεοσύστατου «Ασφαλιστικού Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Γενεών» (ΑΚΑΓΕ), φρόντισε ταυτόχρονα, με διάταξη του ίδιου νόμου, ο πόρος αυτός να αρχίσει να αποδίδεται μετά την 1.1.2009.
Να δεχτούμε έστω ότι η κυβέρνηση δεν προσχεδίασε τη χρονική μετάθεση του νέου πόρου, είτε επειδή δεν πρόβλεψε τις ραγδαίες εξελίξεις στον ΟΤΕ είτε επειδή όταν νομοθετούσε, δεν σχεδίαζε στα σοβαρά τις εξελίξεις στα λιμάνια ή το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (για να θυμηθούμε τους επόμενους, αλλά από καιρό εξαγγελθέντες, στόχους των αποκρατικοποιήσεων). Σήμερα, πάντως, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για εμμονή σε μία ρύθμιση που ακυρώνει στην πράξη την κρατική δέσμευση ότι ένα μέρος της δημόσιας περιουσίας οφείλει να επανεπενδύεται ως δημόσιο ασφαλιστικό κεφάλαιο.
Ακόμη περισσότερο, οι περιπτώσεις του ΟΤΕ, όπου υπάρχει προσδοκία κερδοφορίας, και, ιδίως των λιμανιών, όπου η αποκρατικοποίηση δεν γίνεται με μεταβίβαση μετοχών του Ελληνικού Δημοσίου, θέτουν το ζήτημα του πραγματικού υπολογισμού του κεφαλαίου της επανεπένδυσης. Αν η κυβέρνηση επιθυμεί πράγματι το 10% επί των συνολικών εσόδων της αποκρατικοποίησης να αποτελέσει δυναμικό και διαρκή πόρο του ασφαλιστικού συστήματος, οφείλει να θεσμοθετήσει τον υπολογισμό του όχι επί του άμεσου ταμειακού εσόδου από την εκποίηση κρατικών μετοχών, αλλά επί του συνόλου των εσόδων που εισρέουν στο κρατικό ταμείο με την υλοποίηση κάθε σχεδίου και τύπου αποκρατικοποίησης. `Ισως, μάλιστα, έτσι είναι δυνατό να επιτευχθεί μία παράλληλη μείωση της αφαίμαξης υπέρ του ΑΚΑΓΕ κοινωνικών πόρων, στους οποίους βασίζεται η βιωσιμότητα του Ταμείου Νομικών, του ΤΣΠΕΑΘ και άλλων ιστορικών ταμείων.
Η πραγματικότητα είναι ότι η επισήμανση του αρχιεπίσκοπου αποτελεί μία σαφή πολιτική, και άρα όχι θεολογική, τοποθέτηση. Εξηγούμαι: `Οταν η επισήμανση εξειδικεύεται, δεν αναφέρεται καθόλου στο θεολογικό σκέλος των «αξιών», αφού είναι αδύνατο να εντοπίσει κανείς σε οποιοδήποτε θεμελιώδες θεσμικό κείμενο της Ευρωπαϊκής `Ενωσης την παραμικρή αμφισβήτηση των οικουμενικών αξιών, όχι μόνο του χριστιανισμού, αλλά και οποιασδήποτε άλλης γνωστής μονοθεϊστικής θρησκείας. Αντίθετα, το βάρος της εξειδίκευσης πέφτει στο σκέλος της «ταυτότητας». Εδώ ρητά προτείνεται η αναδιατύπωση του ευρωπαϊκού συντάγματος με την προσθήκη μίας συμβολικής πολιτικής δήλωσης για τη χριστιανική ταυτότητα της Ευρώπης. Αναμφίβολα, το πεδίο αναφοράς της πολιτικής αυτής είναι οι σχέσεις Ευρώπης Τουρκίας και η προφανής της επιδίωξη είναι ο οικειοθελής περιορισμός της Τουρκίας σε μία ειδική σχέση με την Ευρωπαϊκή `Ενωση. Ο μηχανισμός είναι απλός: Ακόμη κι αν επιτευχθούν όλα τα τεχνικά και ουσιαστικά κριτήρια για την ένταξή της, η Τουρκία από μόνη της δεν θα θελήσει την πλήρη ενσωμάτωσή της σε μια ομοσπονδία που στο μεταξύ θα έχει διακηρύξει μία διαφορετική από τη δική της πολιτιστική ταυτότητα. Το ίδιο θα συνέβαινε και με την Ελλάδα το 1981, αν η τότε ΕΟΚ διακήρυττε θεσμικά τη ρωμαιοκαθολική ή την προτεσταντική της επιλογή.
Στον αντίποδα της πολιτικής που χρησιμοποιεί προσχηματικά τη θρησκευτική παράδοση της Ευρώπης η επιλογή είναι σαφής. Τόσο η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όσο και η διεύρυνση της `Ενωσης με νέα κράτη είναι εφικτή μόνο στη βάση ενός πλειψηφικού συνταγματικού πατριωτισμού, ο οποίος θα ενώνει με κοινές αξίες τους πολίτες, που επιθυμούν να υπερβούν κάθε ταυτότητα που παλιά τους διαιρούσε σε «πληθυσμούς».
Ομολογώ ότι δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι αυτές οι αντιλήψεις επικρατούν στην κορυφή της ελληνικής δικαιοσύνης.Τα θύματα, λοιπόν, ενός οικονομικού εγκλήματος είναι απλώς οι βλάκες που αγόραζαν ακριβά αυτά που τους πουλούσαν οι έξυπνοι. `Εξυπνοι και βλάκες θα βρεθούν ενώπιον διαπλεκόμενων δικαστών, οι οποίοι φυσικά έχουν κάθε λόγο να αρνούνται το ενδεχόμενο του ελέγχου τους από τους βουλευτές, ιδίως, μάλλιστα, όταν αυτοί δεν σέβονται ούτε τους συγχωριανούς τους.
Ειλικρινά είναι κρίμα μία τέτοια συνέντευξη να δίνεται στο τέλος της θητείας, γιατί το μόνο της όφελος είναι η εκ των υστέρων κατανόηση όσων προηγήθηκαν. Κι αυτά στην περίπτωση του κ. Κεδίκογλου δεν ήταν λίγα: Είχαμε την περίφημη εγκύκλιό του σε βάρος των συμβασιούχων του δημοσίου και όσων αντιδικούν με πλοιοκτήτες και εργολάβους δημοσίων έργων, την προαναγγελθείσα ανατροπή της προστατευτικής για τους εργαζόμενους στο δημόσιο αρεοπαγιτικής νομολογίας, την πρόσφατη απαγόρευση πρόσβασης δικηγόρων και δημοσιογράφων στις δημοσιευμένες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, και, κυρίως, το κλίμα ανασφάλειας που επικρατεί σε κατώτερους και ανώτερους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι νιώθουν να απειλείται η υπηρεσιακή τους κατάσταση και εξέλιξη όταν η δικαιοδοτική τους κρίση δεν είναι αρεστή στην ηγεσία της δικαιοσύνης.
Τώρα που σ` όλα αυτά προστέθηκαν οι εξηγήσεις του κ. Κεδίκογλου για τον μοντέρνο τρόπο απόκτησης της περιουσίας του γιου του, απλώς επιβεβαιώθηκε ότι η παλιά συνταγή του αφ` υψηλού συντηρητισμού είναι επικίνδυνη όχι μόνο για την ουσία αλλά και για το κύρος της δικαιοσύνης.
Στο συμβολικό πεδίο, η επέμβαση του Δήμου στην Πλατεία ισοδυναμεί με την πανηγυρική επιβεβαίωση ότι στην πόλη δεν υπάρχει ενδιαφέρον για ο,τιδήποτε παραπέμπει σε οποιαδήποτε άλλη πολιτιστική ταυτότητα πλην της «προσφυγικής» ή της «ενδοξοπρογονικής». Η Πλατεία Αριστοτέλους είναι η μόνη δυτικοευρωπαϊκή παρουσία στην πόλη, αλλά αυτό δεν συγκινεί προφανώς την τοπική ηγεσία που (συμπολιτευόμενη και αντιπολιτευόμενη) διαγκωνίζεται στις αποκαλύψεις μνημείων για τα δεινά των προσφύγων πατέρων (η ίδια ηγεσία, βέβαια, επί χρόνια λησμονούσε τον αφανισμό των εβραίων αδελφών). Η επικράτηση του Μεγαλέξανδρου, της Αγιασοφιάς και (εσχάτως) του Παλαιολόγου είναι τόσο ολοκληρωτική που σε λίγο θα προκαλεί αισθήματα ευθέως αντίθετα από αυτά της συγκίνησης και της υπερηφάνειας.
Στο πιο υλικό επίπεδο, η μελέτη του Δήμου απλώς επιταχύνει το μόνο υπαρκτό σχέδιο για την οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι στη Θεσσαλονίκη η επιχειρηματικότητα εξαντλείται στην παροχή μπουγάτσας, τοστ, καφέ και ποτού. Αφού, λοιπόν, έχει προ πολλού μετεξελιχθεί στην πόλη του καφεμπάρ, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρατηθεί ανέπαφη η Πλατεία του Εμπράρ. Υπάρχει, όμως, και η αθέατη πλευρά της μετεξέλιξης αυτής, η οποία εξηγεί το ενδιαφέρον του Δήμου για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης επιχειρηματικότητας. Για τη λειτουργία όλων των καταστημάτων του λεγόμενου «υγειονομικού ενδιαφέροντος» απαιτείται μία δημοτική άδεια. Μόνο αν γνωρίζει κανείς τη νομοθετική αυστηρότητα των προϋποθέσεων χορήγησης και διατήρησης των αδειών αυτών, θα αντιληφθεί το τεράστιο πεδίο πελατειακής εξυπηρέτησης που συνεπάγεται η σχετική συναλλαγή του πολίτη-επιχειρηματία-ψηφοφόρου με τις αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες και τους πολιτικούς τους προϊστάμενους. Αν, μάλιστα, συνυπολογιστούν και τα «ζεστά» έσοδα στο ταμείο του Δήμου από τις δραστηριότητες αυτές, τότε είναι που γίνεται απολύτως κατανοητό γιατί η υγειονομικού ενδιαφέροντος επιχειρηματική ανάπτυξη αποτελεί ισχυρότατο παράγοντα για τη μακροημέρευση του ίδιου πολιτικού δυναμικού στην ηγεσία της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Κατά τους ίδιους βαθμολογητές η αξιολόγηση της «ελληνικότητας» πρέπει να έχει ευρύτερες συνέπειες από μία απλή απονομή ευσήμων. Η «ελληνικότητα» πρέπει να αποτελέσει το κριτήριο και για την υπερψήφιση ή μη μίας μουσουλμάνας νέας γυναίκας. Μόνο έτσι εξηγείται το σχόλιο «το αποτέλεσμα θα δείξει» στο ερώτημα για τη συμβολική αξία μιας τέτοιας υποψηφιότητας. Για όσους, αντίθετα, δεν βαθμολογούν την «ελληνικότητα», η μεν υποψηφιότητα συμβολίζει την επιθυμία για ισοπολιτεία, το δε αποτέλεσμα θα δείξει απλώς αν περισσότεροι ή λιγότεροι πολίτες κρίνουν την κυρία Καρά Χασάν ικανή για το αξίωμα της υπερνομάρχη. `Αλλωστε, θα ήταν άδικο να χρεωθούν η ορθοδοξία και ο ελληνισμός αναδρομικά όσους ομόθρησκους και «ομοεθνείς» νομάρχες απέτυχαν στο έργο τους.
Ευτυχώς για την κυρία Καρά Χασάν η υποψηφιότητά της έχει κάποιες ελπίδες. `Ηδη από τον πρώτο καιρό ανέβηκε κάποια σκαλιά στην κλίμακα της «ελληνικότητας». «Μάθαμε ότι είναι ελληνίδα με έψιλον κεφαλαίο και σίγουρα θα έρχεται στις παρελάσεις» διαπίστωσε άρον άρον η αναβαθμολόγηση. Μένει τώρα να μάθουμε που θα εκκλησιάζεται η νέα υπερνομάρχης πριν την παρέλαση. Δεν θέλει πολλή φαντασία για να εφαρμοστεί στην πράξη η ανεξιθρησκεία: `Οπου στην περιφέρεια της συγκεκριμένης υπερνομαρχίας επικρατεί η ορθόδοξη πίστη, δεν θα αλλάξει τίποτε, αφού μάλλον επιτρέπεται η παρακολούθηση από μουσουλμάνους των ορθόδοξων λατρευτικών ακολουθιών. `Οπου επικρατούσα θρησκεία είναι το ισλάμ, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα οι δοξολογίες των εθνικών γιορτών να γίνονται σε τζαμί, αρκεί οι βαθμολογητές να μην αρνούνται την προσέλευσή τους. Ακόμη λιγότερη προσπάθεια χρειάζεται για να φανταστούμε το τέλος του έργου που ξεκινά με τη βαθμολόγηση της υποψηφιότητας της κυρίας Καρά Χασάν: Η πίστη ή μη σε όποιον θεό οποιουδήποτε έλληνα πολίτη θα αφήνει παγερά αδιάφορη τη λειτουργία της ελληνικής πολιτείας, η οποία με τη σειρά της θα αποβάλει και η ίδια κάθε θεσμική θρησκευτικότητα. Το τέλος αυτό μου φαίνεται ότι θα ανακουφίσει όποιους πράγματι επιθυμούν να θρησκεύονται ελεύθερα, δηλαδή χωρίς να βαθμολογείται η πίστη τους.
Αναρωτιέμαι αν η οικογένεια του ΠΑΟΚ, για παράδειγμα, διδάσκεται κάτι από τον κανόνα. Υπάρχει η σκέψη, έστω, να τεθούν τα κρίσιμα ερωτήματα και να παρθούν έγκαιρα στρατηγικές αποφάσεις; Θέλουμε το ποδοσφαιρικό μας γήπεδο να παραμείνει στην Τούμπα; Αν ναι, που πάντως σημαίνει ότι η κατασκευή του νέου γηπέδου θα γίνει ο μοχλός για την αναβάθμιση ολόκληρης της περιοχής, γιατί δεν φροντίζουμε από τώρα για τη θωράκιση της θεσμικής του υποδομής; Η σύνταξη μιας άρτιας πολεοδομικής μελέτης με πρόβλεψη για όλες τις συνοδευτικές χρήσεις (εμπορικές, αναψυχής, γιατί όχι εκπαίδευσης) και αντιμετώπιση του συνόλου των περιβαλλοντικών θεμάτων (από τα συγκοινωνιακά και το σεβασμό στον πολιτισμό και την ιστορία της συνοικίας έως την αύξηση του πράσινου και τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας) δεν είναι πρόωρη. `Οπως πρόωρη δεν είναι ούτε η εκπόνηση ενός σαφούς επιχειρηματικού σχεδίου για τη χρηματοδότηση των έργων με συμβάσεις παραχώρησης των εκμεταλλεύσεων που θα προκύψουν παράλληλα με το γήπεδο.
`Οποιο κι αν είναι σήμερα το κόστος (σε χρήμα και χρόνο) των μελετών, το οποίο με την κατάλληλη πολιτική πιέσεων και συμμαχιών μπορεί να αναληφθεί από τους δημόσιους φορείς του πολεοδομικού σχεδιασμού (και άρα δεν θα επιβαρύνει την ομάδα), είναι βέβαιο ότι αυτές αποτελούν σίγουρη επένδυση, γιατί οδηγούν σε ένα στέρεο και προληπτικά ελεγμένο νομικό πλαίσιο. Η πρώτη απόδοση της επένδυσης θα φανεί με την αποφυγή δικαστικών καθυστερήσεων στην πρόοδο των έργων και την προσέλκυση πλειοδοτικά ανταγωνιζόμενων επιχειρηματιών. Η τελική απόδοση θα είναι μια δυνατή ομάδα που θα κάνει πιο δυνατή την πόλη της.
Επειδή τέτοιο μεγαλείο δύσκολα αντέχεται, φέτος ο νυν Υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος πέρσι τέτοιο καιρό (ορθά) πρότεινε στο νέο μέγαρο να εγκατασταθεί το Εφετείο και η Εισαγγελία του αντί του Ειρηνοδικείου και του Πταισματοδικείου, το ξανασκέφτεται. «Πώς είναι δυνατό να λειτουργήσει η υποθαλάσσια και το δικαστικό μέγαρο σε έναν τόσο μικρό χώρο για δύο τόσο μεγάλα έργα» διαρρέουν κύκλοι του Υπουργείου του.
Μόνο που το 2008 δεν είναι 2005. Στο μεταξύ όλοι γνωρίζουμε ότι, ακόμη κι αν γίνει η υποθαλάσσια (προσωπικά δεν θα πάρω …), η χάραξή της θα αλλάξει ριζικά εξαιτίας των αντιρρήσεων του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, αλλά και των αντιδράσεων των πολιτών, που με δικαστικές ενέργειες ανέδειξαν την ανάγκη προστασίας του λιμανιού ως τμήματος του ιστορικού τόπου της πόλης. Αυτό σημαίνει νέες περιβαλλοντικές μελέτες, οι οποίες θα πρέπει να συνεκτιμήσουν όλα τα νέα δεδομένα στο χώρο του λιμανιού και, κυρίως, την ανέγερση του νέου δικαστικού μεγάρου και τη λειτουργία του προσφάτως ιδιωτικοποιημένου σταθμού μεταφόρτωσης εμπορευμάτων.
`Αρα όχι μόνο δεν είναι ασύμβατα τα δύο έργα, αλλά, αντίθετα, για όποιον τα επιθυμεί αμφότερα, τώρα ανοίγεται η χρυσή ευκαιρία της συνύπαρξής τους. Όλα τα υπόλοιπα είναι προσχήματα για μία πόλη βήτα προβολής που χάνεται όπως τα παρακμιακά της σινεμά που λίγο πριν κλείσουν παίζαν «δύο έργα δύο».
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας από την αρχή εκδήλωσε τη δυσανεξία της στο θεσμό της δικαστικής αυτοδιοίκησης. Αρχικά το καλοκαίρι του 2005 προσπάθησε να εισαγάγει την ανάδειξη των προϊσταμένων με το σύστημα της κλήρωσης (!). Τελικά, νομοθέτησε το ασυμβίβαστο της εκλογής στο Συμβούλιο Διοίκησης των δικαστηρίων για τους συνδικαλιστές δικαστές απαγορεύοντας την ανάδειξη σε αυτό όσων έχουν εκλεγεί μέλη στα διοικητικά συμβούλια των δικαστικών ενώσεων. Τρία χρόνια μετά η κατεδάφιση του δικαστικού αυτοδιοίκητου ολοκληρώνεται με την τροπολογία Χατζηγάκη, που προβλέπει ότι ο προϊστάμενος δεν εκλέγεται, αλλά διορίζεται πλέον από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, δηλαδή ένα δεκαπενταμελές όργανο αρεοπαγιτών. Μάλιστα, ο προϊστάμενος πρέπει να είναι δικαστής ανώτερης βαθμίδας από αυτόν του «διοικούμενου» σχηματισμού.
Ο κ. Χατζηγάκης δικαιούται να είναι αλλεργικός σε θεσμούς δημοκρατίας και ουσιαστικής πραγμάτωσης του κράτους δικαίου. Δεν δικαιούται, όμως , ούτε να μας «δουλεύει», δηλώνοντας ότι οι ρυθμίσεις του διασφαλίζουν τη δημοκρατία, επειδή τα μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου «εκλέγονται με τον ύψιστο δημοκρατικό τρόπο, δηλαδή με κλήρωση από το σύνολο των αρεοπαγιτών», ούτε να αντιπολιτεύεται αιωνίως … το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζοντας ότι η ρύθμισή του είναι αναγκαστική εξαιτίας των κακών που είχαν επισωρεύσει στο χώρο της δικαιοσύνης οι κυβερνήσεις του, επειδή αυτές θέσπισαν το αυτοδιοίκητο. Επιτέλους, δεν φταίει ούτε η δημοκρατία για την κακή μας τύχη να είναι αυτός υπουργός ούτε το ΠΑΣΟΚ για τις διοικήσεις των δικαστηρίων που εκλέχτηκαν επί των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας. Ειδικά, μάλιστα, για τις διοικήσεις αυτές οφείλει να μας τεκμηριώσει όχι μόνο γιατί τις κατηγορεί ότι παρουσιάζουν «φαινόμενα χαλαρότητας, πελατειακών σχέσεων, δημιουργίας φατριών και ομαδοποιήσεων», αλλά και μας εκθέσει ποια μέτρα πήρε κατά ποιων προσώπων και για ποιες συγκεκριμένες πράξεις για να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα αυτά. Διαφορετικά είναι προφανές ότι ο κ. Υπουργός συκοφαντεί. Και στη συκοφαντία της δικαιοσύνης είναι αλλεργική η συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων δικαστών, έστω κι αν προς το παρόν «βγάζει σπυριά» σιωπηλή και τρομαγμένη.
Ως το προς την ενημέρωση, λοιπόν, ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει ότι η διαδικασία υποβολής δηλώσεων, που άρχισε στις 17.6.2008 και λήγει στις 30.9.2008 (και για τους μόνιμους κατοίκους εκτός Ελλάδας στις 30.12.2008), εντάσσεται στο έργο της «Δημιουργίας Ψηφιακών Βάσεων Δεδομένων Ενεργών Τίτλων». Το έργο αυτό δεν συνιστά ολοκληρωμένη μελέτη κτηματογράφησης και περιλαμβάνει μόνο την υποβολή των δηλώσεων στα Γραφεία Κτηματογράφησης. Προς το παρόν, πάντως, είναι άγνωστο πότε θα προκηρυχθούν οι νέοι διαγωνισμοί για τις τελικές μελέτες. Γνωστό, όμως, είναι ότι η κατάτμηση του έργου σε δύο μελέτες έχει αυξήσει το κόστος του, αφού η πρώτη φάση του «φορτώθηκε» με το (ανύπαρκτης χρησιμότητας) υποέργο της «προσεγγιστικής (!) γεωαναφοράς των ακινήτων», η οποία αναμένεται ότι θα απορροφήσει το 75% των περίπου 30 εκατομμυρίων ευρώ του προϋπολογισμού της πρώτης φάσης. Δυστυχώς, από τη στιγμή που η σπατάλη δεν αφορά την Ευρωπαϊκή `Ενωση, η κυβέρνηση δεν μπαίνει καν στον κόπο να αποδώσει στον πολίτη το λογαριασμό του κτηματόσημου.
Ως προς τη λειτουργικότητα της διαδικασίας, πρέπει το ταχύτερο να ληφθούν τέσσερα μέτρα.
Καταρχήν, πρέπει άμεσα να αποσαφηνιστεί νομοθετικά ότι για τη σύνταξη και μεταγραφή συμβολαίων, την εγγραφή βαρών, τη διεξαγωγή δικών στο πεδίο του εμπράγματου δικαίου κλπ, δεν απαιτείται μέχρι τη λήξη των προθεσμιών υποβολής δηλώσεων η προσκόμιση οποιουδήποτε πιστοποιητικού που θα αποδεικνύει την υποβολή της δήλωσης. Μόνο με τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται η άμεση, χωρίς ταλαιπωρία των πολιτών, και απαλλαγμένη από κάθε ακυρότητα, τακτοποίηση των υφιστάμενων εκκρεμοτήτων (πχ οριστικοποίηση προσυμφώνων, συστάσεις οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών, επίσπευση γονικών παροχών κλπ) πριν την υποβολή των δηλώσεων. Επιπλέον, αποφεύγεται η πολλαπλή καταβολή τελών κτηματογράφησης και διαφυλάσσεται η απρόσκοπτη λειτουργία της στεγαστικής πίστης, καθώς και κάθε άλλης τραπεζικής εργασίας, η οποία βασίζεται στην παροχή εμπράγματης ασφάλειας. Η ανάγκη για μία τέτοια ρύθμιση επιβεβαιώθηκε έμμεσα από την κοινή δήλωση της 12.6.2008 των Προέδρων της Κτηματολόγιο ΑΕ και της Συντονιστικής Επιτροπής των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων, οι οποίοι ορθά έσπευσαν να «καλύψουν» την απρόσκοπτη σύνταξη των συμβολαίων παρά τη σχετική ακυρότητα που προβλέπει ο νόμος.
Παράλληλα με την παραπάνω αποσαφήνιση, πρέπει από τώρα να δοθεί η νομοθετικά προβλεπόμενη τρίμηνη παράταση της προθεσμίας για την υποβολή δηλώσεων, καθώς και να εξεταστεί το ενδεχόμενο περαιτέρω παράτασης λόγω του όγκου της εργασίας, των ανεπαρκών υποδομών και της μεσολάβησης των καλοκαιρινών διακοπών. Σκόπιμο είναι, πάντως, προκειμένου να αποφευχθεί η ταλαιπωρία των πολιτών που διαφαίνεται ήδη από τις πρώτες ημέρες υποβολής των δηλώσεων, να ανακοινωθεί η 30.3.2009 ως κοινή καταληκτική ημερομηνία για τους κατοίκους εσωτερικού και εξωτερικού.
Το τρίτο μέτρο αφορά στην καταγραφή των αυθαίρετων κτισμάτων. Η ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ οφείλει να δώσει συγκεκριμένες διευκρινίσεις για το αν και πώς πρέπει να δηλωθούν τα αυθαίρετα κτίσματα και για τον αν σκοπεύει να τα καταγράψει στην ψηφιακή βάση ενεργών τίτλων ή στις τελικές μελέτες κτηματογράφησης. `Αλλωστε, η σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου αποτελεί τη χρυσή ευκαιρία, τουλάχιστον, για την ανάδειξη του προβλήματος της αυθαίρετης δόμησης στις πραγματικές του διαστάσεις. Χωρίς την ανάδειξη αυτή οποιαδήποτε αναζήτηση λύσεων θα αποβεί, όπως μέχρι σήμερα, άκαρπη.
Το τελευταίο μέτρο αφορά στον κίνδυνο να καταχωριστούν εσφαλμένα δεδομένα εξαιτίας των ασφυκτικών προθεσμιών υποβολής των δηλώσεων και του τεράστιου όγκου των πληροφοριών που περιέχουν. Ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά αν δημοσιοποιηθεί έντυπα και ηλεκτρονικά η «Ψηφιακή Βάση Δεδομένων Ενεργών Τίτλων», η οποία θα παραχθεί με βάση τις δηλώσεις που τώρα καλούνται να υποβάλουν οι πολίτες. Με τη δημοσιοποίηση αυτή οι ενδιαφερόμενοι θα εντοπίσουν τυχόν εσφαλμένες καταγραφές, οι οποίες θα μπορούν να διορθωθούν με την υποβολή πρόσθετων δηλώσεων κατά το «νεκρό» (αλλά ιδιαίτερα μακρύ) που θα μεσολαβήσει μέχρι να αναρτηθούν τα προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα και οι προσωρινοί κτηματολογικοί πίνακες.
Τα μέτρα αυτά ασφαλώς δεν εξαντλούν τα ζητήματα που θέτει η διαδικασία της κτηματογράφησης. Αποτελούν, πάντως, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την «ανακούφιση» του όλου εγχειρήματος και τη μη επανάληψη λαθών του παρελθόντος, που δυσφήμησαν το έργο και τη χώρα.
Σήμερα βρισκόμαστε λίγο πριν την «επανεκίνηση» του έργου, το οποίο θα χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι οι πολίτες καταβάλλοντας μαζί με τη δήλωση της ιδιοκτησίας τους το γνωστό «κτηματόσημο» των 35 ευρώ (τουλάχιστον) ανά δικαίωμα ιδιοκτησίας. Χαρακτηριστικό της νέας φάσης του έργου είναι ότι δεν θα προκηρυχθούν «μελέτες κτηματογράφησης», δηλαδή έργα με τελικό παραδοτέο τις πρώτες εγγραφές για τα νέα Κτηματολογικά Γραφεία. Το σχέδιο του ΥΠΕΧΩΔΕ περιορίζεται προς το παρόν σε διαγωνισμό για τη δημιουργία «ψηφιακής βάσης δεδομένων ενεργών τίτλων», δηλαδή στην ψηφιακή καταγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων αστικών και μόνο περιοχών, που θα προκύψουν από την επεξεργασία των δηλώσεων ιδιοκτησίας των πολιτών. Ο λόγος, για τον οποίο το έργο αυτό αποσπάται από τις μελέτες κτηματογράφησης είναι προφανής. Η δημιουργία μίας ψηφιακής βάσης δεδομένων -σε αντίθεση με τις μελέτες κτηματογράφησης- μπορεί ακόμη να χρηματοδοτηθεί από τους ευρωπαϊκούς πόρους της Κοινωνίας της Πληροφορίας.
Φαίνεται, όμως, ότι τα παθήματα της κατασπατάλησης του δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος δεν έγιναν μαθήματα. Ακόμη περισσότερο δεν έγινε μάθημα το πάθημα να ονομάζουμε «μελέτη» και «τεχνικό έργο» μία νομική εργασία. Εξηγούμαι: Διαβάζοντας χωρίς καμία συντεχνιακή διάθεση το σχέδιο της προτεινόμενης προκήρυξης διαπιστώνεται ότι, από τα 32,5 εκατομμύρια ευρώ που θα στοιχίσει πανελλαδικά η βάση δεδομένων, τα 24,3 εκατατομμύρια ευρώ θα διατεθούν για να γίνει μία «προσεγγιστική γεωαναφορά των ακινήτων» από τοπογράφους «μελετητές». Πίσω, όμως, από την αδόκιμη αυτή διατύπωση, κρύβεται μία απολύτως άχρηστη εργασία, η οποία φέρεται να αποσκοπεί στην «ελαχιστοποίηση του αριθμού των ανεντόπιστων ακινήτων» (αν πράγματι «χάνονται» ακίνητα εντός πολεοδομημένων αστικών περιοχών, για την ανεύρεσή τους μάλλον αρμοδιότερη των τοπογράφων είναι η κα Νικολούλη). Κι όλα αυτά ενώ στο επόμενο στάδιο του όλου έργου ούτως ή άλλως θα προκηρυχθούν τελικές μελέτες κτηματογράφησης, οι οποίες περιέχουν πραγματικές τοπογραφήσεις που θα παραμερίσουν εκ των πραγμάτων τις όποιες «προσεγγιστικές γεωαναφορές». Το παράδειγμα ειδικά του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης είναι εύγλωττο: η πρόθεση του ΥΠΕΧΩΔΕ είναι η νομική εργασία της συλλογής και της επεξεργασίας των δηλώσεων για 830.000 δικαιώματα να αμειφθεί το πολύ με 1.290.000 ευρώ (περίπου 1,5 ευρώ ανά δικαίωμα), ενώ η «προσεγγιστική γεωαναφορά» των τοπογράφων να αμειφθεί με τουλάχιστον 3.880.000 ευρώ.
Κατά τη γνώμη μου οι προθέσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ και της ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ για τον καταμερισμό του έργου κινούνται εκτός νομιμότητας. Θα ανατραπούν με βεβαιότητα μόνο αν στη νομική αντίδραση και τον ευρωπαϊκό έλεγχο προστεθεί η συμμαχία της κοινής γνώμης, που αξιώνει οι διαδικασίες της μεταρρύθμισης του εμπράγματου δικαίου να αποκτήσουν, επιτέλους, ως γνώμονα το όφελος του πολίτη.
Η ιστορία της τραπεζικής διαμάχης και του τελικού συμβιβασμού είναι διπλά διδακτική. Από τη μια μας υπενθυμίζει ότι η διαχείριση του Κυπριακού συχνά διαπλέκεται με στρατηγικές επιλογές ισχυρών παραγόντων της κυπριακής οικονομίας. Το παράδειγμα των πυραύλων S 300 είναι χαρακτηριστικό. Η γνωστή ρητορεία εμφάνιζε την αγορά τους από τη Ρωσία ως επιβεβαίωση της εθνικής κυριαρχίας και της ένδοξης τριτοκοσμικής παράδοσης, ενώ, λίγο μετά κανείς από τους ρήτορες δεν σχολίαζε τη μη εγκατάστασή τους. `Ισως γι` αυτό δεν είναι σήμερα λίγοι όσοι θεωρούν προσχηματική την εξαγγελία οικονομικής εκμετάλλευσης κοιτασμάτων πετρέλαιου, και, μάλιστα πριν να εντοπιστούν, στα ανοιχτά της Κύπρου.
Από την άλλη, για να επιστρέψουμε στην επιχειρηματική μεριά της ιστορίας, είναι εύκολο να συμπεράνει κανείς τι αποδεικνύει ο συμβιβασμός των δύο τραπεζών. Ο συμβιβασμός έγινε εφικτός μόλις εκτιμήθηκε ότι ο ελληνικός χώρος, όπου η Μαρφίν κινείται ήδη επιθετικά, επαρκεί για μία ακόμη δραστηριοποίηση με όρους ολιγοπωλείου, δηλαδή αύξησης των κερδών χωρίς το βάσανο του ανταγωνισμού. Με άλλη διατύπωση, το “σύμφωνο μη επίθεσης”, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε η κατάληξη της αντιπαράθεσης μεταξύ Μαρφίν και Πειραιώς, δύσκολα κρύβει την ουσία μίας τραπεζικής πολιτικής που επιμένει να πουλά ανενόχλητα και πολύ ακριβά τα προϊόντα της. Κι αυτό είναι μάλλον το μείζον εθνικό θέμα που συσκότιζε επί δίμηνο μια εκτός θέματος συζήτηση.
Στα καθ` ημάς και καθ` οδόν προς την πυρά η (μέχρις αποδείξεως του εναντίου) ένοχη φορτώνεται με πρόσθετα αδικήματα. `Ετσι, από την τηλεδικογραφία μαθαίνουμε ότι το δίκαιο όχι μόνο ανέχεται, αλλά επιτάσσει κιόλας τη μετακίνηση του δημοσίου υπαλλήλου από τη θέση που κατέχει μετά από κάθε κυβερνητική αλλαγή. Επίσης έκπληκτοι συνειδητοποιούμε ότι η κατοχή στο δημόσιο διευθυντικής θέσης από απόφοιτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι εγκληματική εύνοια και όχι αποτέλεσμα αναχρονιστικών αντιλήψεων, που ήρθαν κι έδεσαν με συνδικαλιστικά αιτήματα του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος. Σαν να μην έφταναν αυτά, πέφτουμε κι από τα σύννεφα με την πληροφορία ότι σε μία υπηρεσία του ΙΚΑ μόνο δυο τρεις υπάλληλοι ξέρουν να κάνουν καλά τη δουλειά τους. Κρίμα, γιατί η καθημερινή επαφή μάς εντύπωσε την εινόνα μίας πλειάδας στελεχών που συναγωνίζονται να καταρτιστούν σε νέα αντικείμενα και διαγκωνίζονται ποιος θα εξυπηρετήσει πρώτος τον πολίτη και το δημόσιο συμφέρον. Τι μένει; Η διάταξη για τη δημιουργία ενός νέου τμήματος εντός της ευρύτερης διεύθυνσης προμηθειών. Εδώ οι ενδείξεις του εγκλήματος είναι παραπάνω από αποχρώσες. Γι` αυτό κανείς δεν χρειάζεται να ερευνήσει αν η ρύθμιση ανταποκρίνεται σε κάποια λειτουργική ανάγκη. Αρκεί που βαφτίστηκε φωτογραφική, έστω κι αν τώρα πια στην κορνίζα της θα μπει η φωτογραφία κάποιου άλλου (για καλό και για κακό, άνδρα, προφανώς μέλους της ΔΑΚΕ, με μακρά προϋπηρεσία στο τμήμα ενσήμων και μεταπτυχιακό στη δημόσια οικονομία).
Λοιπόν; Για τα τρίγωνα του `Ιψεν αρκεί ο θεατρικός χρόνος και η λάμψη μιας παράστασης. Για τις ζωές των άλλων, όμως, υπάρχει άπειρος τηλεοπτικός χρόνος. Για να γεμίσει μετατρέπει σε σαπουνόπερα ό,τι βρει μπροστά του. Αυτή τη φορά, μεταξύ άλλων, σειρά είχε η συζήτηση για τη διαφάνεια της δημόσιας διοίκησης. Κάπως έτσι, τα φώτα μιας εκπομπής αφήνουν, αμέσως μετά, πολύχρονες προσπάθειες στο βαθύ σκοτάδι της παραφιλολογίας.
Η πραγματικότητα είναι ότι η επισήμανση του αρχιεπίσκοπου αποτελεί μία σαφή πολιτική, και άρα όχι θεολογική, τοποθέτηση. Εξηγούμαι: `Οταν η επισήμανση εξειδικεύεται, δεν αναφέρεται καθόλου στο θεολογικό σκέλος των «αξιών», αφού είναι αδύνατο να εντοπίσει κανείς σε οποιοδήποτε θεμελιώδες θεσμικό κείμενο της Ευρωπαϊκής `Ενωσης την παραμικρή αμφισβήτηση των οικουμενικών αξιών, όχι μόνο του χριστιανισμού, αλλά και οποιασδήποτε άλλης γνωστής μονοθεϊστικής θρησκείας. Αντίθετα, το βάρος της εξειδίκευσης πέφτει στο σκέλος της «ταυτότητας». Εδώ ρητά προτείνεται η αναδιατύπωση του ευρωπαϊκού συντάγματος με την προσθήκη μίας συμβολικής πολιτικής δήλωσης για τη χριστιανική ταυτότητα της Ευρώπης. Αναμφίβολα, το πεδίο αναφοράς της πολιτικής αυτής είναι οι σχέσεις Ευρώπης Τουρκίας και η προφανής της επιδίωξη είναι ο οικειοθελής περιορισμός της Τουρκίας σε μία ειδική σχέση με την Ευρωπαϊκή `Ενωση. Ο μηχανισμός είναι απλός: Ακόμη κι αν επιτευχθούν όλα τα τεχνικά και ουσιαστικά κριτήρια για την ένταξή της, η Τουρκία από μόνη της δεν θα θελήσει την πλήρη ενσωμάτωσή της σε μια ομοσπονδία που στο μεταξύ θα έχει διακηρύξει μία διαφορετική από τη δική της πολιτιστική ταυτότητα. Το ίδιο θα συνέβαινε και με την Ελλάδα το 1981, αν η τότε ΕΟΚ διακήρυττε θεσμικά τη ρωμαιοκαθολική ή την προτεσταντική της επιλογή.
Στον αντίποδα της πολιτικής που χρησιμοποιεί προσχηματικά τη θρησκευτική παράδοση της Ευρώπης η επιλογή είναι σαφής. Τόσο η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όσο και η διεύρυνση της `Ενωσης με νέα κράτη είναι εφικτή μόνο στη βάση ενός πλειψηφικού συνταγματικού πατριωτισμού, ο οποίος θα ενώνει με κοινές αξίες τους πολίτες, που επιθυμούν να υπερβούν κάθε ταυτότητα που παλιά τους διαιρούσε σε «πληθυσμούς».
Η πρώτη αφορά στην αντίληψη ότι μπορεί να συγκριθεί, και άρα να εξομοιωθεί, μισθολογικά ο δικαστής, παρότι είναι μόνιμος και ισόβιος δημόσιος υπάλληλος, με έναν άλλο δημόσιο λειτουργό, στον οποίο ανατίθενται με περιορισμένη θητεία συγκεκριμένα καθήκοντα. Με την αντίληψη αυτή αρχικά επεκτάθηκαν στους δικαστές οι φορολογικές ελαφρύνσεις των βουλευτών και στο τέλος εξισώθηκαν μισθολογικά οι δικαστές με τους λειτουργούς που υπηρετούν σε ανεξάρτητες αρχές. Εννοείται, βέβαια, ότι μαζί με τη μισθολογική εξίσωση διατηρείται και η ευνοϊκή φορολόγηση. Μιλώντας για νοοτροπία, σημειώνουμε ότι συνταξιούχοι δικαστές επιδιώκουν και επιτυγχάνουν, όχι σπάνια, την πρόσληψή τους στις ανώτατες θέσεις της ιεραρχίας των ανεξάρτητων αρχών.
Η δεύτερη αφορά στη θεσμική συμπεριφορά των δικαστών που μετέχουν σε δικαστικές συνθέσεις, οι οποίες αν και είναι εναλλασσόμενης μορφής, δηλαδή δεν εντάσσονται σε δικαστικούς σχηματισμούς με μόνιμη δομή, συγκεντρώνουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό υποθέσεις ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας. Στις συνθέσεις αυτές, στις οποίες μεταξύ άλλων συγκαταλέγεται το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο και το μισθοδικείο, παρατηρείται ότι συχνότατα οι δικαστικοί λειτουργοί δικαιοδοτούν κατά τρόπο ευθέως αντίθετο με την πάγια νομολογία του ανώτατου δικαστηρίου από το οποίο προέρχονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της συμπεριφοράς αυτής αποτελεί η απόφαση του ΑΕΔ για την προσμέτρηση στο εκλογικό μέτρο των λευκών ψηφοδελτίων.
Η τρίτη αφορά στην εκφορά του συνδικαλιστικού λόγου. Είναι προφανές ότι καθένας δικαιούται να διεκδικεί αύξηση των αποδοχών του για να βελτιώσει το βιωτικό του επίπεδο. Είναι, όμως, ανεπίτρεπτος ο συνδικαλιστικός ισχυρισμός ότι η αύξηση των δικαστικών αποδοχών διασφαλίζει τη λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή. Μία τέτοια «εκ πλαγίου» δικαιολόγηση της διαφθοράς υπονομεύει ευθέως το κύρος της δικαστικής λειτουργίας και υπενθυμίζει ότι το προσφάτως αποκαλυφθέν παραδικαστικό σκάνδαλο άνθισε σε συνθήκες μισθολογικής άνοιξης.
`Εχω τη γνώμη ότι το όλο θέμα εμφανίστηκε ως μία «σχολικού τύπου» διαμάχη μεταξύ δικαστών και δικηγόρων, καθώς, κυρίως με ευθύνη της `Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, προσχηματικά αναγορεύτηκε σε «εισβολή» στο χώρο της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστή κάθε προσπάθεια θεσμοθέτησης της δικηγορικής αξιολόγησης του έργου των δικαστικών λειτουργών. Ο λόγος είναι προφανής για τους εξοικειωμένους με την τρέχουσα συνδικαλιστική πρακτική. Ονομάζεται «εισβολή» ένας επιπρόσθετος και απαιτητικός κοινωνικός έλεγχος, ο οποίος θα αναδείξει και θα προσωποποιήσει πτυχές της καθημερινής ανεπάρκειας του δικαιοδοτικού συστήματος, προκειμένου να συγκαλυφθεί η αποτυχία στην πραγματική και των έσω προσβολή του δικαστικού φρονήματος. Αρκεί να θυμηθούμε ότι από το ξέσπασμα του σκανδάλου των παραδικαστικών κυκλωμάτων και μετά η `Ενωση απέτυχε να περιφρουρήσει θεσμικές κατακτήσεις που πραγματικά ενδυναμώνουν την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή. Αυτό δείχνει η συρρίκνωση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι σε αξιώματα της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων και η πρωτοφανής θεσμοθέτηση ασυμβίβαστου εκλογής σε θέσεις διοίκησης για τους δικαστές συνδικαλιστές. Το ίδιο δείχνει και η ηχηρή σιωπή της `Ενωσης σε κινήσεις όπως η πρόσφατη εγκύκλιος-υπόδειξη Κεδίκογλου και το αναιρετικό διάβημα Σανιδά σε υποθέσεις που πρωτοβάθμιοι δικαστές δικαίωσαν συμβασιούχους, αν και συνέπλευσαν με τη νομολογιακή άποψη της ίδιας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Παρόλα αυτά οι συγκεκριμένοι πολίτες δεν έχουν την παραμικρή θεσμική δυνατότητα είτε στη συνδιαμόρφωση των αποφάσεων που καθορίζουν την ανάπτυξη και την περιβαλλοντική προστασία του τόπου, στον οποίο διαβιούν και επενδύουν την περιουσία τους, είτε στη συνδιαχείριση των πόρων που εισφέρουν με σκοπό τη βελτίωση της δικής τους διαβίωσης. Σε τελική ανάλυση, εφόσον δεν διαθέτουν τη δυνατότητα συμμετοχής στις εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη της τοπικής ηγεσίας, δεν αποκλείονται μόνο από τα “κέντρα λήψης απόφασης”, αλλά υφίστανται επιπλέον και τις δυσμενείς συνέπειες των πελατειακών εξυπηρετήσεων και της αδράνειας που τα κέντρα αυτά επιφυλάσσουν υπέρ των “γηγενών” ψηφορόρων.
Επιστρέφοντας, λοιπόν, στην επικαιρότητα, η πυρκαγιά στην Κασσάνδρα μαζί με την οικολογική καταστροφή αποκαλύπτει ένα μεγάλο έλλειμμα δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι όσοι πραγματικά είχαν την αρμοδιότητα της αντιμετώπισής της υφίστανται τελικά ένα δυσανάλογα μικρό πολιτικό κόστος σε σχέση με τις ευθύνες τους για την καταστροφή, η οποία έπληξε ως επί το πλείστον πολίτες που δεν θα τους κρίνουν με την ψήφο τους. Γι αυτό, άλλωστε ο Νομάρχης και οι Δήμαρχοι της περιοχής δεν χρειάστηκε να δώσουν ιδιαίτερες εξηγήσεις για την ασυντόνιστη αντίδρασή τους και αρκέστηκαν στη βολική γκρίνια για την έλλειψη μέσων. Χωρίς περιστροφές, το έλλειμμα αυτό στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με επανάληψη ενός “Καποδίστρια”, δηλαδή με μία αναγκαστική συνένωση νομαρχιών που θα αναδιατάξει πλήρως το χάρτη του δεύτερου βαθμού αυτοδιοίκησης στην Κεντρική Μακεδονία.
Για την απουσία αυτή -μας αρέσει ή όχι- δεν ευθύνεται το “αδηφάγο αθηνοκεντρικό κράτος”. Την χρεώνονται εξ ολοκλήρου οι θεσμοί που αντιπροσωπεύουν την τοπική κοινωνία, με πρώτη και καλύτερη τη δημοτική και νομαρχιακή αυτοδιοίκηση. `Αλλωστε, δεν βρισκόμαστε ακόμη στο στάδιο της υλοποίησης των όποιων έργων, ώστε να είναι πράγματι απαραίτητη η συνδρομή του κρατικού προϋπολογισμού. Η απουσία, προς το παρόν, αφορά σε συντονισμό, σχέδιο και όραμα, δηλαδή σε πράγματα σημαντικά (η έλλειψή τους φάνηκε όταν μια ολόκληρη πόλη δεν ήξερε τι να κάνει τον προϋπολογισμό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας), αλλά που δεν κοστίζουν παραπάνω από όσα ξοδεύονται αφειδώς σε έργα και εκδηλώσεις “ιστορικής” μνήμης.
Ο ουσιαστικός ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης στον τομέα της περιβαλλοντικής πολιτικής δείχνει το διακύβευμα των επικείμενων δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών. `Ετσι, δίπλα στα σκουπίδια των Ταγαράδων, όπου κρίνεται τόσο η αποτελεσματικότητα των αυτοδιοικητικών αρχών (όπως εμμέσως πλην σαφώς υπανίχθηκε η κυβέρνηση), όσο και η αξιοπιστία αυτών που όψιμα τα ανακάλυψαν, αναδεικνύεται μία σειρά “περιφερειακών” θεμάτων. Πάλι τα παραδείγματα είναι πολλά. Ενδεικτικά λοιπόν, στο Κορδελιό καίει το ζήτημα της άκυρης οικοδόμησης δίπλα στα Ελληνικά Πετρέλαια και ανακύπτει η ευθύνη του Κράτους και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για αποζημίωση των θιγόμενων πολιτών. Στο Δήμο Καλλιθέας η αντιπαράθεση αφορά στην οικολογική σκοπιμότητα της παραμονής ή μη των ταμειακά προσοδοφόρων λατομείων. Στη Μενεμένη αμφισβητούνται οι οικιστικοί όροι του υφιστάμενου σχέδιου πόλης παρά την οικονομική αδυναμία αποζημίωσης των δεσμευόμενων οικοπέδων. Στο Σταυρό κρίνεται αν συμβάλλει στην τοπική τουριστική ανάπτυξη η περιβαλλοντικά ανεξέλεγκτη λειτουργία ενός εμπορικού λιμανιού.
Αν η περιβαλλοντική πολιτική παραμείνει στο επίκεντρο μέχρι την ημέρα της κάλπης, το κέρδος είναι ότι οι πολίτες θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα χειροπιαστό κριτήριο αξιολόγησης του προγράμματος και του απολογισμού κάθε υποψήφιου. `Αρα ακόμη κι αν δεν προκύψει οικολογικό, σίγουρο είναι το πολιτικό όφελος.
Η αντιπαράθεση, πάντως, της ΦΙΦΑ με το ελληνικό κράτος έδειξε για άλλη μία φορά ότι το διεθνές ποδόσφαιρο βρίσκεται πολλά βήματα πιο μπροστά από την υπόλοιπη διεθνή κοινότητα και πολύ πιο κοντά στις προσδοκίες για μια πιο δημοκρατική διαχείριση της παγκοσμιότητας. Ποιος, άραγε, δεν επικροτεί τη δυνατότητα αποτελεσματικής εφαρμογής των συμφωνημένων διεθνών κανόνων στο εσωτερικό ενός κράτους που αυθαιρετεί; Ποιος δεν προτιμά οι διεθνείς κυρώσεις να επιβάλλονται μετά από συλλογικές αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων αντί να αποτελούν αυτόκλητες και επιλεκτικές ενέργειες μιας υπερδύναμης; Ποιος, τέλος πάντων, δεν αναγνωρίζει ότι στον τομέα της ευθύνης της η ΦΙΦΑ είναι πιο αποτελεσματική από τον απαξιωμένο ΟΗΕ;
Την ίδια πρόοδο του ποδοσφαίρου έδειξε και η μεγάλη γιορτή του μουντιάλ. Οι πολύχρωμες και ανοιχτές ομάδες του γαλλογερμανικού άξονα δεν θυμίζουν σε τίποτε τις ξενοφοβικές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο ευρωπαίος φίλαθλος γίνεται εύκολα οπαδός του αλγερινού ποδοσφαιριστή, την ίδια στιγμή που ο ευρωπαίος πολίτης είναι αχάριστος απέναντι στον ινδό πληροφορικό και τον αλβανό οικοδόμο, που μάλλον συμβάλλουν περισσότερο και από τον ίδιο στην ανάπτυξη της δικής του χώρας.
Ο επίλογος ανήκει στο Ζιντάν. Στο ποδόσφαιρο, όπως και σε κάθε άλλη δουλειά, σημασία έχουν δύο προσόντα: η ικανότητα και η εντιμότητα. Ο Ζιντάν τα διαθέτει με επάρκεια και γι` αυτό έγινε και παραμένει πρότυπο ποδοσφαιριστή. Με τον «παλιοχαρακτήρα» και τους «κακούς τρόπους» του κάποιοι ταυτίζονται και συμπάσχουν και κάποιοι εξανίστανται. Αμφιβάλλω πολύ αν αυτό τον απασχόλησε ποτέ.
Όταν έτσι απλά παρουσιάζονται τα πράγματα, απλοϊκή δείχνει και η «λύση» του προβλήματος: Να καταργηθεί κάθε έμμεση φορολογία υπέρ συγκεκριμένων ασφαλιστικών ταμείων και τα αντίστοιχα ποσά να συγκεντρωθούν σε έναν κοινό λογαριασμό, ο οποίος με κρατική ευθύνη και διαχείριση θα ενισχύει άλλα («παρακατιανά») ταμεία. Η πρόταση αυτή αποτελεί δοκιμασμένη και ευφυή τακτική για την έναρξη του διαλόγου. «Στοχοποιεί» μία κατηγορία ασφαλισμένων, αφού δημιουργεί εναντίον της τη συναίνεση των λοιπών. Επίσης, εκμαιεύει εκ πλαγίου μία ευρεία συμφωνία για σώρευση σημαντικών ποσών στο κράτος, έτσι ώστε κάθε κυβέρνηση να διευρύνει τις δυνατότητες επιλεκτικής (στην ουσία πελατειακής) αντιμετώπισης διαφόρων πιεστικών (όχι κατ’ ανάγκη αδύναμων) κοινωνικών ομάδων.
Επειδή στη συζήτηση αυτή πάντα φωτογραφίζεται ως «ευγενές» το Ταμείο Νομικών, πέρα από τα προφανή (ένα ταμείο που δίνει μικρές συντάξεις και δεν έχει κλάδο ασθένειας, είναι κάθε άλλο παρά «ευγενές»), οφείλεται ένας ουσιαστικός αντίλογος. Το Ταμείο Νομικών ασφαλίζει κατά κύριο λόγο τους δικηγόρους, δηλαδή μία ανοικτή και μαζική κατηγορία εργαζομένων. Η κατηγορία αυτή διαθέτει ως πρόσθετο χαρακτηριστικό την ασφαλιστική «νεανικότητα», καθώς ο κύριος όγκος της προέκυψε από το πρόσφατο άνοιγμα του επαγγέλματος τη δεκαετία του `70 και συνεχίζει να προκύπτει με το διατηρούμενο από τη δεκαετία του `80 άνοιγμα των νομικών σχολών. Αναμφίβολα τα ανοίγματα αυτά είναι προϊόν κοινωνικών αιτημάτων χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων, που επί χρόνια ήταν αποκλεισμένα είτε από «αριστοκρατικά» επαγγέλματα είτε από την ανώτατη ακαδημαϊκή γνώση. Με αυτό το πρίσμα, τα ποσά που σήμερα καταβάλλονται και από τα στρώματα αυτά στο Ταμείο Νομικών, δεν είναι παρά το αντίτιμο της κοινωνικής αλληλεγγύης για την ομαλή είσοδο νέων επιστημόνων στον επαγγελματικό στίβο. Όσοι, λοιπόν, με ευκολία προτείνουν την αφαίρεση αυτών των πόρων, οφείλουν με την ίδια ειλικρίνεια να ομολογήσουν ότι δεν ενδιαφέρονται για την παράμετρο της εργασιακής περιθωριοποίησης όσων νέων δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στη μοιραία αύξηση των ίδιων εισφορών. Εκτός αν η πρότασή τους εδράζεται στην πεποίθηση ότι οι νέοι αυτοί (και όσοι τους εκπροσωπούν) είναι και αδύναμη και μη πιεστική κοινωνική ομάδα.
Αντίθετα, ως Υπουργός Εξωτερικών η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη δεν έχει καμία αρμοδιότητα σε θέματα άσκησης θρησκευτικών ελευθεριών στο εσωτερικό της χώρας. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στην Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων. Από αυτήν, άρα, θα ανέμενε κανείς την πρόσφατη και απολύτως εύστοχη πρωτοβουλία για την λειτουργία τζαμιού όχι στην Παιανία, αλλά στο Μοναστηράκι, δηλαδή στο κέντρο της χωρικής αρμοδιότητας του Δήμου Αθηναίων και της αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Ας μη γελιόμαστε όμως. Από άποψη κρατικής λειτουργίας, η ανυπαρξία μουσουλμανικού τεμένους στη χώρα εκθέτει περισσότερο απ` όλους τον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Ο λόγος είναι απλός. Εφόσον η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει αναγάγει σε εθνικό θέμα την όπου γης άσκηση της ορθόδοξης λατρείας από έλληνες ή μη, η αξιοπιστία της πλήττεται καίρια όσο στο εσωτερικό της χώρας δεν επικρατούν συνθήκες ανεμπόδιστης άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας για τον οπαδό κάθε θρησκείας ή δόγματος. Από την άλλη, η αναγωγή σε ελληνικό εθνικό θέμα της ορθόδοξης λατρείας στο εξωτερικό αναγορεύει σε ισότιμο συνομιλητή της χώρας κάθε αυτόκλητο ή μη, αρμόδιο ή αναρμόδιο, καλόπιστο ή κακόπιστο υποστηρικτή των ατομικών και συλλογικών ελευθριών αλλόθρησκων πολιτών ή κοινοτήτων.
Αν εκεί στοχεύει, μακάρι η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη να συμβάλει στην απαλλαγή της ελληνικής εξωτερικής από τα τρέχοντα αδιέξοδα. Αν το καταφέρει, ακόμη και μετά από δέκα χρόνια όλοι θα θυμούνται ότι ήταν δική της ιδέα η επαναλειτουγία του τζαμιού στο Μοναστηράκι και όλοι θα έχουν ξεχάσει αυτά που (δεν) έκανε ως δήμαρχος. Για τα τελευταία υπάρχουν οι άλλοι άξιοι άρχοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Μόνο που, λίγο πριν αρχίσει η προεκλογική περίοδος, το μουσουλμανικό νεκροταφείο ή το δημοτικό τζαμί (πόσο μάλλον το νομαρχιακό) ακούγονται σαν τα χθεσινά πρωταπριλιάτικα ανέκδοτα.
Με τη δημοτική συμπολίτευση του Ευόσμου, όμως, συμφώνησε και η τοπική αντιπολίτευση στο δημοτικό συμβούλιο, δηλαδή οι εκπρόσωποι του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ, αφού οι σχετικές αποφάσεις λήφθηκαν ομόφωνα. Οι δικαιολογίες του τύπου «υπήρχε μεγάλη πίεση του κόσμου», «δεν έγινε διάλογος» και «δεν είχαμε ενημερωθεί» απλώς επιβεβαιώνουν το πολιτικό ατόπημα. `Οταν υπάρχει μεγάλη πίεση του «ενός κόσμου», οφείλεις να κινητοποιείς τον «άλλο κόσμο» (αν τον έχεις βέβαια). Αν δεν έγινε διάλογος, φροντίζεις να γίνει (αν έχεις θέσεις βέβαια). Αν πάλι δεν ενημερώθηκες, είναι δικό σου πρόβλημα που ψήφισες ανενημέρωτος.
Οι δημοτικές εκλογές έρχονται. Θυμάμαι ότι πριν τις βουλευτικές ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ απομάκρυνε λόγω της γνωστής τροπολογίας Πάχτα επώνυμους βουλευτές και ισχυρούς υπουργούς από το ψηφοδέλτιο του κόμματος. Δίκαιη ή άδικη, ήταν μία σκληρή απόφαση με στόχο την αποκήρυξη της καθεστωτικής διαφθοράς. Μήπως πριν τις δημοτικές εκλογές είναι απαραίτητο να αποκηρυχθεί με όμοιο τρόπο ο συντηρητισμός και η δυσανεξία στη διαφορετικότητα του συμπολίτη μας; Ειδικά για τη Θεσσαλονίκη και τους δήμους της, η αποκήρυξη αυτή είναι σημαντικότερη από την αποκήρυξη της διαφθοράς. Αλλιώς, αν δηλαδή όλοι συνεχίζουν να ομοφωνούν, οι δημότες του Ευόσμου έχουν κάθε λόγο να επιλέξουν τον καλύτερο στο είδος. Και φαντάζομαι ότι στο είδος της ομόθυμης σύμπλευσης με τα συντηρητικά αντανακλαστικά, κανείς στην αντιπολίτευση δεν δικαιούται να πιστεύει ότι είναι ο καλύτερος.
Για να μην παρεξηγούμαι: η αποκήρυξη των φοβικών και των ρατσιστικών συμπεριφορών δεν είναι προνόμιο της αριστεράς. Κάθε άλλο, είναι δικαίωμα και καθήκον κάθε δημοκρατικού πολίτη, δηλαδή, προφανώς και του πολίτη, που αυτοπροσδιορίζεται ως δεξιός. Απλώς στην πόλη μας η δεξιά παράταξη προτιμά να φιλοφρονεί τα κλειστοφοβικά αισθήματα κάποιων (ψηφοθηρικά κρίσιμων, κατά τη γνώμη της) παρά να εκφράζει τις δημοκρατικές πεποιθήσεις άλλων (όχι, πάντως, και τόσο λίγων).