Κοινοτικός τίτλος σπουδών νομικής ως προϋπόθεση διορισμού δικηγόρου (με αφορμή την ολΣτΕ 2771/2011)

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ, τ.88 Νοε-Δεκ 2011 

1. Η ολΣτΕ 2771/2011 αποτελεί έναν ακόμη ενδιάμεσο σταθμό στην υπερδεκαεξαετή εξώδικη και δικαστική διαδρομή ενός πτυχιούχου νομικής γαλλικού πανεπιστημίου με τελικό προορισμό την εγγραφή του στο μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στην παρούσα στάση κρίθηκε ότι συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας η σιωπηρή άρνηση του ΔΣΑ να χορηγήσει (το 2004!) στον (από το 1995!) ασκούμενό του το «πιστοποιητικό ασκήσεως», που προβλέπεται στο άρθρο 12 παρ.3 ΚωδΔ και προσκομίζεται από τον υποψήφιο δικηγόρο στο Γραμματέα της Εξεταστικής Επιτροπής.

Επόμενη στάση είναι η έκδοση του πιστοποιητικού από τον ΔΣΑ. Σ` αυτό, κατά τη σχολιαζόμενη απόφαση, πρέπει να αιτιολογηθεί αν αντιστοιχούν προς τα προσόντα του πτυχίου του ελληνικού νομικού τμήματος ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου, οι γνώσεις και τα προσόντα που προκύπτουν από το συγκεκριμένο, μη αναγνωρισμένο από ΔΙΚΑΤΣΑ ή ΔΟΑΤΑΠ, πτυχίο νομικής γαλλικού πανεπιστημίου, όπως συμπληρώνονται με άλλες σχετικές γνώσεις και εμπειρία που έχει τυχόν αποκτήσει ο συγκεκριμένος ασκούμενος.

Ανάλογα τώρα με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αυτού είναι ενδεχόμενο να ανοίξει νέα ακυρωτική δίκη με αντικείμενο τη νομιμότητα της αιτιολογίας του. Χωρίς υπερβολή, είναι πιθανό στο πρόσωπο του συγκεκριμένου ασκούμενου να συμπέσει χρονικά ο διορισμός του ως δικηγόρου με την ωρίμανση των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, αν βέβαια είχε την πρόνοια να ασφαλιστεί το 1995 στο Ταμείο Νομικών.

2. Το παραπάνω δια ταύτα είναι το αποτέλεσμα σειράς πολύ εύστοχων παραδοχών, που συνιστούν μία σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία κρίσιμων διατάξεων του ΚωδΔ, αλλά και έναν διακριτικό έλεγχο, πάντα υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, της διοικητικής πρακτικής που ορίζεται, αφενός, από τις εξαιρετικά αργές διαδικασίες αναγνώρισης αλλοδαπών τίτλων και, αφετέρου, από την αμηχανία των δικηγορικών συλλόγων στην αντιμετώπιση του μαζικού αιτήματος εγγραφής στα βιβλία ασκουμένων πτυχιούχων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Ας μην λησμονούμε ότι πολλά από αυτά προσφέρουν είτε πτυχία τριετούς φοίτησης είτε χρόνο φοίτησης στην Ελλάδα.

3. Η απόφαση δέχεται καταρχήν ότι από το άρθρο 10 παρ.1 ΚωδΔ, που δίνει στον ασκούμενο δικηγόρο το δικαίωμα «αυτόνομης» παράστασης σε συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες, συνάγεται ότι η άσκηση συνιστά επαγγελματική δραστηριότητα. Μάλιστα, προς επαλήθευση της θέσης αυτής γίνεται επίκληση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ για τον καθορισμό και την αναπροσαρμογή των αμοιβών των ασκούμενων δικηγόρων από τον δικηγόρο στον οποίον ασκούνται. Η δραστηριότητα αυτή, όμως, δεν είναι ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου και, άρα, δεν διέπεται από τις οδηγίες (δηλαδή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο) που ρυθμίζουν τη δικηγορική κινητικότητα εντός της Ευρωπαϊκής `Ενωσης. Επομένως, η προστασία της κινητικότητάς της θα αναζητηθεί στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή στην ελευθερία κυκλοφορίας και το δικαίωμα εγκατάστασης που κατοχυρώνονται στην Συνθήκη για την `Ιδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για μισθωτούς ή μη εργαζόμενους.

Ακριβώς από τα παραπάνω δικαιώματα προκύπτει ως βασική υποχρέωση των εθνικών αρχών των κρατών μελών της ΕΕ (εν προκειμένω του ΔΣΑ) να λαμβάνουν υπόψη τους τίτλους σπουδών που χορηγήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος (εν προκειμένω το γαλλικό πτυχίο νομικής), όταν εξετάζουν αίτημα ακόμη και δικού τους υπηκόου για άσκηση μίας επαγγελματικής δραστηριότητας (εν προκειμένω του ασκούμενου δικηγόρου).

4. Καινοτομία της σχολιαζόμενης απόφασης (κρίσιμη όπως θα φανεί σε επόμενο στάδιο) συνιστά η παραδοχή ότι, κατά την παραπάνω διαδικασία, η εξέταση του αιτήματος δεν περιορίζεται στον τυπικό έλεγχο της ύπαρξης ή μη ακαδημαϊκής αναγνώρισης από τον οικείο φορέα (ΔΙΚΑΤΣΑ/ΔΟΑΤΑΠ) ή από συμπληρωματικές σπουδές σε ημεδαπό ΑΕΙ. Αντίθετα, πρέπει να πραγματοποιείται για τον κάθε αιτούντα συγκεκριμένος έλεγχος για την αντιστοιχία των προσόντων που πιστοποιούνται με τον κοινοτικό τίτλο σε σχέση με τα προσόντα που πιστοποιεί ο ημεδαπός τίτλος. Αν ο κοινοτικός τίτλος υπολείπεται, τότε ο αιτών δικαιούται να αποδείξει ότι διαθέτει τα υπολειπόμενα προσόντα με άλλον τρόπο, όπως για παράδειγμα με πρακτική άσκηση, επαγγελματική πείρα κλπ.

5. Η απόφαση επισημαίνει ότι κατά τη διαδικασία χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως η νομιμότητα των λοιπών προϋποθέσεων της εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων. `Αρα, δεν είναι νόμιμη η άρνηση χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης με αιτιολογία την εκ των υστέρων κρίση για την (αν)επάρκεια του κοινοτικού τίτλου που προσκομίστηκε κατά την εγγραφή στο βιβλίο ασκουμένων. Στο σημείο αυτό αποδεικνύεται (κατ` αποτέλεσμα) σύμφωνη με το πνεύμα της κοινοτικής νομοθεσίας η πρακτική των δικηγορικών συλλόγων να δέχονται την εγγραφή ασκουμένων που διαθέτουν αλλοδαπούς τίτλους σπουδών χωρίς προσκόμιση βεβαίωσης ισοτιμίας με την (κατ` αποτέλεσμα) λανθασμένη σκέψη ότι θα απαγορεύσουν την πρόσβασή των ασκούμενων αυτών στις εξετάσεις αν δεν αποκτήσουν την ισοτιμία μέχρι τότε.

6. Σε συνέχεια των παραπάνω παραδοχών η τελική σκέψη της σχολιαζόμενης απόφασης είναι ότι η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 3 παρ.3 ΚωδΔ («δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου…») απαιτεί για τον υποψήφιο δικηγόρο, κάτοχο κοινοτικού τίτλου νομικής, που έχει ολοκληρώσει την άσκησή του, να εξετάζεται αν τα τυχόν ελλιπή προσόντα ενός τέτοιου τίτλου, σε σχέση με τον ημεδαπό τίτλο νομικής, συμπληρώνονται από τα ουσιαστικά προσόντα που αποκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαοκτάμηνης άσκησης.

7. Η κρίση αυτή πρέπει να συνδυαστεί με την απόφαση 3177/2007 επίσης της Ολομέλειας του ΣτΕ (σχολιάστηκε στο τ. 65 του Συνήγορου), η οποία εξήγησε ότι, αφού η εξεταστική διαδικασία για το διορισμό των δικηγόρων αρκεί για την τελική διάγνωση των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων, η απόλυτη απαγόρευση έναρξης άσκησης μετά την παρέλευση πενταετίας από τη λήψη του πτυχίου της νομικής (άρθρο 5 παρ.2 ΚωδΔ) παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Από το συνδυασμό αυτό, δηλαδή με ανάλογη ερμηνευτική αξιοποίηση της αρχής της αναλογικότητας και για την εξεταζόμενη περίπτωση, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι τα απαιτούμενα από την εθνική νομοθεσία ουσιαστικά προσόντα για τη συμμετοχή στην εξεταστική διαδικασία των υποψήφιων δικηγόρων, δηλαδή αυτά που πιστοποιεί η κατοχή ημεδαπού ή ισότιμου αλλοδαπού τίτλου σπουδών νομικής, ισοδυναμούν οπωσδήποτε με την κατοχή κοινοτικού τίτλου σπουδών νομικής που συμπληρώνεται με τις γνώσεις και την επαγγελματική εμπειρία της άσκησης. Μακάρι ο συλλογισμός αυτός να συντομεύσει τη διαδρομή προς την είσοδο στο δικηγορικό επάγγελμα του συναδέλφου που προκάλεσε τη σχολιαζόμενη σημαντική νομολογιακή εξέλιξη.

8. Κλείνω με την προσθήκη ότι όμοιες σκέψεις με αυτές της σχολιαζόμενης απόφασης διατυπώνονται και στην ολΣτΕ 2770/2011, η οποία ακύρωσε την άρνηση του ΔΣΑ να εγγράψει στο βιβλίο ασκουμένων κάτοχο βρετανικού πτυχίου -κατά τους ισχυρισμούς της- νομικής, η οποία είχε ήδη αποκτήσει, όμως, και την ιδιότητα της ασκούμενης δικηγόρου σε δικηγορικό σύλλογο του Ηνωμένου Βασιλείου, με μόνη (μη νόμιμη) αιτιολογία τη μη αναγνώριση του επικαλούμενου τίτλου σπουδών.

Ακολουθούν τα κείμενα των σχολιαζόμενων αποφάσεων

ΣτΕ (ολ) 2771/2011
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 3 Απριλίου 2009, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου, που είχε κώλυμα, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Ν. Σακελλαρίου, Θ. Παπαευαγγέλου, Αθ. Ράντος, Ε. Δανδουλάκη, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Αθ. Καραμιχαλέλης, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Β. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Παραμυθιώτης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Αικ. Ρωξάνα, Μ.-Α Τσακάλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Α. Καραμιχαλέλης, Γ. Τσιμέκας, καθώς και η Πάρεδρος Μ. Τσακάλη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3716/2008. Γραμματέας η Α. Τριάδη.
Για να δικάσει την από 8 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση:
του …………….. κατοίκου Βούλας Αττικής (……………..), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Παν. Πανοτόπουλο (A.M. 2998), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ», ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Μ. Τσίπρα (A.M. 21969), που τη διόρισε με πρακτικό του το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της    από 5 Δεκεμβρίου 2006 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητας της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη της από 24.3.2004 αιτήσεως του με την οποία είχε ζητήσει να του χορηγηθεί πιστοποιητικό ασκήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ι. Γράβαρη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο τον αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την εκπρόσωπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που ζήτησε την απόρριψη της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα                       Σκέφθηκε   κατά   το   Νόμο
1. Επειδή, με την από 5.12.2006 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, η παρούσα υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω μείζονος σπουδαιότητας.
2. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του Ν. 3719/2008 (Α`214), του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, τακτικού μέλους της συνθέσεως που δίκασε την υπόθεση, μετέσχε αντ` αυτού στη διάσκεψη ο Σύμβουλος Γ. Τσιμέκας, αναπληρωματικό μέλος της συνθέσεως. (Βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 360/2009).
3. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ` αριθ. 747626 και 882533/2004, σειράς Α`, ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
4. Επειδή, με την εν λόγω αίτηση, ο αιτών, πτυχιούχος νομικής γαλλικού πανεπιστημίου και εγγεγραμμένος ως ασκούμενος στον καθ` ου Δικηγορικό Σύλλογο  Αθηνών (βλ. αναλυτικά κατωτέρω σκ. 11) ζητά να ακυρωθεί η σιωπηρή, από το σύλλογο αυτό, απόρριψη της από 24.3.2004 αιτήσεως του με την οποία είχε ζητήσει να του χορηγηθεί πιστοποιητικό ασκήσεως, προκειμένου να μετάσχει στις εξετάσεις υποψηφίων δικηγόρων.
5. Επειδή, στον Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 (Α`235) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίηση του με το ν. 723/1977 (Α΄100), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αρθρον 3. [...] 2. Δικηγόρος διορίζεται ο επιτυγχάνων εις εξέτασιν επί πρακτικών θεμάτων διεξαγομένην εις την έδραν εκάστου Εφετείου, προκηρυσσομένην κατά Μάρτιον και Σεπτέμβριον εκάστου έτους δι` αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης. 3. Δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου, έχει συμπληρώσει πρακτικήν άσκησιν δέκα οκτώ μηνών παρά δικηγορώ και έχει ηλικίαν [...]. Άρθρον 4. Ο πτυχιούχος οφείλει εντός εξαμήνου από της λήψεως του πτυχίου του, να ζητήση την εγγραφήν του εις ειδικόν βιβλίον του Δικηγορικού Συλλόγου του τόπου ασκήσεως, προσάγων το πτυχίον αυτού ως και βεβαίωσιν του παρ` ω ήρξατο ασκούμενος δικηγόρου. Από της εγγραφής ταύτης λογίζεται αρξαμένη η άσκησις. [...] Άρθρον 5 1. Εκπρόθεσμος εγγραφή επιτρέπεται, κατ` εξαίρεσιν [...]. Άρθρον 8 [...] Ασκούμενος θεωρείται ο πτυχιούχος από της εγγραφής του εις το βιβλίον ασκουμένων του Δικηγορικού Συλλόγου μέχρι και του διορισμού του ως δικηγόρου. Άρθρον 10 1. Διαρκούσης της ασκήσεως ο ασκούμενος δύναται να παρίσταται ενώπιον του Πταισματοδικείου, του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και του Ειρηνοδικείου, προκειμένου περί ενόρκων βεβαιώσεων του άρθρου 671 του Κωδ. Πολ. Δικ. και περί διαφορών διαδικασίας των άρθρων 737, 738 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Τη εγγράφω εντολή του παρ` ω ασκείται Δικηγόρου δύναται ο ασκούμενος να παρίσταται    ενώπιον του Ειρηνοδικείου, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των μικροδιαφορών. 2. Ο ασκούμενος υποχρεούται να συμπαρίσταται μετά του παρ` ω ασκείται Δικηγόρου, ενώπιον των Πρωτοβαθμίων Δικαστηρίων συνυπογράφων τας προτάσεις. 3. Δι` αποφάσεων [...] καθορίζονται τα της διεξαγωγής της πρακτικής ασκήσεως, ο τρόπος ελέγχου ταύτης υπό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ως και τα δικαιώματα και αι υποχρεώσεις των ασκουμένων και των παρ` οις ασκούνται ούτοι δικηγόρων. [...]». Άρθρον 12. 1. Ο ασκούμενος οφείλει να μετάσχει της αμέσως προσεχούς ή μεταπροσεχούς εξετάσεως μετά την συμπλήρωσιν του χρόνου της κατά νόμον ασκήσεως του ή της τυχόν προσθέτου τοιαύτης. Δύναται ο ασκούμενος να γίνη δεκτός και εις μεταγενεστέραν εξέτασιν κατόπιν αποφάσεως του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου, εφ` όσον συντρέχουν εν τω προσώπω του εξαιρετικοί λόγοι. Το πειθαρχικόν Συμβούλιον δύναται να επιβάλη και πρόσθετον άσκησιν. [...] 3. Ο προτιθέμενος να λάβη μέρος εις την εξέτασιν καταθέτει, το βραδύτερον μέχρι της προτεραίας της ενάρξεως της εξετάσεως, αίτησιν περί τούτου εις τον Γραμματέα της Εξεταστικής Επιτροπής. Εις την αίτησιν επισυνάπτονται: α) Πιστοποιητικόν ασκήσεως, β) [...]». Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 194, 201 και 235 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο ν` αποφανθεί επί αιτήματος εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων δικηγορικού συλλόγου, κατά το ανωτέρω άρθρο 4 του κώδικα αυτού, είναι το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου.        6. Επειδή, στη Συνθήκη για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, όπως το κείμενο της ενοποιήθηκε με την κυρωθείσα με το ν. 2691/1999 (Α`47) Συνθήκη του Άμστερνταμ, ορίζεται, στο άρθρο 39 παρ. 1 ότι «εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας», στο άρθρο 40 παρ. 1 ότι « το Συμβούλιο [...] λαμβάνει, με οδηγίες ή κανονισμούς, τα αναγκαία μέτρα για να πραγματοποιηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 39 [...]», στο άρθρο 43 ότι «οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται [...]» και ότι «Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων [...]», στο δε άρθρο 47 παράγραφος 1 ότι «για να διευκολύνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, το Συμβούλιο [...] εκδίδει οδηγίες για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων». Περαιτέρω, στα άρθρα 149 και 150 της Συνθήκης ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 149 1. Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία. 2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο: – [...]. – να ευνοεί την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης διπλωμάτων και περιόδων σπουδών – [...] Άρθρο 150 1. Η Κοινότητα εφαρμόζει πολιτική επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία στηρίζει και συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. 2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο; -[...] – να διευκολύνει την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και την ενίσχυση της κινητικότητας των εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων και ιδίως των νέων. [...]».
7. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 39 και 43 της Συνθήκης κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, ως θεμελιώδεις κοινοτικές ελευθερίες (βλ. και άρθρα 2 και 3 περ. γ), η ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων και το δικαίωμα εγκαταστάσεως, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ελευθερίες αναλήψεως -και    ασκήσεως μη μισθωτών δραστηριοτήτων. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου  των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι δεκτικές αμέσου επικλήσεως από ιδιώτες ενώπιον των εθνικών αρχών, καταλαμβάνουν δε και   τους δικηγόρους (βλ., μεταξύ  άλλων, ΔΕΚ 21.6.1974, C-2/74, Reyners, 28.4.1977, C- 71/76, Thieffry, 12.7.1984, ΟΙ 07/83, ΚΙορρ), παρέχεται η δυνατότητα της   απρόσκοπτης, κατ` αρχήν, επαγγελματικής δραστηριοποίησης των κοινοτικών υπηκόων σε ολόκληρη την Κοινότητα, με συνέπεια να αποκλείονται εθνικά μέτρα που, χωρίς επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, θα καθιστούσαν την άσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων σε ορισμένο κράτος μέλος λιγότερο ελκυστική για τους λοιπούς κοινοτικούς υπηκόους έναντι των υπηκόων του κράτους αυτού. (Βλ., μεταξύ άλλων,   ΔΕΚ 13.3.1993, C-19/92,Kraus, σκ. 32, 30.11.1995, C-55/94, Gebhard, σκ. 37,  14.10.2004, C-299/02, Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών, σκ. 15 και 17,  17.3.2005, C- 109/04, Kranemann, 21.4.2005, C-140/03, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας.). Εξ άλλου, προκειμένου περί «νομικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος»,   επαγγέλματος δηλαδή για την πρόσβαση στο οποίο απαιτείται, κατά τη νομοθεσία ορισμένου κράτους μέλους (εφεξής κράτους υποδοχής), η ύπαρξη προσόντων   πιστοποιούμενων με την κατοχή συγκεκριμένων τίτλων, από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, όπως έχουν επίσης ερμηνευθεί με σειρά αποφάσεων του ΔΕΚ, συνάγονται τα εξής: Όταν οι αρχές του εν λόγω κράτους εξετάζουν αίτηση κοινοτικού υπηκόου (ακόμα και υπηκόου του ίδιου του κράτους αυτού) για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως τέτοιου ως άνω επαγγέλματος, οφείλουν να λαμβάνουν υπ` όψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο   ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος (κράτος προέλευσης), τα οποία συνιστούν νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο κράτος εκείνο.    (Βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ 15.10.1987, C-222/86, Umectef/Heylens, 7.5.1991,       C-340/89, Βλασσοπούλου, σκ. 15 – 16, 8.7.1999, C-234/97, Fernandez de Bobadilia, σκ. 30-31, καθώς και ανωτ. απόφ. Kraus, σκ. 15 – 16). Η υποχρέωση αυτή, όπως το περιεχόμενό της αναλύεται στη συνέχεια, απορρέει ευθέως από τις ανωτέρω περί των κοινοτικών ελευθεριών διατάξεις της Συνθήκης, και είναι ανεξάρτητη από την έκδοση των οδηγιών που προβλέπονται, κατά τα προεκτεθέντα, στις διατάξεις αυτές για να διευκολύνουν περαιτέρω την άσκηση των εν λόγω ελευθεριών. (ΔΕΚ ανωτ.    αποφάσεις Βλασσοπούλου, σκ.  14, Fernandez de Bobadilia, σκ. 28, κατωτ. απόφ. Morgenbesser, σκ. 58 κ.ά. – Τέτοιες ως άνω οδηγίες αποτελούσαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μεταξύ άλλων, η οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, «σχετικά    με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών», ΕΕ L    19, όπως συμπληρώθηκε με την 92/51/ όμοια, ΕΕ L 209, καθώς και η οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 «για   τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος», ΕΕ L. 77). Η ανωτέρω, άλλωστε, υποχρέωση του κράτους υποδοχής να λαμβάνει υπ` όψη τους «κοινοτικούς» τίτλους, ούτε αυτόματη αναγνώριση τους συνιστά ούτε περιορισμό  της αποκλειστικής, κατά τη Συνθήκη, αρμοδιότητας των κρατών μελών να καθορίζουν τα ίδια τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο της οικείας εκπαίδευσης (ανωτ. άρθρα 149 – 150), ελλείψει δε σχετικής εναρμόνισης, και τα επιθυμητά για το συγκεκριμένο επάγγελμα προσόντα. (Βλ., μεταξύ άλλων, ανωτ. αποφάσεις Unectef/Heylens, σκ. 10 κ.επ., Βλασσοπούλου, σκ. 9, καθώς και ΔΕΚ 10.12.2009,   C-345/08, Krzysztof Pesia, σκ.34). Ο λόγος, πράγματι, για τον οποίο επιβάλλεται   η υποχρέωση αυτή δεν είναι η εγγενής, από ακαδημαϊκή άποψη, αξία των πιο πάνω τίτλων αλλά το γεγονός ότι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. (Πρβλ. ΔΕΚ., 19.1.2006, C-330/03, Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos, σκ. 19 και 23, καθώς και 23.10.2008, C-274/05, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, σκ.29-31). Γι αυτό και δεν επιτρέπεται, στην περίπτωση αυτή, να μη λαμβάνονται υπ` όψη εξαιτίας και μόνον διαφορών ως προς την αντίστοιχη εκπαίδευση των κρατών προέλευσης και υποδοχής. (Βλ. ιδίως κατωτ. απόφ. Morgenbesser). Κατά συνέπεια, εκείνο στο οποίο υποχρεούνται οι αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής είναι να προβαίνουν εν πάση περιπτώσει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται για το συγκεκριμένο επάγγελμα από τις εθνικές διατάξεις. Και αν μεν η συγκριτική αυτή εξέταση οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με τους τίτλους του κράτους προέλευσης αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις του, το κράτος υποδοχής υποχρεούται να δεχθεί ότι οι εν λόγω τίτλοι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Αν, αντιθέτως, προκύπτει από τη σύγκριση μερική μόνον αντιστοιχία, δικαιούται να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει με άλλο τρόπο (όπως με γνώσεις που αποκτήθηκαν στο κράτος υποδοχής, πρακτική εξάσκηση και συνακόλουθη επαγγελματική πείρα κ.λπ) τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Εξ άλλου, όταν το κράτος υποδοχής δεν έχει θεσπίσει, σε εθνικό επίπεδο, γενική διαδικασία αναγνωρίσεως της επαγγελματικής ισοτιμίας ή η διαδικασία αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τις ως άνω επιταγές του κοινοτικού δικαίου, τότε το όργανο του κράτους υποδοχής στο οποίο έχει ανατεθεί από την εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει την συνδρομή των προϋποθέσεων προσβάσεως στο συγκεκριμένο επάγγελμα οφείλει να εξετάσει αν το δίπλωμα που απέκτησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος, μαζί με τα λοιπά προσόντα που έχει τυχόν αποκτήσει, κατά τ` ανωτέρω, (πείρα κ.λπ), πρέπει να θεωρηθούν ισότιμα του τίτλου που απαιτείται από την εθνική νομοθεσία για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα, (Για όλα τα ανωτέρω, βλ. και πάλι, μεταξύ άλλων, τις ως άνω αποφάσεις Βλασσοπούλου, σκ. 16 κ.επ., Fernandez de Bobadilla, σκ. 31 κ.επ. Πρβλ. επίσης την ανωτ. Colegio de Ingenieros [...], σκ. 19 κ.επ.).
8. Επειδή, ειδικότερα, προκειμένου περί της πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται σε νομοθεσίες κρατών μελών ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου, από τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, όπως έχουν, στην περίπτωση αυτή, εφαρμοσθεί από το ΔΕΚ – το πρώτον με την κατωτέρω απόφαση Morgenbesser του έτους 2003 -, απορρέουν τα ακόλουθα: α) Η εν λόγω πρακτική άσκηση, προπαρασκευαστική της εισόδου στο επάγγελμα του δικηγόρου, δεν συνιστά, ως εκ τούτου, ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε αυτοτελές «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», κατά την έννοια, αντιστοίχως, των ανωτέρω οδηγιών 98/5 και 89/48. Συνεπώς, οι εν λόγω οδηγίες δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή. (ΔΕΚ, 13.11.2003, C-313/01, Christine Morgenbesser, σκ. 45 – 54, καθώς και ανωτ. απόφ Pesia, σκ. 22- 24). β) Η σχετική περίοδος, ωστόσο (της πρακτικής δικηγορικής άσκησης), καθώς αποτελεί αναγκαία προπαρασκευή για την είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου, πάντως δε, εφ` όσον ενέχει την ανάληψη από τον ασκούμενο δραστηριοτήτων που, κανονικά, αμείβονται (ανεξάρτητα από το ύψος της αμοιβής, είτε από τον πελάτη είτε από το δικηγορικό γραφείο όπου γίνεται η άσκηση), συνιστά δραστηριότητα υπαγόμενη στις ως άνω περί ελευθεριών διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου (άρθρο 39 ή 43 της Συνθήκης, ανάλογα με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης). (Βλ.ανωτ. αποφάσεις Morgenbesser, σκ. 60-61, Pesia, σκ. 25-27. Πρβλ. επίσης ανωτ. απόφαση Krannemann, σκ. 12-18, καθώς και ΔΕΚ, 3.7.1986, C-66/85, Deborah Lawrie – Blum, σκ. 16-22). Κατ` εφαρμογή, επομένως, των εν λόγω διατάξεων, όταν κοινοτικός υπήκοος ζητά να του επιτραπεί να διανύσει σε ορισμένο κράτος μέλος την περίοδο πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, και επικαλείται προς τούτο τίτλους που  έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη δραστηριότητα, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής, οφείλει, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, να λάβει υπ` όψη τους εν λόγω  τίτλους και, συνεκτιμώντας τους στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης της εκπαιδεύσεως και των εν γένει προσόντων του αιτούντος, να εξακριβώσει εάν και   κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και τα κτηθέντα   στο κράτος προελεύσεως προσόντα ή επαγγελματική πείρα, καθώς και η πείρα που έχει ενδεχομένως αποκτήσει ο αιτών στο  κράτος υποδοχής, πληρούν, μερικώς   έστω, τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τελευταίο αυτό κράτος για την πρόσβαση στην επιδιωκόμενη άσκηση. Ειδικότερα, κατά την εν λόγω αξιολόγηση, το κράτος υποδοχής μπορεί να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των απαιτουμένων   από το ίδιο διπλωμάτων με εκείνα του κράτους προελεύσεως, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπ` όψη τις αντίστοιχες διαφορές των εθνικών εννόμων τάξεων. Και αν από τη συγκριτική αυτή εξέταση καταλήγει στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το δίπλωμα του κράτους προελεύσεως αντιστοιχούν με τα απαιτούμενα από τις δικές του διατάξεις, υποχρεούται να δεχθεί ότι το   δίπλωμα αυτό πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις. Αν πάλι, από τη σύγκριση   προκύπτει μερική μόνον αντιστοιχία, δικαιούται να απαιτήσει από τον υποψήφιο να αποδείξει, κατά τ` ανωτέρω, ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Δεν μπορεί όμως να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε από τον αιτούντα στο   κράτος προελεύσεως δεν έχει «επικυρωθεί από Πανεπιστήμιο», δηλαδή δεν έχει   τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής. (Περί των ανωτέρω, βλ. ιδίως την προμνημονευθείσα απόφαση Morgenbesser, σκ. 57-58 και 62-72, εν συνδυασμώ και προς το πραγματικό της κύριας, στην υπόθεση εκείνη, δίκης, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 25-31, καθώς και τη σκέψη 54 της αυτής αποφάσεως.).
9. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, η κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ελληνικού Κώδικα περί δικηγόρων (ανωτ. σκ. 5) πρακτική άσκηση, δεν διέπεται μεν από τις ρυθμίσεις των Οδηγιών 98/5 και 89/48, όπως, προκειμένου περί της τελευταίας αυτής οδηγίας, αβασίμως ισχυρίζεται ο αιτών καθώς όμως η εν λόγω πρακτική άσκηση αποτελεί αναγκαίο προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου, ενέχουσα μάλιστα την εκτέλεση πράξεων δεκτικών αμοιβής [βλ. ιδίως την κατά το ανωτέρω άρθρο 10 του Κώδικα δυνατότητα αυτοπρόσωπης διενέργειας δικηγορικών πράξεων από τον ασκούμενο, καθώς και τα περιεχόμενα στο φάκελο της υποθέσεως πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από 16.10.2000 και 4.7.2006 (απόσπασμα υπ` αριθ. πρωτ. 11153) περί καθορισμού και αναπροσαρμογής, αντιστοίχως, «της αμοιβής των ασκουμένων δικηγόρων»], εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις περί ελευθεριών του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, κατά τα εκτεθέντα επίσης στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης αποφάσεως.
10. Επειδή, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω (σκ. 5) διατάξεις των άρθρων 3 (παρ. 3) και 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ως «πτυχίον αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου», το οποίο, εξομοιούμενο προς «πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού Πανεπιστημίου», απαιτείται, κατά τις διατάξεις αυτές, για την εγγραφή σε ελληνικό δικηγορικό σύλλογο με την ιδιότητα του ασκουμένου, νοείται το αλλοδαπό εκείνο πτυχίο του οποίου έχει αναγνωρισθεί η από ακαδημαϊκής απόψεως ισοτιμία με τον ως άνω ημεδαπό τίτλο, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε σχετικές διατάξεις [κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 741/1977   (Α`314) περί Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της   Αλλοδαπής (ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.) και μετέπειτα ν. 3328/2005 (Α`80) περί επιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.). Βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 3170/2006, 243/2002, 3457/1998, Ολομ.]. Εξ άλλου, από τις αυτές ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, συνάγεται ότι επί υποβολής αιτήσεως για την εγγραφή ασκουμένου σε δικηγορικό σύλλογο, η ιδιότητα του πτυχίου τού οποίου γίνεται επίκληση με την αίτηση, ως πληρούντος νόμιμη προϋπόθεση της εγγραφής, ερευνάται κατά το στάδιο του ελέγχου της αιτήσεως. Εφ` όσον δε χωρήσει η εγγραφή, πράγμα που προϋποθέτει την κατάφαση για το ότι το προσκομιζόμενο πτυχίο συνιστά όντως νόμιμη προϋπόθεση για αυτήν, η τελευταία,   ως ατομική διοικητική πράξη, περιβάλλεται το τεκμήριο της νομιμότητος και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως το κύρος αυτής κατά το μεταγενέστερο στάδιο, κατά το οποίο, με τη συμπλήρωση της άσκησης, ζητείται η λήψη του πιστοποιητικού ασκήσεως για τη συμμετοχή στην εξέταση των υποψηφίων δικηγόρων,   και κατά το οποίο (στάδιο) ερευνάται η συνδρομή των μεταγενεστέρων της     εγγραφής νομίμων προϋποθέσεων (χρόνος πρακτικής άσκησης, παραστάσεις σε δικαστήρια κλπ.). Άλλως βεβαίως έχει το πράγμα εάν, η κατά το μεταγενέστερο αυτό στάδιο διαπίστωση παρανομίας ως προς το ότι το κατεχόμενο από τον ασκούμενο πτυχίο δεν πληροί όντως την αξιουμένη νόμιμη προϋπόθεση για την εγγραφή του στο βιβλίο ασκουμένων, οδηγήσει σε ρητή ανάκληση της εγγραφής από το αρμόδιο διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου, κατά τους όρους ανάκλησης των παράνομων διοικητικών πράξεων, οπότε και δικαιολογείται, κατόπιν αυτού, η άρνηση χορηγήσεως πιστοποιητικού ασκήσεως. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ν. Σακελλαρίου,  Ε.  Αντωνόπουλος και Η. Τσακόπουλος, κατά τη γνώμη των οποίων η ιδιότητα του   πτυχίου, ως πληρούντος προβλεπόμενη στο νόμο προϋπόθεση για τη συμμετοχή στην εξέταση υποψηφίων δικηγόρων, ελέγχεται κατά την κρίση περί χορηγήσεως του απαιτουμένου για την εν λόγω συμμετοχή πιστοποιητικού ασκήσεως. (Πρβλ. και ΣτΕ 472/1958).
11. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών, με την από 27.10.1995 αίτηση του προς τον καθ` ου Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ζήτησε να εγγραφεί στο βιβλίο ασκουμένων του συλλόγου αυτού, επικαλούμενος ως τίτλο σπουδών πτυχίο νομικής (maitrise de droit public) που του είχε χορηγηθεί από το γαλλικό πανεπιστήμιο Lille ΙI (Universite de Lille II – Droit et Sante). Έπειτα από έλεγχο, η αίτηση έγινε δεκτή (βλ. επί του σώματος της σχετική, από 27.10.1995 πράξη) και ο αιτών ενεγράφη στον καθ` ου ως ασκούμενος δικηγόρος με αριθμό μητρώου ………… Στις 23.3.1999 ο αιτών κατέθεσε, -στον καθ` ου αίτηση (υπ` αριθ. πρωτ. 2938/24.3.1999), με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί πιστοποιητικό ασκήσεως προκειμένου να μετάσχει στις εξετάσεις υποψηφίων δικηγόρων της Α` περιόδου του έτους εκείνου. Με την αίτηση αυτή, εκτός των λοιπών σχετικών δικαιολογητικών (βεβαίωση δικηγόρου ότι ασκήθηκε στο γραφείο του, κατάσταση παραστάσεων σε δικαστήρια κ.λπ.), ο αιτών επικαλέσθηκε και πάλι το πιο πάνω πτυχίο του και ισχυρίσθηκε ότι, καθώς, λόγω των επαγγελματικών γνώσεων που πιστοποιούσε, αποτελούσε τον τίτλο που απαιτείτο στη Γαλλία για την πρόσβαση στη δικηγορία, έπρεπε και στην Ελλάδα να ληφθεί υπ` όψη τόσο για την εγγραφή του ως ασκουμένου (όπως και έγινε, κατά τ` ανωτέρω) όσο και για τη λήψη του πιστοποιητικού ασκήσεως και τη συμμετοχή στην εξέταση υποψηφίων δικηγόρων. Τούτο επιβαλλόταν, όπως υποστήριζε ο αιτών στην εν λόγω αίτηση του και το σχετικό «συμπληρωματικό υπόμνημα» που κατέθεσε στις 29.3.1999 (υπ` αριθ. πρωτ. 3110), από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί επαγγελματικής  ισοτιμίας- -  διακεκριμένης  από  την  ακαδημαϊκή – των κοινοτικών τίτλων σπουδών. Εξ άλλου, απόφαση του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. περί αναγνωρίσεως του πτυχίου δεν υπεβλήθη με την πιο πάνω αίτηση, στο σώμα της οποίας σημειώνεται «Το ΔΙΚΑΤΣΑ 1. Αναγνωρίζει ομοταγές το Πανεπιστήμιο 2. Δεν αναγνωρίζει ισότιμο το πτυχίο [...]». Στην αίτηση αυτή ο Σύλλογος δεν απάντησε. Ακολούθησε και άλλη αίτηση, ομοίου περιεχομένου, την οποία ο αιτών κατέθεσε στον καθ` ου στις 23.9.1999 (υπ` αριθ. πρωτ. 8839), και η οποία ομοίως δεν απαντήθηκε. Παράλληλα, το Διοικητικό Συμβούλιο του καθ` ου, κατά την από 27.9.1999 συνεδρίαση του αποφάσισε (κατά πλειοψηφία) ότι σε περιπτώσεις κατόχων πτυχίων νομικής αλλοδαπών πανεπιστημίων που επιθυμούν να εγγραφούν ως ασκούμενοι ή να μετάσχουν σε εξετάσεις υποψηφίων δικηγόρων, πρέπει να προηγείται οπωσδήποτε η αναγνώριση του τίτλου σπουδών τους από το ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε ο αιτών με αίτηση ακυρώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 3501/2004 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την εν λόγω απόφαση η αίτηση απορρίφθηκε, με τη σκέψη ότι η ρητώς προσβαλλόμενη ως άνω πράξη, εκδοθείσα εν είδει εσωτερικής εγκυκλίου, δεν είχε εκτελεστό χαρακτήρα, εάν δε ήθελε θεωρηθεί ότι η αίτηση στρεφόταν καθ` ερμηνεία και κατά των σιωπηρών απορρίψεων των πιο πάνω αιτήσεων του αιτούντος, και πάλι ήταν απορριπτέα ως εκπρόθεσμη και ως προώρως ασκηθείσα, αντιστοίχως. Τέλος, στις 24.3.2004, ο αιτών κατέθεσε στον καθ` ου νέα αίτηση, υπ` αριθ. πρωτ. 2792, ζητώντας εκ νέου να του χορηγηθεί πιστοποιητικό άσκησης για τη συμμετοχή [του] στο διαγωνισμό υποψηφίων δικηγόρων της Α` εξεταστικής περιόδου 2004. [Με το υπ` αριθ. πρωτ. 10906/18.10.2006 έγγραφο του Τμήματος Ασκουμένων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το οποίο, μαζί με αντίγραφο της οικείας εγγραφής στο βιβλίο πρωτοκόλλου, απεστάλη στο Συμβούλιο της Επικρατείας με το υπ` αριθ. 11051/23.10.2006 έγγραφο του καθ` ου, βεβαιώνεται ότι,  όπως προκύπτει από το σχετικό  βιβλίο πρωτοκόλλου, έχει καταχωρηθεί [σ` αυτό] η από 24.3.2004 αίτηση του κ. ………….. για χορήγηση πιστοποιητικού ασκήσεως και έχει λάβει αριθμό πρωτοκόλλου 2792/24.3.2004, πλην όμως το σώμα της εν λόγω αιτήσεως δεν υπάρχει στο αρχείο του Τμήματος [...]». Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως λαμβάνεται υπ` όψη προς συμπλήρωση του φακέλου αντίγραφο της κατατεθείσης ως άνω αιτήσεως, το οποίο προσκομίσθηκε από τον αιτούντα με το από 19.5.2008 έγγραφο προς το Δικαστήριο (αριθ. πρωτ. ΣτΕ Π 2798/27.3.2009) και δεν αμφισβητήθηκε από τον καθ`ου]. Τη σιωπηρή απόρριψη της τελευταίας αυτής αιτήσεως του, τη συναχθείσα από την άπρακτη παρέλευση τριμήνου από της καταθέσεως της, προσβάλλει ήδη ο αιτών με την κρινόμενη αίτηση.
12. Επειδή, σχετικά με την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης διαμορφώθηκαν τρεις γνώμες: Κατά την πρώτη, την οποία υποστήριξαν οι Σύμβουλοι Α. Ράντος, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Α. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Κ. Ευστρατίου, Σ. Χρυσικοπούλου και Β. Καλαντζή, καθώς και ο Πάρεδρος Ι. Σύμπλης, η προσβαλλόμενη σιωπηρή άρνηση ικανοποιήσεως του επίδικου αιτήματος, διαμορφωθείσα υπό το αυτό κρίσιμο πραγματικό και νομικό καθεστώς υπό το οποίο απερρίφθη το αρχικό ως άνω, κατά το έτος 1999, όμοιο αίτημα του αιτούντος, αποτελεί βεβαιωτική πράξη της αρχικής εκείνης απορρίψεως, και, συνεπώς, δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα και απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση. Κατά τη δεύτερη γνώμη, την οποία υποστήριξαν ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Μ. Βροντάκης, οι Σύμβουλοι Θ. Παπαευαγγέλου, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Β. Γρατσίας και Μ. Σταματελάτου – Μπεριάτου, καθώς και η Πάρεδρος Α. Ρωξάνα, η υποβολή του επίδικου αιτήματος εν όψει νέας (έναντι των αρχικών αιτήσεων) εξεταστικής περιόδου, προσδίδει στη σιωπηρή απόρριψη του εν λόγω αιτήματος εκτελεστό χαρακτήρα και, συνεπώς, παραδεκτώς, από την άποψη αυτή, ασκείται η κρινόμενη  αίτηση. Κατά την τρίτη, εξ άλλου, γνώμη, η οποία υποστηρίχθηκε από τους Συμβούλους Α. Θεοφιλοπούλου, Ν. Σακελλαρίου, Ε. Δανδουλάκη, Α.-Γ. Βώρο, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλο, Δ. Γρατσία, Α. Ντέμσια, Σ. Παραμυθιώτη και Η. Τσακόπουλο, εφ` όσον ο αιτών, ως προς τη λήψη υπ` όψη του πτυχίου του, είχε εξ αρχής θεμελιώσει το αίτημα του στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, η μεσολάβηση μεταξύ των αρχικών (1999) σιωπηρών απορρίψεων, και της επανυποβολής του αιτήματος (2004), της εκδόσεως από το ΔΕΚ, το έτος 2003, της αποφάσεως Morgenbesser, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα (ανωτ. σκ. 8), αντιμετωπίσθηκαν για πρώτη φορά τα σχετικά ζητήματα ως προς τους ασκούμενους δικηγόρους, συνιστά κρίσιμο νεώτερο στοιχείο, το οποίο, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, αρκεί για να προσδώσει εκτελεστότητα στην προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη και να καταστήσει, ως εκ τούτου, παραδεκτή την κρινόμενη αίτηση από την άποψη αυτή. Κατόπιν αυτών, επειδή καμμία από τις τρεις ως άνω γνώμες δεν έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία, οι δικαστές που υποστήριξαν τη δεύτερη γνώμη, η οποία έλαβε τις λιγότερες ψήφους, εκλήθησαν, κατ` εφαρμογή του άρθρου 34 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α` 8), να προσχωρήσουν σε μια από τις λοιπές δύο γνώμες. Και ο μεν Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Μ. Βροντάκης και οι Σύμβουλοι Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή και Β. Γρατσίας, καθώς και η Πάρεδρος Α. Ρωξάνα προσεχώρησαν στην πρώτη ως άνω γνώμη, οι δε Σύμβουλοι Θ. Παπαευαγγέλου, Ι. Γράβαρης και Μ. Σταματελάτου – Μπεριάτου προσεχώρησαν στην τρίτη, η οποία έλαβε έτσι την απόλυτη πλειοψηφία, και σύμφωνα με την οποία η κρινόμενη αίτηση, κατά τα προεκτεθέντα, ασκείται, από την εξεταζόμενη άποψη, παραδεκτώς.
13. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς.
14. Επειδή, εφ` όσον ο αιτών είχε, κατά τ` ανωτέρω, εγγραφεί, κανονικά    ως ασκούμενος δικηγόρος και εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένος στον καθ` ου δικηγορικό σύλλογο, ο τελευταίος, εξετάζοντας την επίδικη αίτηση του, όφειλε να αποφανθεί κατά πόσον συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να του χορηγηθεί το πιστοποιητικό ασκήσεως που ζητούσε. Κατά το σχετικό, άλλωστε, στο στάδιο αυτό, έλεγχο της Διοικήσεως, δεν μπορούσαν, κατά τα προεκτεθέντα (ανωτ. σκ. 10), να εξετασθούν παρεμπιπτόντως ζητήματα κύρους της εν λόγω εγγραφής από απόψεως νομιμότητος, αναγόμενης στην ιδιότητα του πτυχίου βάσει του οποίου ο αιτών είχε εγγραφεί στο Σύλλογο, ως πληρούντος νόμιμη προϋπόθεση για τη συντέλεση αυτής της εγγραφής. Επομένως, τα υποστηριζόμενα από τον καθ` ου στο υπόμνημα που παραδεκτώς κατέθεσε στις 13.4.2009, μέσα στην προθεσμία που του χορηγήθηκε στο ακροατήριο, ότι δικαιολογημένα δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα του αιτούντος αφού δεν είχε προσκομίσει προς τούτο «πιστοποιητικό ισοτιμίας [του εν λόγω πτυχίου του] από τον φορέα που ο εθνικός νομοθέτης όρισε ως μόνο αρμόδιο δηλαδή το ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. (ήδη ΔΟΑΤΑΠ)», προϋπόθεση υπό την οποία και τελούσε η εγγραφή του στο Σύλλογο (πράγμα, πάντως, που δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου), είναι εν πάση περιπτώσει αβάσιμα και απορριπτέα. Εξ άλλου, ναι μεν ζητήματα που αφορούν κατά τ` ανωτέρω το ένδικο πτυχίο θα μπορούσαν, κατά τα εκτεθέντα στην αυτή ως άνω σκέψη 10, να εξετασθούν κατά την ενδεχόμενη άσκηση της αρμοδιότητας του καθ` ου να ανακαλέσει ως παράνομη, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς τούτο, την εγγραφή του αιτούντος στο Σύλλογο, στην περίπτωση όμως αυτή, η Διοίκηση, κατ` εφαρμογή των προμνημονευθεισών διατάξεων του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΚ (ανωτ. σκ. 6 – 8), δεν θα έπρεπε να περιορισθεί στο ζήτημα της ακαδημαϊκής και μόνον ισοτιμίας του εν λόγω (κοινοτικού) πτυχίου, αλλά θα όφειλε να λάβει υπ` όψη το πτυχίο αυτό και αφού προβεί σε συνολική συγκριτική αξιολόγηση του με το απαιτούμενο για την εγγραφή ημεδαπό πτυχίο, ως προς τις πιστοποιούμενες, αντιστοίχως, επαγγελματικές γνώσεις και προσόντα, σε συνδυασμό και με τις διαφορές ως προς τις αντίστοιχες έννομες τάξεις, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τον τρόπο ασκήσεως των οικείων επαγγελμάτων κ.λπ, να κρίνει αν οι γνώσεις και τα εν γένει προσόντα του αιτούντος που προκύπτουν από το εν λόγω πτυχίο, καθώς και άλλες τυχόν σχετικές γνώσεις και εμπειρία που έχει τυχόν αποκτήσει (μεταξύ άλλων και από την ίδια την διανυθείσα στον καθ` ου, μετά την εγγραφή του ως ασκουμένου δικηγόρου, περίοδο ασκήσεως), αντιστοιχούν προς τα προσόντα που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις. Και, σε καταφατική μεν περίπτωση να δεχθεί τον πιο πάνω τίτλο, επί τη διαπιστώσει δε μερικής μόνον αντιστοιχίας, να απαιτήσει ενδεχομένως από τον αιτούντα να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τα ελλείποντα προσόντα. Υπό τα δεδομένα, συνεπώς, αυτά, η προσβαλλόμενη σιωπηρή άρνηση του καθ` ου δικηγορικού συλλόγου, να αποφανθεί επί του επιδίκου αιτήματος, συνιστά παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, και πρέπει, ως εκ τούτου, να ακυρωθεί. Η δε υπόθεση να αναπεμφθεί στον καθ` ού Δικηγορικό Σύλλογο προς νόμιμη κρίση.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει, σύμφωνα με το σκεπτικό, την προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη από τον καθ` ου δικηγορικό σύλλογο, του αιτήματος του αιτούντος να του χορηγηθεί πιστοποιητικό ασκήσεως.
Αναπέμπει την υπόθεση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών προς νόμιμη κρίση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου.
Επιβάλλει στον καθ` ου τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.          Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2009 και στις 9 Φεβρουαρίου, 2010
Ο Προεδρεύων                                         Η Γραμματέας
Μ. Βροντάκης                                                             Α. Τριάδη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2011.

ΣτΕ (ολ) 2770/2011
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2009, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου, που είχε κώλυμα, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Ν. Σακελλαρίου, Θ. Παπαευαγγέλου, Αθ. Ράντος, Ε. Δανδουλάκη, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Αθ. Καραμιχαλέλης, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Β. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Παραμυθιώτης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Αικ. Ρωξάνα, Μ.-Α Τσακάλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Α. Καραμιχαλέλης, Γ. Τσιμέκας, καθώς και η Πάρεδρος Μ. Τσακάλη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3716/2008. Γραμματέας η Α. Τριάδη.
Για να δικάσει την από 12 Οκτωβρίου 2004 αίτηση:
της ……………, κατοίκου Ν. Ερυθραίας Αττικής (……….), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Χρ. Βαρδάκα (A.M. 2389), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ», ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Μ. Τσίπρα (A.M. 21969), που τη διόρισε με απόφαση του το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου,
και κατά των παρεμβαινόντων: 1) ……………., κατοίκου Αθηνών (……..), ο οποίος δεν παρέστη, διότι υπέβαλε έγγραφη δήλωση παραίτησης και 2) Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Δημ. Νάση (A.M. 353 Δ.Σ. Ιωαννίνων),          που τον διόρισε με Πρακτικό του ο Δικηγορικός Σύλλογος Ιωαννίνων.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 5 Δεκεμβρίου 2006 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω σπουδαιότητας της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ` αριθμ. 269/193/26-7-2004 απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ι. Γράβαρη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο του παρεμβαίνοντος Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων και την εκπρόσωπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που ζήτησαν την απόρριψη της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του Ν. 3719/2008 (Α`214), του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, τακτικού μέλους της συνθέσεως που δίκασε την παρούσα υπόθεση, μετέσχε αντ` αυτού στη διάσκεψη ο Σύμβουλος Γ. Τσιμέκας, αναπληρωματικό μέλος της συνθέσεως. (Βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 360/2009).
2. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ` αριθ. 570959 και 1161046/2004, σειράς Α`, ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
3. Επειδή, η αίτηση αυτή, με την από 5.12.2006 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, έχει εισαχθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω μείζονος σπουδαιότητας.        4. Επειδή, η αιτούσα, επικαλούμενη τίτλους σπουδών βρετανικών πανεπιστημίων, καθώς και την εγγραφή της ως ασκούμενης σε βρετανικό δικηγορικό σύλλογο (βλ. αναλυτικά κατωτέρω σκ. 16), ζήτησε να εγγραφεί στα μητρώα ασκουμένων δικηγόρων του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η σχετική, από 17.3.2004, αίτηση κατετέθη στον εν λόγω σύλλογο την 18.3.2004, υπ` αριθμό πρωτοκόλλου 2408. Στις 26.7. του ίδιου έτους εκδόθηκε πράξη, υπ` αριθ. 269/193/26.7.2004, υπογραφόμενη από τον πρόεδρο και τον γενικό γραμματέα του συλλόγου αυτού και απευθυνόμενη στην αιτούσα, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Σε απάντηση της υπ` αριθ. πρωτ. 2408/18.3.2004 αίτησής σας, περί εγγραφής σας στα Μητρώα Ασκουμένων ΔΣΑ, σας αναφέρουμε ότι δεν πληροίτε τις προϋποθέσεις εγγραφής σας κατ` άρθρο 3 παρ. 3 Ν.Δ. 3026/1954 (μη κατοχή πτυχίου νομικού τμήματος της Νομικής σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου).». Της πράξεως αυτής, καθώς και «κάθε άλλης συναφούς πράξεως και παραλείψεως», ζητείται ήδη η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση.
5. Επειδή, κατά τα άρθρα 194, 201 και 235 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όργανο αρμόδιο ν` αποφανθεί επί αιτήματος εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων δικηγορικού συλλόγου, κατά το άρθρο 4 του ίδιου Κώδικα, είναι το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου. Ελλείψει δε ειδικής σχετικής προθεσμίας, το εν λόγω αίτημα θεωρείται ότι έχει σιωπηρώς απορριφθεί εφόσον παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή του (άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989).
6. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη, κατά τα προεκτεθέντα, αίτηση της αιτούσας περί εγγραφής της ως ασκούμενης στον καθ` ου δικηγορικό σύλλογο πρέπει να θεωρηθεί ότι απορρίφθηκε σιωπηρώς από το αρμόδιο διοικητικό συμβούλιο με την άπρακτη παρέλευση τριμήνου από την υποβολή της. Η δε επακολουθήσασα, κατά τ` ανωτέρω, πράξη του προέδρου και του γενικού γραμματέα του συλλόγου, οργάνων που μετέχουν, κατ` αρχήν, των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου και φροντίζουν κατά το νόμο για την τήρηση σχετικών πρακτικών (άρθρο 236 ανωτ. Κώδικα), έχει την έννοια της γνωστοποίησης στην αιτούσα του λόγου της πιο πάνω απόρριψης, συνιστώντας, υπό τις συνθήκες αυτές, την αιτιολογία της. Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Ν. Σακελλαρίου, Θ. Παπαευαγγέλου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνη, Α. Χριστοφορίδου, Κ. Ευστρατίου, Β. Γρατσία, Σ. Παραμυθιώτη και Β. Καλαντζή, η πράξη του προέδρου και του γενικού γραμματέα του καθ` ου, ως μεταγενέστερη της συντελέσεως, κατά τα προεκτεθέντα, της σιωπηρής απόρριψης, δεν μπορεί, πάντως, ν` αποτελέσει την αιτιολογία της, και, συνεπώς, συντρέχει, υπό τα δεδομένα αυτά, περίπτωση αναιτιολόγητης απόρριψης του επίδικου αιτήματος.
7. Επειδή, η σιωπηρή, κατά τ` ανωτέρω, απόρριψη του αιτήματος της αιτούσας από το Διοικητικό Συμβούλιο του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αποτελεί τη μόνη εκτελεστή εν προκειμένω πράξη, η οποία και παραδεκτώς, από την άποψη αυτή, συμπροσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, καθ` ερμηνεία του δικογράφου της. Ως εκ τούτου, άλλωστε, νομιμοποιείται εν προκειμένω παθητικώς ο πιο πάνω δικηγορικός σύλλογος, όχι όμως και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κατά του οποίου στρέφεται επίσης, απαραδέκτως κατά τούτο, η κρινόμενη αίτηση. Κατά τα λοιπά, η τελευταία ασκείται παραδεκτώς.
8. Επειδή, υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης παρεμβαίνει ο Δικηγορικός Σύλλογος Ιωαννίνων, ισχυριζόμενος ότι όχι μόνον η πράξη αυτή δεν είναι αντίθετη στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, όπως υποστηρίζεται με την κρινόμενη αίτηση, αλλ` ότι, αντιθέτως, η αναγνώριση αλλοδαπών τίτλων σπουδών, όπως εκείνων της αιτούσας, ως προσόντων για την εγγραφή ασκουμένου δικηγόρου στον καθ` ου, θα παραβίαζε, μεταξύ άλλων, τις περί ισότητας και παιδείας διατάξεις του Συντάγματος και θα υποβάθμιζε την ποιότητα των παρεχομένων νομικών υπηρεσιών. Η εν λόγω παρέμβαση ασκείται παραδεκτώς. Ειδικότερα, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος σχετικά με πράξη, όπως εν προκειμένω, άλλου δικηγορικού συλλόγου, θεμελιώνεται, όπως βασίμως ισχυρίζεται, τόσο στην κατά το άρθρο 6 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων δυνατότητα μετεγγραφής ασκουμένου από ένα δικηγορικό σύλλογο σε άλλον, όσο και στην κατά το άρθρο 199 (περ. δ) του ίδιου Κώδικα μέριμνα των δικηγορικών συλλόγων «περί παντός ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου [...] ως επαγγελματικήν τάξιν [...]».
9. Επειδή, η παρέμβαση που ασκήθηκε υπέρ της αιτούσας, κατά το άρθρο 1 του ν. 2479/1997, από τον …………., δεν είναι εξεταστέα, αφού ο εν λόγω παρεμβαίνων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της παρεμβάσεως του με σχετική από 2.4.2009 δήλωση του προς το Δικαστήριο ( αριθ. πρωτ. ΣτΕ Π 3038/2.4.2009).
10. Επειδή, στη Συνθήκη για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, όπως το κείμενο της ενοποιήθηκε με την κυρωθείσα με το ν. 2691/1999 (Α`47) Συνθήκη του Αμστερνταμ, ορίζεται, στο άρθρο 39 παρ. 1 ότι «εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας», στο άρθρο 40 παρ. 1 ότι « το Συμβούλιο [...] λαμβάνει, με οδηγίες ή κανονισμούς, τα αναγκαία μέτρα για να πραγματοποιηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 39 [...]», στο άρθρο 43 ότι «οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται [...]» και ότι «Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων [...]», στο δε άρθρο 47  παράγραφος 1 ότι «για να διευκολύνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, το Συμβούλιο [...] εκδίδει οδηγίες για την αμοιβαία αναγνώριση    των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων». Περαιτέρω, στα άρθρα 149 και 150 της Συνθήκης ορίζονται τα εξής: «Αρθρο 149 1. Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία. 2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο: – [...]. – να ευνοεί την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης διπλωμάτων και περιόδων σπουδών – [...] Άρθρο 150 1. Η Κοινότητα εφαρμόζει πολιτική επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία στηρίζει και συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. 2. Η δράση της Κοινότητας έχει ως στόχο: -[...] – να διευκολύνει την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και την ενίσχυση της κινητικότητας των εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων και ιδίως των νέων. [...]».
11. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 39 και 43 της Συνθήκης κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, ως θεμελιώδεις κοινοτικές ελευθερίες (βλ. και άρθρα 2 και 3 περ. γ), η ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων και το δικαίωμα εγκαταστάσεως, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ελευθερίες αναλήψεως και ασκήσεως μη μισθωτών δραστηριοτήτων. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι δεκτικές αμέσου επικλήσεως από ιδιώτες ενώπιον των εθνικών αρχών, καταλαμβάνουν δε και τους δικηγόρους (βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ 21.6.1974, C-2/74, Reyners, 28.4.1977, C- 71/76, Thieffry, 12.7.1984, C-107/83, ΚΙορρ), παρέχεται η δυνατότητα της απρόσκοπτης, κατ` αρχήν, επαγγελματικής δραστηριοποίησης των κοινοτικών υπηκόων σε ολόκληρη την Κοινότητα, με συνέπεια να αποκλείονται εθνικά μέτρα που, χωρίς επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, θα καθιστούσαν την άσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων σε ορισμένο κράτος μέλος λιγότερο ελκυστική για τους λοιπούς κοινοτικούς υπηκόους έναντι των υπηκόων του κράτους αυτού. (Βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ13.3.1993, C-19/92, Kraus, σκ. 32, 30.11.1995, C-55/94, Gebhard, σκ. 37, 14.10.2004, C-299/02, Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών, σκ. 15 και 17, 17.3.2005, C-109/04, Kranemann, 21.4.2005, C- 140/03, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας.). Εξ άλλου, προκειμένου περί «νομικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος», επαγγέλματος δηλαδή για την πρόσβαση στο οποίο απαιτείται, κατά τη νομοθεσία ορισμένου κράτους μέλους (εφεξής κράτους υποδοχής), η ύπαρξη προσόντων πιστοποιούμενων με την κατοχή συγκεκριμένων τίτλων, από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, όπως έχουν επίσης ερμηνευθεί με σειρά αποφάσεων του ΔΕΚ, συνάγονται τα εξής: Όταν οι αρχές του εν λόγω κράτους εξετάζουν αίτηση κοινοτικού υπηκόου (ακόμα και υπηκόου του ίδιου του κράτους αυτού) για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως τέτοιου ως άνω επαγγέλματος, οφείλουν να λαμβάνουν υπ` όψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος (κράτος προέλευσης), τα οποία συνιστούν νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στο κράτος εκείνο. (Βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ 15.10.1987, C-222/86, Umectef/Heylens, 7.5.1991, C-340/89, Βλασσοπούλου, σκ. 15 – 16, 8.7.1999, C-234/97, Fernandez de Bobadilia, σκ. 30-31, καθώς και ανωτ. απόφ. Kraus, σκ. 15 – 16). Η υποχρέωση αυτή, όπως το περιεχόμενο της αναλύεται στη συνέχεια, απορρέει ευθέως από τις ανωτέρω περί των κοινοτικών ελευθεριών διατάξεις της Συνθήκης, και είναι ανεξάρτητη από την έκδοση των οδηγιών που προβλέπονται, κατά τα προεκτεθέντα, στις διατάξεις αυτές για να διευκολύνουν περαιτέρω την άσκηση των εν λόγω ελευθεριών. (ΔΕΚ ανωτ.    αποφάσεις Βλασσοπούλου, σκ. 14, Fernandez de Bobadilla, σκ. 28, κατωτ, απόφ. Morgenbesser, σκ. 58 κ.ά. – Τέτοιες ως άνω οδηγίες αποτελούσαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μεταξύ άλλων, η οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, «σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών», ΕΕ L 19, όπως συμπληρώθηκε με την 92/51/ όμοια, ΕΕ L 209, καθώς και η οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 «για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος», ΕΕ L. 77). Η ανωτέρω, άλλωστε, υποχρέωση του κράτους υποδοχής να λαμβάνει υπ` όψη τους «κοινοτικούς» τίτλους ούτε αυτόματη αναγνώριση τους συνιστά ούτε περιορισμό της αποκλειστικής, κατά τη Συνθήκη, αρμοδιότητας των κρατών μελών να καθορίζουν τα ίδια τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο της οικείας εκπαίδευσης (ανωτ. άρθρα 149 – 150), ελλείψει δε σχετικής εναρμόνισης, και τα επιθυμητά για το συγκεκριμένο επάγγελμα προσόντα. (Βλ., μεταξύ άλλων, ανωτ. αποφάσεις Unectef/Heylens, σκ. 10 κ.επ., Βλασσοπούλου, σκ. 9, καθώς και ΔΕΚ 10.12.2009, C-345/08, Krzysztof Pesla, σκ.34). Ο λόγος, πράγματι, για τον οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση αυτή δεν είναι η εγγενής, από ακαδημαϊκή άποψη, αξία των πιο πάνω τίτλων αλλά το γεγονός ότι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα. (Πρβλ. ΔΕΚ., 19.1.2006, C-330/03, Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos, σκ. 19 και 23, καθώς και 23.10.2008, C- 274/05, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, σκ.29-31). Γι αυτό και δεν επιτρέπεται, στην περίπτωση αυτή, να μη λαμβάνονται υπ` όψη εξαιτίας και μόνον διαφορών ως προς την αντίστοιχη εκπαίδευση των κρατών προέλευσης και υποδοχής. (Βλ. ιδίως κατωτ. απόφ. Morgenbesser). Κατά συνέπεια, εκείνο στο οποίο υποχρεούνται οι αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής είναι να προβαίνουν εν πάση περιπτώσει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται για το συγκεκριμένο επάγγελμα από τις εθνικές διατάξεις. Και αν μεν η συγκριτική αυτή εξέταση οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με τους τίτλους του κράτους προέλευσης αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις του, το κράτος υποδοχής υποχρεούται να δεχθεί ότι οι εν λόγω τίτλοι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Αν, αντιθέτως, προκύπτει από τη σύγκριση μερική μόνον αντιστοιχία, δικαιούται να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει με άλλο τρόπο (όπως με γνώσεις που αποκτήθηκαν στο κράτος υποδοχής, πρακτική εξάσκηση και συνακόλουθη επαγγελματική πείρα κλπ) τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Εξ άλλου, όταν το κράτος υποδοχής δεν έχει θεσπίσει, σε εθνικό επίπεδο, γενική διαδικασία αναγνωρίσεως της επαγγελματικής ισοτιμίας ή η διαδικασία αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τις ως άνω επιταγές του κοινοτικού δικαίου, τότε το όργανο του κράτους υποδοχής στο οποίο έχει ανατεθεί από την εθνική νομοθεσία η αρμοδιότητα να ελέγχει την συνδρομή των προϋποθέσεων προσβάσεως στο συγκεκριμένο επάγγελμα οφείλει να εξετάσει αν το δίπλωμα που απέκτησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος, μαζί με τα λοιπά προσόντα που έχει τυχόν αποκτήσει, κατά τ` ανωτέρω, (πείρα κ.λπ), πρέπει να θεωρηθούν ισότιμα του τίτλου που απαιτείται από την εθνική νομοθεσία για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα. (Για όλα τα ανωτέρω, βλ. και πάλι, μεταξύ άλλων, τις ως άνω αποφάσεις Βλασσοπούλου, σκ. 16 κ.επ., Fernandez de Bobadilla, σκ. 31 κ.επ. Πρβλ. επίσης την ανωτ. Colegio de Ingenieros [...], σκ. 19 κ.επ.).
12. Επειδή, ειδικότερα, προκειμένου περί της πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται σε νομοθεσίες κρατών μελών ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στο επάγγελμα- του   δικηγόρου, από τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, όπως έχουν, στην περίπτωση αυτή, εφαρμοσθεί από το ΔΕΚ, απορρέουν τα ακόλουθα: α) Η εν λόγω πρακτική άσκηση, προπαρασκευαστική της εισόδου στο επάγγελμα του δικηγόρου, δεν συνιστά, ως εκ τούτου, ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε αυτοτελές «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», κατά την έννοια, αντιστοίχως, των ανωτέρω οδηγιών 98/5 και 89/48. Συνεπώς, οι εν λόγω οδηγίες δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή. (ΔΕΚ, 13.11.2003, C-313/01, Christine Morgenbesser, σκ. 45 – 54, καθώς και ανωτ. απόφ Pesla, σκ. 22-24). β) Η σχετική περίοδος, ωστόσο (της πρακτικής δικηγορικής άσκησης), καθώς αποτελεί αναγκαία προπαρασκευή για την είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου, πάντως δε, εφ` όσον ενέχει την ανάληψη από τον ασκούμενο δραστηριοτήτων που, κανονικά, αμείβονται (ανεξάρτητα από το ύψος της αμοιβής, είτε από τον πελάτη είτε από το δικηγορικό γραφείο όπου γίνεται η άσκηση), συνιστά δραστηριότητα υπαγόμενη στις ως άνω περί ελευθεριών διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου (άρθρο 39 ή 43 της Συνθήκης, ανάλογα με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης). (Βλ.ανωτ. αποφάσεις Pesla, σκ. 25-27, Morgenbesser, σκ. 60-61. Πρβλ. επίσης ανωτ. απόφαση Krannemann, σκ. 12-18, καθώς και ΔΕΚ, 3.7.1986, C-66/85, Deborah Lawrie – Blum, σκ. 16-22). Κατ` εφαρμογή, επομένως, των εν λόγω διατάξεων, όταν κοινοτικός υπήκοος ζητεί να του επιτραπεί να διανύσει σε ορισμένο κράτος μέλος την περίοδο πρακτικής ασκήσεως που προβλέπεται στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, και επικαλείται προς τούτο τίτλους που έχει αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο κράτος εκείνο για την πρόσβαση σε αντίστοιχη πρακτική άσκηση, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής, οφείλει, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, να λάβει υπ` όψη τους εν λόγω τίτλους και, συνεκτιμώντας τους στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης της   εκπαιδεύσεως και των εν γένει προσόντων του αιτούντος, να εξακριβώσει εάν και κατά πόσον οι γνώσεις που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και τα κτηθέντα στο κράτος προελεύσεως προσόντα ή επαγγελματική πείρα, καθώς και η πείρα που έχει ενδεχομένως αποκτήσει ο αιτών στο κράτος υποδοχής, πληρούν, μερικώς έστω, τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται στο τελευταίο αυτό κράτος για την πρόσβαση στην επιδιωκόμενη άσκηση. Ειδικότερα, κατά την εν λόγω αξιολόγηση, το κράτος υποδοχής μπορεί να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των απαιτουμένων από το ίδιο διπλωμάτων με εκείνα του κράτους προελεύσεως, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπ` όψη τις αντίστοιχες διαφορές των εθνικών εννόμων τάξεων. Και αν από τη συγκριτική αυτή εξέταση καταλήγει στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με το δίπλωμα του κράτους προελεύσεως αντιστοιχούν με τα απαιτούμενα από τις δικές του διατάξεις, υποχρεούται να δεχθεί ότι το δίπλωμα αυτό πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις. Αν πάλι, από τη σύγκριση προκύπτει μερική μόνον αντιστοιχία, δικαιούται να απαιτήσει από τον υποψήφιο να αποδείξει, κατά τ» ανωτέρω, ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν. Δεν μπορεί όμως να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι πτυχίο νομικής που αποκτήθηκε από τον αιτούντα στο κράτος προελεύσεως δεν έχει «επικυρωθεί από πανεπιστήμιο», δηλαδή δεν έχει τύχει ακαδημαϊκής αναγνώρισης στο κράτος υποδοχής. (Περί των ανωτέρω, βλ. ιδίως την προμνημονευθείσα απόφαση Morgenbesser, σκ. 57- 58 και 62-72, εν συνδυασμώ και προς το πραγματικό της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 25-31, καθώς και τη σκέψη 54 της αυτής αποφάσεως.).
13. Επειδή, στον ελληνικό Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 (Α`235) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίηση του με το ν. 723/1977 (ΑΊ00), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αρθρον 3. [.......] 2. Δικηγόρος διορίζεται ο επιτυγχάνων εις εξέτασιν επί πρακτικών θεμάτων [...] 3. Δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου, έχει συμπληρώσει πρακτικήν άσκησιν δέκα οκτώ μηνών παρά δικηγορώ και έχει ηλικίαν [....]. Άρθρον 4. Ο πτυχιούχος οφείλει εντός εξαμήνου από της λήψεως του πτυχίου του, να ζήτηση την εγγραφήν του εις ειδικόν βιβλίον του Δικηγορικού Συλλόγου του τόπου ασκήσεως, προσάγων το πτυχίον αυτού ως και βεβαίωσιν του παρ` ω ήρξατο ασκούμενος δικηγόρου. Από της εγγραφής ταύτης λογίζεται αρξαμένη η άσκησις. [...] Άρθρον 5 1. Εκπρόθεσμος εγγραφή επιτρέπεται, κατ` εξαίρεσιν [...]. Άρθρον 8 [....] Ασκούμενος θεωρείται ο πτυχιούχος από της εγγραφής του εις το βιβλίον ασκουμένων του Δικηγορικού Συλλόγου μέχρι και του διορισμού του ως δικηγόρου. Άρθρον 10 1. Διαρκούσης της ασκήσεως ο ασκούμενος δύναται να παρίσταται ενώπιον του Πταισματοδικείου, του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και του Ειρηνοδικείου, προκειμένου περί ενόρκων βεβαιώσεων του άρθρου 671 του Κωδ. Πολ. Δικ. και περί διαφορών διαδικασίας των άρθρων 737, 738 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Τη εγγράφω εντολή του παρ` ω ασκείται Δικηγόρου δύναται ο ασκούμενος να παρίσταται ενώπιον του Ειρηνοδικείου, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των μικροδιαφορών. 2. Ο ασκούμενος υποχρεούται να συμπαρίσταται μετά του παρ` ω ασκείται Δικηγόρου, ενώπιον των Πρωτοβαθμίων Δικαστηρίων συνυπογράφων τας προτάσεις. 3. ΔΓ αποφάσεων [...] καθορίζονται τα της διεξαγωγής της πρακτικής ασκήσεως, ο τρόπος ελέγχου ταύτης υπό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ως και τα δικαιώματα και αι υποχρεώσεις των ασκουμένων και των παρ` οις ασκούνται ούτοι δικηγόρων. [...]».
14. Επειδή, η πρακτική άσκηση, κατά τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων, δεν διέπεται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 12, από τις ρυθμίσεις των Οδηγιών 98/5 και 89/48, και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αιτούσα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Καθώς όμως η εν λόγω άσκηση αποτελεί αναγκαίο προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου, ενέχουσα μάλιστα την εκτέλεση πράξεων δεκτικών αμοιβής [βλ. ιδίως την κατά το ανωτέρω άρθρο 10 του Κώδικα δυνατότητα αυτοπρόσωπης διενέργειας δικηγορικών πράξεων από τον ασκούμενο, καθώς και τα περιεχόμενα στο φάκελο της υποθέσεως πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από 16.10.2000 και 4.7.2006 (απόσπασμα υπ` αριθ. πρωτ. 11153) περί καθορισμού και αναπροσαρμογής, αντιστοίχως, «της αμοιβής των ασκουμένων δικηγόρων»], εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις περί ελευθεριών του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, κατά τα εκτεθέντα επίσης στην αυτή ως άνω σκέψη 12 της παρούσης αποφάσεως.
15. Επειδή, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες (σκ. 13) διατάξεις των άρθρων 3 (παρ. 3) και 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ως «πτυχίον αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου», το οποίο, εξομοιούμενο προς «πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού Πανεπιστημίου», απαιτείται για την εγγραφή σε ελληνικό δικηγορικό σύλλογο με την ιδιότητα του ασκουμένου, νοείται το αλλοδαπό εκείνο πτυχίο του οποίου έχει αναγνωρισθεί η από ακαδημαϊκής απόψεως ισοτιμία με τον ως άνω ημεδαπό τίτλο, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε σχετικές διατάξεις [κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 741/1977 (Α`314) περί Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.) και μετέπειτα ν. 3328/2005 (Α`80) περί Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.). Βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 3170/2006, 243/2002, 3457/1998, Ολομ.].
16. Επειδή, εν προκειμένω, η αιτούσα, στην ένδικη αίτησή της προς  τον «καθ`   ου Δικηγορικό Σύλλογο (βλ.ανωτ. σκέψη 4) ανέφερε συγκεκριμένα τα εξής: «[...] Έχω την τιμή να σας θέσω υπόψη τα ακόλουθα: Με δεδομένα α) την υπ` εμού κτήση πτυχίου ΒΑ στην Αγγλική Λογοτεχνία του Πανεπιστημίου Buckingham της Μεγάλης Βρετανίας, β) Την εν συνεχεία απονομή του μεταπτυχιακού τίτλου ΜΑ στην Εγκληματολογία του Πανεπιστημίου Leicester της Μεγάλης Βρετανίας (σχετικό 1), έγινα δεκτή από το Πανεπιστήμιο του Westminster της Μεγάλης Βρετανίας , για απόκτηση πτυχίου Νομικής και αναγνώρισης ασκήσεως επαγγέλματος δικηγόρου. Ειδικότερα: 1. Κατέστην πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Westminster (Graduate Diploma in Law, School of Law, University of Westminster) (σχετικό 2). 2. Απέκτησα, στη συνέχεια των ως άνω σπουδών μου, το πτυχίο της Νομικής Πρακτικής (Postgraduate Diploma in Legal Practice Course) το οποίο συνιστά νομιμοποιητικό (προϋπόθεση) έναρξης του επαγγέλματος του ασκούμενου δικηγόρου στο Ηνωμένο Βασίλειο (σχετικό 3). 3. Με βάση τα ως άνω, ενεγράφην ως ασκούμενη δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αγγλίας και Ουαλλίας (Student member of the Law Society of England and Wales) [σχετικά 4(α), (β) και (γ)]. 4. Ήδη εκρίθη δικαστικώς ότι οι ασκούμενοι δικηγόροι, ή οι κεκτημένοι τα προσόντα να καταστούν ασκούμενοι δικηγόροι σε Ευρωπαϊκή χώρα, νομιμοποιούνται για εγκατάσταση, άσκηση και επαγγελματική παροχή των υπηρεσιών τους σε οποιαδήποτε άλλη χώρα – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει των άρθρων 39 & 43 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης [βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-313/01 (Christine Morgenbesser v Consiglio dell` Ordine degli avvocati di Genova), Λουξεμβούργο 13-11-2003] (σχετικό 5). 5. Προς διευκόλυνση του όλου νομικού (κατά το Ευρωπαϊκό κοινοτικό νομοθετικό καθεστώς) πλέγματος και την βάσ [ει] αυτού νόμιμη αξίωση μου για παραδοχή της παρούσης προσάγω την από 22-01-2004 γνωμοδότηση [...] Επειδή η Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής  Κοινότητας κατοχυρώνει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας (Άρθρο 39) καθώς και το δικαίωμα εγκατάστασης (Άρθρο 43). [...] ΑΙΤΟΥΜΑΙ Να γίνει δεκτή η παρούσα Να με εγγράψετε στα μητρώα ασκούμενων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, χορηγώντας μου παράλληλα ταυτότητα ασκούμενης δικηγόρου, προκειμένου να ασκήσω, νομίμως και ακωλύτως, το επάγγελμα της ασκούμενης δικηγόρου.».
17. Επειδή, με την πιο πάνω αίτησή της η αιτούσα επικαλέσθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, (προσκομίζοντας τους), συγκεκριμένους τίτλους σπουδών βρετανικών πανεπιστημίων, μεταξύ των οποίων και «πτυχία νομικής», βάσει των οποίων, όπως ισχυρίσθηκε (καταθέτοντας σχετικά στοιχεία), είχε εγγραφεί ως ασκούμενη δικηγόρος σε δικηγορικό σύλλογο του Ηνωμένου Βασιλείου. Ζήτησε δε, εν όψει των ανωτέρω, να εγγραφεί, αντιστοίχως, ως ασκούμενη, στον καθ` ου δικηγορικό σύλλογο, σύμφωνα με τις προμνημονευθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και τη νομολογία Morgenbesser. To αίτημα αυτό απορρίφθηκε, κατά τα εκτεθέντα στις σκέψεις 4 – 6, με μόνη αιτιολογία ότι δεν πληρούσε «τις προϋποθέσεις εγγραφής κατ` άρθρο 3 παρ. 3 ΝΔ. 3026/1954 (μη κατοχή πτυχίου νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου.)», χωρίς καμιά περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο των τίτλων σπουδών της αιτούσας ή στον τρόπο ασκήσεως της δικηγορίας στο κράτος προελεύσεως (ζητήματα που, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξετασθούν από το Δικαστήριο πρωτογενώς, αφού δεν υφίσταται προηγούμενη περί αυτών κρίση της Διοικήσεως, κατά την παρούσα δίκη). Με τα δεδομένα αυτά, από την ως άνω αιτιολογία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της επίδικης αίτησης εγγραφής, προκύπτει ότι η τελευταία απορρίφθηκε από τον καθ` ου για το λόγο ότι τα προσκομισθέντα από την αιτούσα πτυχία δεν ήταν αναγνωρισμένα κατά το άρθρο 3 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν είχαν,   δηλαδή, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη (ανωτ. σκ. 15), αναγνωρισθεί από ακαδημαϊκή άποψη ως ισότιμα με πτυχίο νομικού τμήματος νομικής σχολής ελληνικού πανεπιστημίου. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Α. Ράντος, Μ. Καραμανώφ, Α. Χριστοφορίδου, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Ε. Αντωνόπουλος, Β. Γρατσίας, Σ. Παραμυθιώτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Β. Καλαντζή, καθώς και ο Πάρεδρος Ι. Σύμπλης, οι οποίοι διατύπωσαν την γνώμη ότι το εν προκειμένω υποβληθέν από την αιτούσα αίτημα αφορούσε την εγγραφή της ως ασκούμενης δικηγόρου στον οικείο εθνικό Δικηγορικό Σύλλογο, επί τη βάσει των υποβληθέντων από αυτήν τίτλων σπουδών, οι οποίοι δεν περιελάμβαναν πτυχίο νομικής σχολής τουλάχιστον τριετούς διαρκείας, και του γεγονότος ότι αυτή, βάσει των ανωτέρω τίτλων, είχε εγγραφεί ως ασκούμενη σε άλλο κράτος μέλος για επάγγελμα μη ταυτιζόμενο με το δικηγορικό, όπως αυτό οργανώνεται στο κράτος υποδοχής, αλλά, εν όψει του εντελώς διαφορετικού τρόπου οργανώσεως του επαγγέλματος στο κράτος προέλευσης και των υποδιακρίσεων που αναγνωρίζονται σ` αυτό, για επάγγελμα απλώς συναφές με αυτό, η δε απόρριψη του αιτήματος έγινε με την αιτιολογία ότι οι υποβληθέντες από αυτήν τίτλοι σπουδών δεν περιελάμβαναν πτυχίο νομικής. Ότι αυτή μόνον ήταν η έννοια του υποβληθέντος αιτήματος και της προσβαλλομένης απορρίψεως του και όχι η απόρριψη για τον λόγο ότι ο αλλοδαπός τίτλος σπουδών της αιτούσης δεν είχε αναγνωρισθεί, κατά την εθνική νομοθεσία, ως ισότιμος με τους αντίστοιχους ημεδαπούς τίτλους σπουδών, και ότι με αυτή την έννοια θα έπρεπε να χωρήσει η περαιτέρω εξέταση της υποθέσεως, προκύπτει από την κοινή περί αυτού αντίληψη τόσο της αιτούσης, όσο και του καθ` ου Δικηγορικού Συλλόγου, αλλά και της Διοικήσεως και της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Αυτό συνάγεται τόσο από το περιεχόμενο της προς τον Σύλλογο αιτήσεως και της επ` αυτού προσβαλλομένης απαντήσεως, όσο και από τις επ` αυτού διευκρινίσεις της αιτούσης, όπως εκτίθενται στο παραδεκτώς κατατεθέν από 8.4.2009 υπόμνημα της, του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, όπως εκτίθενται στο από 13.4.2009 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα του, και της Διοικήσεως, όπως προκύπτει από το ευρισκόμενο στον φάκελο της υποθέσεως υπ` αριθ. πρωτ. 87770/15-9-2006 έγγραφο του Τμήματος Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, από το οποίο, μάλιστα, αλλά και από άλλα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει επί πλέον ότι την αυτή αντίληψη για το ακριβές περιεχόμενο της προσβαλλομένης αρνήσεως έχει και η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία, για τον λόγο αυτόν, δεν προώθησε αλλά έθεσε στο αρχείο αρξάμενη διαδικασία παραβάσεως κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, κατά το άρθρο 226 Συνθ. ΕΚ (ήδη άρθρο 258 Συνθ. ΕΕ), για την συγκεκριμένη υπόθεση.
18. Επειδή, η πιο πάνω αιτιολογία απόρριψης του επίδικου αιτήματος δεν είναι νόμιμη. Διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγούμενες σκέψεις (11 – 12), εφ` όσον η αιτούσα επικαλέσθηκε, πάντως, «πτυχία νομικής» τα οποία απέκτησε σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ην. Βασίλειο) και τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν – όπως και χρησιμοποιήθηκαν – στο κράτος εκείνο για την εγγραφή της ως ασκούμενης σε δικηγορικό σύλλογο, ο καθ` ου, στον οποίο, υπό τα δεδομένα αυτά, ζήτησε να εγγραφεί ομοίως ως ασκούμενη, δεν μπορούσε να της αρνηθεί την εγγραφή με μόνη την αιτιολογία της έλλειψης ακαδημαϊκής αναγνώρισης των τίτλων της. Όφειλε, αντιθέτως, στην περίπτωση αυτή, το αρμόδιο για την εγγραφή όργανο (εφ` όσον δεν προβλεπόταν ειδική σχετική διαδικασία) να λάβει υπ` όψη τους εν λόγω τίτλους και αφού προβεί σε συνολική συγκριτική αξιολόγηση τους με το απαιτούμενο για την εγγραφή ημεδαπό πτυχίο, ως προς τις γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με αυτά, σε συνδυασμό και με τις διαφορές ως προς τις αντίστοιχες έννομες τάξεις, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τον τρόπο ασκήσεως των οικείων επαγγελμάτων κ`.λπ, να κρίνει αν οι γνώσεις  και τα εν γένει προσόντα της αιτούσης που προκύπτουν από τους τίτλους αυτούς, καθώς και άλλες τυχόν σχετικές γνώσεις και εμπειρία που έχει τυχόν αποκτήσει, αντιστοιχούν προς τα προσόντα που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις. Και, σε καταφατική μεν περίπτωση να δεχθεί τους πιο πάνω τίτλους, επί τη διαπιστώσει δε μερικής μόνον αντιστοιχίας, να απαιτήσει ενδεχομένως από την αιτούσα να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τα ελλείποντα προσόντα. Για το λόγο, συνεπώς, αυτό, ο οποίος βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόρριψη από το διοικητικό συμβούλιο του καθ` ου δικηγορικού συλλόγου του αιτήματος της αιτούσας να εγγραφεί στα μητρώα του ως ασκούμενη πρέπει να ακυρωθεί, προκειμένου να χωρήσει νέα, νόμιμη, κατά τ` ανωτέρω, κρίση του εν λόγω αιτήματος τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον καθ` ου και τον παρεμβαίνοντα Δικηγορικό Σύλλογο Ιωαννίνων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Απορριπτέα δε, κατόπιν αυτών, είναι η παρέμβαση του τελευταίου αυτού συλλόγου στο σύνολο της.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει, σύμφωνα με το σκεπτικό, την προσβαλλόμενη απόρριψη από το διοικητικό συμβούλιο του καθ` ου δικηγορικό συλλόγου, του αιτήματος της αιτούσας να εγγραφεί στο σύλλογο αυτό ως ασκούμενη.
Αναπέμπει την υπόθεση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών προς νέα νόμιμη κρίση.
Απορρίπτει την παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου.
Επιβάλλει συμμέτρως στον καθ` ου και τον ως άνω παρεμβαίνοντα σύλλογο τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.          Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009 και στις 9 Φεβρουαρίου 2010
Προεδρεύων  Αντιπρόεδρος                             Η Γραμματέας
Μ. Βροντάκης                                                          Α. Τριάδη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 23ης  Σεπτεμβρίου 2011.

About these ads