12705727_10203971545408250_4354805453582318268_n

 

Από των πρόλογο των επιμελητών:

«Η οικονομική κρίση και οι επεμβάσεις του νομοθέτη, αφενός, προς την κατεύθυνση της άρσης των -τοπικών ιδίως- περιορισμών στην αγορά των νομικών υπηρεσιών, αφετέρου με την αύξηση των ποικίλων δικαστικών δαπανημάτων, μετέβαλαν τις συνθήκες της δικηγορίας. Η απασχόληση του δικηγόρου σε αγοραπωλησίες ακινήτων μειώθηκε ουσιωδώς, τόσο λόγω της κατάργησης της υποχρεωτικής δικηγορικής παράστασης στα συμβόλαια όσο και εξαιτίας της ραγδαίας συρρίκνωσης της κτηματαγοράς. Μείωση ύλης παρατηρείται στην κλασική δικαστηριακή δικηγορία, αλλά και στην υποστήριξη εντολέων από τον επιχειρηματικό κλάδο. Η μείωση δεν αντισταθμίστηκε από την ενίσχυση της ύλης εξαιτίας ποικίλων μέτρων που λήφθηκαν την περίοδο της κρίσης στον τομέα της δημόσιας διοίκησης, των κοινωνικών ασφαλίσεων και της φορολογίας ή από τη δημιουργία νέας ύλης, όπως λ.χ. από την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και την επέκταση της κτηματογράφησης. Η κατάργηση των τοπικών περιορισμών ως προς το δικαίωμα δικαστικής παράστασης, παρά τις ισχυρές έως στρεψόδικες αντιστάσεις, ενοποιεί σε σημαντικό βαθμό την αγορά νομικών υπηρεσιών, εκθέτοντας πάντως την περιφέρεια σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό δικηγόρων από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα, στην παροχή νομικών υπηρεσιών (ακόμη και υπό αντιμισθία) επιβλήθηκε για πρώτη φορά Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, στην υψηλότερη μάλιστα κλίμακα του 23%, αυξάνοντας το κόστος της για τον μη επιτηδευματία εντολέα. Ο νέος Κώδικας Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208/27-9-2013) είναι αποτέλεσμα πολυετούς κυοφορίας μετά από αλλεπάλληλες, ενίοτε αντιφατικές, εξαγγελίες. Προσπάθησε σε ορισμένο βαθμό να ρυθμίσει τις παραπάνω αλλαγές αντικαθιστώντας ένα νομοθέτημα που αντιμετώπιζε το δικηγορικό λειτούργημα, αρχικά ως κλειστό και «αριστοκρατικό», με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, αλλά που, στη συνέχεια, μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις, απώλεσε την εσωτερική του συνοχή, αντιμετωπίζοντας αποσπασματικά το ποσοτικό άνοιγμα του επαγγέλματος.»

images (2)Στα μέτωπα του ασφαλιστικού και του αγροτικού η κυβέρνηση δε δυσκολεύεται στην αντιπαράθεσή της με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Το ζόρι της είναι η απλή κι αποτελεσματική στρατηγική ΣΥΡΙΖΑ. Το «καμιά αύξηση εισφορών και ορίων, καμιά μείωση συντάξεων» και το «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά», που με σθένος ο ΣΥΡΙΖΑ επαγγελλόταν, είναι για άλλη μια φορά η γραμμή Μαζινό των επιστημονικών συνδικαλιστικών φορέων και των αγροτικών μπλόκων. Στον παραλογισμό αυτών των συνθημάτων, η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντήσει με το θρυλικό κουτσογιωργικό «εσείς δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε» γιατί «εσείς μας φέρατε σε αυτήν την κατάσταση». Αν και είναι προφανές ότι «έτσι μας κατάντησαν» μαζί με «τα μνημόνια και τις τρόικες» και η απουσία συνδικαλιστικών επεξεργασιών στα θέματα της κοινωνικής ασφάλισης, η κυβέρνηση δεν μπορεί να το εκστομίσει στον εαυτό της. Μοιάζει με ζωγράφο που δεν τολμά να ζωγραφίσει το διάβολο γιατί ο πίνακας θα αποδειχθεί η αυτοπροσωπογραφία του.

Από την άλλη, η έλλειψη προτάσεων από τα επιστημονικά συνδικάτα είναι εξοργιστική. Παίρνω παράδειγμα τους δικηγόρους (εικάζω ότι παρόμοια ισχύουν για μηχανικούς και γιατρούς). Άραγε οι δικηγορικοί σύλλογοι υπερασπίζονται το «δικαίωμα» των ασφαλισμένων προ του 1993 να πληρώνουν γύρω στο 20% λιγότερες εισφορές από τους νεότερους συναδέλφους τους; Άραγε υπερασπίζονται το «δικαίωμα» των ίδιων παλιών ασφαλισμένων και συνταξιούχων να μην αγγίζεται από τους νεότερους ο κουμπαράς που δίνει την επικουρική σύνταξη; Αν ναι, να μας το πουν. Αν όχι, να μας πουν (πρώτοι οι ώριμοι κι όψιμοι ΣΥΡΙΖΑίοι συνδικαλιστές) με νούμερα τι διορθωτικό προτείνουν. Κι όταν λέω με νούμερα, το εννοώ: οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν ξοδέψει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ των μελών τους σε αναλογιστικές μελέτες που δε δημοσιοποιούνται. Άρα γνωρίζουν πολύ καλά ποια ποσά συντάξεων δεν αντιστοιχούν σε εισφορές και ποιες εισφορές πάνε σε συντάξεις άλλων.

Εξίσου εξοργιστική είναι η κατάσταση στα αγροτικά. Οι παράνομες επιδοτήσεις που επιστράφηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση εν μέσω κρίσης από τον πενιχρό κρατικό προϋπολογισμό (δηλαδή από όλους μας), έχουν συγκεκριμένα ΑΦΜ και ΑΜΚΑ, που ανήκουν και σε ΣΥΡΙΖΑίους αγροτοσυνδικαλιστές. Είναι έτοιμος κανείς (ΣΥΡΙΖΑίος) να προτείνει την καθιέρωση ασφαλιστικού πόρου υπέρ των νέων αγροτών που θα αποτελείται από την εξατομικευμένη επιστροφή κάθε παράνομης είσπραξης κοινοτικού χρήματος;

Κλείνω: το ασφαλιστικό είναι πολύ σοβαρή δουλειά για να την εμπιστευτούμε σε οποιονδήποτε αντιτάχθηκε στη μεταρρύθμιση Γιαννίτση. Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός όρος της οικουμενικής και συναινετικής αντιμετώπισης του προβλήματος της βιωσιμότητάς του.

* δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «καρφίτσα» στις 30.1.2016

1812kaivevaiaallazei

Την Τετάρτη 27 Ιανουαρίου στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ στη Θεσσαλονίκη παρουσιάσαμε το βιβλίο της αγαπημένης Αγγέλας Καστρινάκη «Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση» (εκδ. Κίχλη). Υπό το συντονισμό του Μιχάλη Τριανταφυλλίδη και την παρουσία της συγγραφέως μίλησαν επίσης ο Γιώργος Καστούρας, ο Κώστας Κουτσομητέλης και ο Κώστας Αναγνωστόπουλος.

Παραθέτω την ημέτερη παρέμβαση:

«Με τον τρόπο της Ειρήνης

  1. Θέματα από τον Θουκυδίδη. Με ποιον είμαστε στον πόλεμο.

Ο -ας τον πούμε- Αντώνης ήταν πια βήτα λυκείου, ένα χρόνο ήδη στο Ρήγα και κοπτάτσια στο γραφείο μαθητών. Τρώγαν χρόνο αυτά κι ανησυχούσε για τις πανελλαδικές του χρόνου.  Ζήτησε από τη Μαρία, τη νεαρή καθηγήτριά του στο σχολείο, και τον Ντάνη, τον πανεπιστημιακό άντρα της, κάποιον να του κάνει λίγα αρχαία. «Θα πούμε στην Ειρήνη» είπε ο Ντάνης «είναι πολύ καλή φοιτήτρια και κάποτε μου `πε ότι θέλει να κάνει ιδιαίτερα». «Θα σου αρέσει. Είναι όμορφη κοπέλα και είστε και του ίδιου χώρου», πρόσθεσε η Μαρία. `Ετσι ήταν. Το μάθημα πήγαινε καλά, αμέσως τα βρήκαν και στα πολιτικά. Το άγνωστο που `καναν ήταν συνήθως Θουκυδίδης και λίγος Ξενοφώντας. Μια μέρα η Ειρήνη του είπε: «Όταν ήμουν στο σχολείο, διαβάζαμε με αγωνία τον πελοποννησιακό πόλεμο. Οι αριστεροί βλέπαμε την ήττα των Αθηναίων να `ρχεται, και σκεφτόμασταν με λύπη την ήττα στον εμφύλιο». «Κι εγώ με τους Αθηναίους είμαι» της απάντησε ο Αντώνης «οι Σπαρτιάτες μου μοιάζουν με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας». Τον κοίταξε λίγο υποτιμητικά, λίγο αμήχανα, ίσως και με λίγη πικρή ειρωνεία «δεν ήξερα ότι οι σημερινοί ρηγάδες μαθητές χαίρονται που νίκησαν οι άλλοι στον εμφύλιο» του πέταξε. Ο Αντώνης κατάπιε τη γλώσσα του μέχρι το δημοψήφισμα του Ιουλίου.

  1. Τυπογραφικά δοκίμια. «Πάροδος»

Τέλειωσαν το μάθημα και πήραν μαζί το λεωφορείο για το κέντρο. Πριν κατέβει στη Φλέμιγκ η Ειρήνη του `δειξε κάτι μασούρια με τυπωμένα κείμενα και σημειώσεις στην άκρη. «Τι `ναι αυτά;» τη ρώτησε. «Δεν έχεις ξαναδεί; Είναι τυπογραφικά δοκίμια. Βγάζω το τεύχος του περιοδικού και πάω στη φωτοσύνθεση τις διορθώσεις». Τη θαύμασε πιο πολύ κι από τον Γουτεμβέργιο. Του είπε για την «Πάροδο» που είχε φτάσει κιόλας στο τρίτο ή τέταρτο τεύχος. «Είναι της παράταξης;», τη ρώτησε. «Όχι ρε, αυτοί βγάζουν μια … άσε θα δεις». «Γιατί δεν έρχεσαι αύριο σπίτι που έχουμε συντακτική;». Ψήλωσε όσο ο Φασούλας. Σε λίγους μήνες του τα `μαθε όλα: τυπογραφεία, γραφιστικά, λειτουργία συντακτικής, πως γράφουμε και πως κόβουμε κείμενα. Αυτός τα `δειχνε στον αδερφό του που τέτοια γράμματα τα `παιρνε καλύτερα. Γνώσεις για μια ζωή και κυρίως για το δικό τους περιοδικό, ίδιο η «Πάροδος» της Ειρήνης.

  1. Δεξιά τάση. Τρίτο Συνέδριο

«Και γιατί ψήφισες λευκό στις θέσεις;» τη ρώτησε ο Αντώνης. «Κι άλλοι θα ψήφιζαν, αλλά δεν εκδηλώνονται ακόμη. Αυτά περί της νεολαίας που είναι τάχα εξ ορισμού προοδευτική κοινωνική δύναμη, είναι ξεπερασμένος αριστερισμός». «Δίκιο έχεις» της είπε «ήδη στα σχολεία η ΜΑΚΙ ανεβαίνει». Είπαν κι άλλα, δεν είναι της ώρας, αλλά όλοι τα ξέρετε. «Αν εκλεγώ σύνεδρος, θα πάμε μαζί στο συνέδριο;», «Εννοείται». Η συνεννόηση ήταν περίπλοκη: Ο Αντώνης θυμάται ότι πήραν το τρένο μέχρι τη Λάρισα. Εκεί μαζέψαν τον Πάρη, τον καλό της που τότε ήταν φαντάρος και τώρα είναι στα δεξιά σύννεφα του αριστερού ουρανού (ο ουρανός πάντα είναι μοιρασμένος, μας έλεγε τότε η Κρίστα Βολφ). Συνέχισαν με το κατσαριδάκι του Πάρη. Στη διαδρομή λύθηκαν και οι τελευταίες απορίες. Στο συνέδριο ο Αντώνης τόλμησε και μίλησε. Αν και η ομιλία του («θεσμοί», «μαθητικές κοινότητες», «να αλλάξουμε το σχολείο από τα μέσα») ήταν τέρμα δεξιά, όταν κατέβηκε τον πλησίασε ο γραμματέας της οργάνωσης. Κοντός, χοντρός, φαλακρός, του φαινόταν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μεγαλύτερός του -ήταν ο αρχηγός των άλλων. Μίλησαν πολύ ώρα. «Τι σου έλεγε αυτός», τον ρώτησε η Ειρήνη αυστηρά (όπως όταν έκανε λάθος στους παρελθοντικούς τύπους ή στον μέλλοντα που ήταν κιόλας συντελεσμένος). «Μου `πε ότι θέλει να με προτείνει για το Κου Σου». «Κι εσύ δέχτηκες;» «Όχι, είσαι καλά;» «Μπράβο μικρέ, δεν πήγαν χαμένες τόσες ώρες μάθημα».

Πράγματι δεν πήγαν Αγγέλα μου και σ` ευχαριστώ πολύ!»

 

13218001Το 2015 αφιερώθηκε στη μνήμη του Μανόλη Αναγνωστάκη με αφορμή τα δέκα χρόνια από το θάνατο του. Το αποχαιρετώ με ένα δικό μου κείμενο του 2005. Είχε δημοσιευτεί στη Μακεδονία στις 14.8.2005 με τον τίτλο «Σεμπρούν και Αναγνωστάκης».

Τον Αύγουστο, που «δεν υπάρχουν ειδήσεις», οι εφημερίδες συνηθίζουν να φιλοξενούν τις βιβλιοφιλικές προσεγγίσεις των συνεργατών τους. `Ετσι και οι σημερινές σκέψεις έχουν αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημα του Χόρχε Σεμπρούν «Είκοσι χρόνια και μια μέρα». `Αθελα, η ανάγνωσή του οδήγησε στον Μανόλη Αναγνωστάκη και τα λόγια του, που -θέλοντας και μη- θυμηθήκαμε διαβάζοντας κι ακούγοντάς τα σε λογιών λογιών επικήδειους στην αρχή του καλοκαιριού. Οι δυο τους μοιάζουν να ζουν βίους εντυπωσιακά παράλληλους: είναι συνομήλικοι (ο ΧΣ γεννήθηκε το 1923, ο ΜΑ το 1925), συμμετέχουν στην αντιφασιστική πάλη, εντάσσονται αντίστοιχα στο ισπανικό και το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα, μοιράζονται από την ίδια μεριά την εμπειρία του εμφύλιου πολέμου και του αντιδικτατορικού αγώνα και, κυρίως, διατηρούν ανεξίτηλο αμφότεροι (αν και μη Εβραίοι) το σημάδι του ολοκαυτώματος και το βίωμα μιας απροσδόκητης επιβίωσης (από τον εγκλεισμό σε ναζιστικό στρατόπεδο ο πρώτος, από τη θανατική του καταδίκη στα εμφυλιακά χρόνια ο δεύτερος). Ο Σεμπρούν, μάλιστα, συχνά υπενθυμίζει ότι η απώλεια των Εβραίων της Θεσσαλονίκης (Εβραίων και του Αναγνωστάκη) είναι μια απώλεια του ισπανικού πολιτισμού. Το 1964 ο Σεμπρούν διαγράφεται από το ισπανικό ΚΚ. Την ίδια χρονιά ο Αναγνωστάκης (επίσης διαγραμμένος), χωρίς ποτέ να αποστασιοποιείται από την αριστερά, ενθαρρύνει την άτυπη «γραμμή» εκλογικής στήριξης της `Ενωσης Κέντρου στις άγονες για την αριστερά εκλογικές περιφέρειες. 

            Ο παράλληλος βίος διαρκεί μέχρι τα εξήντα τους. Ο Αναγνωστάκης σιωπά λογοτεχνικά το 1983 εκδίδοντας ιδιωτικά σε 100 αντίτυπα το «ΥΓ» του (είναι τόσο ολιγόλογες οι φράσεις του, που σήμερα θα τις κυκλοφορούσε με SMS) και πολιτικά ελάχιστα χρόνια μετά. Αντίθετα, ο Σεμπρούν δεν έχει σταματατήσει μέχρι σήμερα ούτε τη λογοτεχνία ούτε την πολιτική. Το τελευταίο του μυθιστόρημα είναι προπέρσινο, το 1988 έγινε υπουργός πολιτισμού της ισπανικής σοσιαλιστικής κυβέρνησης, ενώ φέτος τοποθετήθηκε μαχητικά υπέρ του Ευρωπαϊκού Συντάγματος στο πλευρό των Γάλλων υποστηρικτών του.

            Πολλοί μίλησαν με ηχηρό τρόπο για την σιωπή του Αναγνωστάκη ερμηνεύοντάς την ως «εύγλωττη» συνηγορία των σημερινών τους επιλογών. Λιγότεροι προσπάθησαν να την αποκωδικοποιήσουν. Συμμερίζομαι την άποψη ότι η σιωπή του Αναγνωστάκη αποτελεί αποστράτευση μετά το τέλος δύο σημαντικών αποστολών: αφενός, του ανανεωτικού εγχειρήματος του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος -εγχείρημα το οποίο, δικαιωμένο, απλώς έκλεισε τον κύκλο του μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού- και, αφετέρου, του εκδημοκρατισμού του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ο οποίος αναμφίβολα ολοκληρώθηκε με τη μεταπολιτευτική δημοκρατία. Αντίθετα με τον Σεμπρούν, ο Αναγνωστάκης δεν στρατεύτηκε σε καμιά καινούργια αποστολή. Ούτε σ` αυτές κάποιων παλιών συντρόφων του, που τώρα μάχονται κατά της παγκοσμιοποίησης, υπέρ της ενότητας της αριστεράς κοκ. Το δικαίωμα στην αποστράτευση δεν ισοδυναμεί με ήττα, όπως πίστευε κάποτε η αριστερά. `Αλλωστε, και οι δύο αποστολές έληξαν με νικηφόρο αποτέλεσμα (κι αυτό λίγο δύσκολα το πιστεύει η αριστερά, η οποία επιδιώκει να συσπειρώνει δυνάμεις στη βάση των «αδικαίωτων αγώνων της»). Μόνη παράπλευρη (αλλά ευτυχώς βραχυπρόθεσμη) απώλεια, την οποία δεν θα υποστεί ο Σεμπρούν, είναι η αδυναμία διαχείρισης της επικήδειας διαδικασίας με σεβασμό σε όσα πράγματι σημαίνει η επιλογή της σιωπής και το χιούμορ που την ακολούθησε.

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2015 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

A New York City subway train holds 1,200 people. This blog was viewed about 5,900 times in 2015. If it were a NYC subway train, it would take about 5 trips to carry that many people.

Click here to see the complete report.

Ο κυβερνητικός Πρόεδρος (εφημερίδα Καρφίτσα, 12.12.2015)

Για πρώτη φορά στη λειτουργία της προεδρευόμενης δημοκρατίας μας παρατηρούμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να πολιτεύεται υπερβαίνοντας τις ρυθμιστικές του αρμοδιότητες –άλλοτε με την ανοχή, άλλοτε με την προτροπή κι άλλοτε με τη σύμφωνη γνώμη της, επίσης, πρώτη-φορά-αριστερής κυβέρνησης.

Στην εμφανή πλευρά, η αρχή έγινε με τη λήξη της συνόδου των πολιτικών αρχηγών αμέσως μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Τότε ο κ. Παυλόπουλος ανέλαβε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στη γνωστή επικοινωνία με τον πρόεδρο Ολάντ. Η κίνηση αυτή συνιστά αναμφισβήτητα άσκηση εξωτερικής πολιτικής, η οποία, εξίσου αναμφισβήτητα ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης. Συνεχίστηκε με τις προεδρικές παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό ζήτημα. Η επιλεκτική εκτίμησή του ότι το ασφαλιστικό σύστημα δέχτηκε καίριο πλήγμα από το PSI δείχνει μεροληπτική τοποθέτηση υπέρ της κυβερνητικής ρητορείας, αλλά και έμμεση αμφισβήτηση μιας διεθνούς συνθήκης που συνομολόγησε η χώρα. Ομοίως εκτός του ρυθμιστικού του ρόλου κινήθηκε αποδεχόμενος το κυβερνητικό αίτημα να συζητηθεί στην πρόσφατη σύνοδο των πολιτικών αρχηγών τόσο το ασφαλιστικό ζήτημα όσο και η κυβερνητική πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση. Πρόκειται για θέματα που η πραγμάτευσή τους οφείλει να γίνεται με διαφανείς κοινοβουλευτικές διαδικασίες, στις οποίες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει περιθώριο ανάμιξης. Ας μην ξεχνάμε, μάλιστα, ότι η ίδια η σύνοδος των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έχει διατηρηθεί στο ισχύον Σύνταγμα μόνο στη μετεκλογική περίπτωση αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης μετά από τρεις διερευνητικές εντολές. Άρα η σύγκλησή της πρέπει να γίνεται με απόλυτη φειδώ, όπως επιτάσσει το συνταγματικό έθιμο που την ανέχεται μόνο για κρίσιμα εθνικά θέματα και μόνο στο βαθμό που αυτά δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης.

Στον αθέατο κόσμο, είναι κοινό μυστικό ότι ο κ. Παυλόπουλος τοποτηρεί και εγγυάται την ανομολόγητη συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με την καραμανλική δεξιά και δι’ αυτής με το βαθύ κράτος. Αυτή η συμμαχία εξυπηρετείται με τοποθετήσεις σε κρίσιμες θέσεις προσώπων κοινής πολιτικής καταγωγής με τον Πρόεδρο. Οι πλέον εμβληματικές είναι οι περιπτώσεις του νυν Προέδρου του ΣτΕ, γνωστού για την ψήφο του υπέρ του Αχιλλέα Καραμανλή στο εκλογοδικείο, και του υφυπουργού δικαιοσύνης, διοικητή της ΕΥΠ επί Κώστα Καραμανλή.

Κλείνω με τη θέση ότι η πολιτεία Παυλόπουλου, όσο κι αν εξυπηρετεί τους καραμανλικούς επιγόνους, δεν τιμά την καραμανλική παράδοση. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θέλησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θεσμικό αντίβαρο στην αυθαιρεσία της κυβερνητικής παντοδυναμίας κι έτσι πορεύτηκε όσο ο ίδιος κατείχε το αξίωμα. Ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του ρόλο εξαπτέρυγου ή πολυτελούς κυβερνητικού εκπροσώπου.

——————————————————

Εκτός θεσμικού ελέγχου (εφημερίδα Καρφίτσα, 24.10.2015)

Να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές: Ο πρώτος μήνας της δεύτερης φοράς αριστερά δείχνει ότι σαφής πρόθεση της κυβέρνησης είναι η εξουδετέρωση κάθε ανεξάρτητου θεσμικού ελέγχου στην άσκηση της πολιτικής της. Επιδίωξή της, δηλαδή, δεν είναι μόνο η (έστω) θεμιτή πολιτική κυριαρχία, αλλά και μια επιπρόσθετη θεσμική μονοκρατορία που να της επιτρέπει απερίσπαστα την ανεξέλεγκτη διαχείριση κρίσιμων πόρων και την πελατειακή εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων και παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.
Για το αληθές του λόγου, απαριθμώ τις αποδείξεις: Η κυβέρνηση, αφού τοποθέτησε, μετά από τυπική διαβούλευση, νύκτα την κυρία Θάνου Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, εδώ και τέσσερις μήνες αποφεύγει την επιλογή Προέδρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει μια ιδιότυπη ομηρία των δύο αυτών ανώτατων δικαστηρίων, αφού θεωρεί ότι οι υποψήφιοι πρόεδροι (δηλαδή οι νυν αντιπρόεδροι) και οι υποψήφιοι αντιπρόεδροι (δηλαδή οι νυν εισηγητές) δύσκολα θα την «στενοχωρήσουν» σε κρίσιμες υποθέσεις. Παράλληλα, βέβαια, δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την αναβάθμιση της διοικητικής δικαιοσύνης που αποτελεί το φυσικό καταφύγιο του πολίτη έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας.
Ανάλογη είναι η κυβερνητική δυσανεξία στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές. Στο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου απουσιάζει οποιαδήποτε αναβάθμιση ή χορήγηση αρμοδιοτήτων τόσο στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης όσο και στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Αντ` αυτών ο Υπουργός Επικρατείας αναγορεύεται στον απόλυτο ρυθμιστή των αδειοδοτήσεων, αφού θα αποφασίζει για τον τελικό αριθμό των καναλιών, την τιμή εκκίνησης για την εκχώρηση των αδειών κοκ.
Στο πλαίσιο αυτό δεν προκαλεί εντύπωση ούτε η προσπάθεια εξώθησης σε παραίτηση της κυρίας Σαββαΐδου από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, δηλαδή της μόνης ίσως κρατικής υπηρεσίας που απολαμβάνει εγγυήσεις θεσμικής ανεξαρτησίας. Στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση η κυβέρνηση ξεπερνά τον εαυτό της. Την ίδια στιγμή που, με πρόσχημα το τεκμήριο της ποινικής αθωότητας, επιτρέπει την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία βαριά παραβατικών υπαλλήλων, αξιώνει από την κυρία Σαββαΐδου να εγκαταλείψει οικειοθελώς τη θέση της με μόνη δικαιολογία την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της. `Οποιος, όμως, μπει στον κόπο να διαβάσει τις αναλυτικές εξηγήσεις της κυρίας Σαββαΐδου, δεν μπορεί παρά να καταλάβει το έωλο της δίωξης, αλλά κυρίως να ανησυχήσει για την προθυμία εισαγγελικών λειτουργών να συνδράμουν την κυβερνητική μεθόδευση.
Κλείνω με τη διατύπωση της εύλογης απορίας: αν αυτό είναι το δείγμα της θεσμικής γραφής του ΣΥΡΙΖΑ, ποιο θα είναι άραγε το περιεχόμενο της πρότασής του για τη συνταγματική αναθεώρηση;

`Οτι θα έγραφα ξανά στην ΑΥΓΗ ειλικρινά δεν το περίμενα. `Οτι στο κείμενο καταγράφονται χωρίς περιστροφές οι κυβερνητικές ευθύνες από την ανοχή στο `Ανθιμο οφείλεται στον επιμελητή των Ενθεμάτων Στρατή Μπουρνάζο που μου τόνισε πως μπορώ να γράψω ό,τι κρίνω. Ευχαριστώντας τον και πάλι για τη φιλοξενία το μοιράζομαι μαζί σας.

AΡΧΕΙΟ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ 2010- 8.5.2016

του Γιάννη Κωνσταντίνου

O Άνθιμος καλεσμένος στην πρεμιέρα της εκπομπής «AννίταGR» της Αννίτας Πάνια, πέρσι τον Σεπτέμβριο O Άνθιμος καλεσμένος στην πρεμιέρα της εκπομπής «AννίταGR» της Αννίτας Πάνια, πέρσι τον Σεπτέμβριο

Το Παπάφειο Ορφανοτροφείο, που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1903, είναι, σήμερα, όπως μας πληροφορεί η ιστοσελίδα του, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που εποπτεύεται από την 4η Υγειονομική Περιφέρεια Μακεδονίας και Θράκης και κατ’ επέκταση από τον υπουργό Υγείας. Για κακή τύχη –όχι μόνο του Παπαφείου– διοικείται από τον εκάστοτε «Άνθιμο» Θεσσαλονίκης. Ο νυν Άνθιμος ελέγχεται ποινικά διότι το 2012 συγκάλυψε μια υπόθεση βιασμού ανηλίκου αγοριού από άλλο ανήλικο αγόρι εντός του ορφανοτροφείου. Η υπόθεση διερευνήθηκε για πάνω από δύο χρόνια από έναν Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος την έστειλε στο αρχείο. Ευτυχώς, τον τρίτο χρόνο (κατά τας Γραφάς;) η Εισαγγελέας Εφετών διαφώνησε και παρήγγειλε διώξεις. Ο ίδιος ο Άνθιμος παραδέχεται ότι γνώριζε από την πρώτη στιγμή το περιστατικό και ομολογεί τη συγκάλυψη με τη δικαιολογία ότι πίστευε πως είναι καλύτερο το θέμα να…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 439 επιπλέον λέξεις

dimart

papafeio

—του Γιάννη Κωνσταντίνου για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά πλέον.

Στο Παπάφειο `Ιδρυμα, το ιστορικότερο ορφανοτροφείο της Θεσσαλονίκης, καταγγέλλεται ότι βιάστηκε κατ` επανάληψη ένα αγόρι 7 χρονών από άλλο αγόρι 13 χρονών. Η διοίκηση του ιδρύματος, της οποίας ex officio προϊσταται ο εκάστοτε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, δεν αντέδρασε όταν έμαθε την πρώτη φορά του περιστατικού με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν κι άλλες τους επόμενους τρεις μήνες. Το συμβάν έγινε το 2012 και σχετική προκαταρκτική εξέταση πρέπει να άρχισε αμέσως. Το παράδοξο είναι ότι η δίωξη για παράβαση καθήκοντος και υπόθαλψη εγκληματία κατά των μελών της διοίκησης του ιδρύματος ασκήθηκε μόλις πριν από λίγες ημέρες με διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών. Ο ίδιος ο μητροπολίτης Άνθιμος φέρεται να ομολογεί ότι γνώριζε το περιστατικό και ότι εκτίμησε ως καλύτερο να μην καταγγελθεί στις αρχές.

Για λόγους καταγραφής, άλλως για να σώσω τη μακεδονοδικηγορική ψυχή μου από τις τύψεις…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 194 επιπλέον λέξεις

wellcome_imageΣτις 16.3.2015 διοργανώθηκε στην Αθήνα επιμορφωτική ημερίδα των σπουδαστών της κατεύθυνσης Διοικητικής Δικαιοσύνης της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. Προσκλήθηκα ως ομιλητής από το Γενικό Διευθυντή της Σχολής κ. Μιχάλη Πικραμένο, Σύμβουλο Επικρατείας, τον οποίο ευχαριστώ θερμά και από αυτή τη θέση. Υπό την προεδρία του επίτιμου Αντιπροέδρου του ΣτΕ, κ. Γιώργου Σταυρόπουλου, εισηγήσεις ανέπτυξαν επίσης η Σύμβουλος Επικρατείας κα Σίση Χρυσικοπούλου και η Συνήγορος του Πολίτη, Καθηγήτρια κα Καλλιόπη Σπανού.

Η πρόσκληση να τοποθετηθώ για το θεσμό της επιθεώρησης από την οπτική του δικηγόρου της πράξης μου προκάλεσε αμηχανία. Η αμηχανία αυτή θα ήταν μικρότερη αν το ακροατήριο ήταν δικηγορικό, αφού τότε η προσέγγιση θα ήταν περισσότερο δικαιοπολιτική, δηλαδή ένας συνδυασμός θεωρίας και συνδικαλισμού (πάντα με την καλή έννοια).

Αντίθετα, ανάμεσα σε δικαστές και σπουδαστές της σχολής, οι αξιώσεις είναι διαφορετικές: ο λόγος οφείλει να είναι «πρακτικός» και οι προτάσεις εφαρμόσιμες εντός ενός δεδομένου νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου.

Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο από έναν δικηγόρο; Δύσκολα.

Εξηγούμαι:

Ο δικηγορικός κόσμος είναι πρακτικά αποκλεισμένος από τη διαδικασία της επιθεώρησης, όπως ακριβώς είναι αποκλεισμένος από την πειθαρχική δικαιοδοσία των δικαστικών λειτουργών, αλλά και την υπηρεσιακή τους εξέλιξη. Εξίσου αποκλεισμένος είναι και από τη διοίκηση των δικαστικών σχηματισμών, με μικρή εξαίρεση τη συμμετοχή των συλλόγων στη διαχείριση των δικαστικών κτιρίων.

Η συζήτηση για τη δυνατότητα ή τη σκοπιμότητα της συμμετοχής των δικηγόρων ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης σε όλα τα προηγούμενα είναι μεγάλη και πάντως όχι της παρούσης.

`Αρα τι απομένει; Απομένει η κατάθεση από τη μεριά μου του τρόπου, με τον οποίο οι συνάδελφοί μου προσλαμβάνουν τη λειτουργία του θεσμού. Διευκρινιστικά και απολογητικά προειδοποιώ ότι η κατάθεση αυτή είναι μοιραία υποκειμενική και αυστηρά προσωπική.

Απαριθμώ:

Ένα: Ο δικηγόρος θεωρεί την επιθεώρηση έναν προσχηματικό θεσμό. Είναι πεπεισμένος ότι η ενιαύσια θητεία των επιθεωρητών και η ανάδειξή τους με κλήρωση, στερούν από την επιθεώρηση οποιαδήποτε θεσμική σοβαρότητα.

Ακόμη κι αν πειστεί για το ζήλο και την εργατικότητα κάποιου επιθεωρητή, δύσκολα πείθεται ότι αυτός μπορεί να αξιολογήσει το σύνολο των υφισταμένων του. Όχι αδικαιολόγητα, η αναπόφευκτη αποσπασματικότητα ταυτίζεται με την αδικία.

Η αίσθηση της προσχηματικότητας επιτείνεται από την «πληροφορία» ότι οι εκθέσεις επιθεώρησης συντάσσονται με μεγάλη καθυστέρηση (σε κάποιες περιπτώσεις ποτέ) και στη βάση δύο (ακόμη κι αν είναι παραπάνω, αυτός ο αριθμός διαρρέει) αποφάσεων που ο ίδιος ο επιθεωρούμενος προσκομίζει στον επιθεωρητή.

Στο σημείο αυτό η δικηγορική απορία είναι εύλογη, άλλο τόσο εύλογη είναι και η πρόταση: Ο δικηγορικός κόσμος πρέπει να δικαιούται συγκροτημένα και ισότιμα να ενημερώνει τον επιθεωρητή για το δικαιοδοτικό έργο του επιθεωρούμενου με την προσκόμιση και το σχολιασμό των αποφάσεων που εκδίδει ή εισηγείται.

Κατά τη γνώμη μου από μια τέτοια δυνατότητα μόνο όφελος θα προκύψει. Θα αναπτυχθεί διάλογος που θα οδηγήσει σε μια συνολική αξιολόγηση του δικαστή που στόχο θα έχει όχι την τιμωρία του αλλά τη βελτίωσή του. Επίσης, ειδικά για την περίπτωση πολυμελών συνθέσεων, θα φέρει προ των ευθυνών τους την/τον πρόεδρο και το μη εισηγητικό μέλος. Εννοείται ότι προ των ευθυνών τους φέρονται και οι δικηγορικοί σύλλογοι, που η γνώμη τους για μεν τους δικαστές των σχηματισμών των μεγάλων πόλεων αγνοείται, ενώ στις μικρές πόλεις η γνώμη τους συχνά δεν απέχει από το κουτσομπολιό (αν δεν είναι προϊόν μικρής ή μεγάλης διαπλοκής).

Δύο: Ο δικηγόρος εκλαμβάνει την επιθεώρηση ως ένα από τα εργαλεία χειραγώγησης των κατώτερων δικαστών.

Επιτρέψτε μου να πω ότι η εντύπωση αυτή πηγάζει από τα λόγια των ίδιων των δικαστικών λειτουργών που συχνά δικαιολογούν «συντηρητικές», δηλαδή άτολμες, αποφάσεις με επίκληση του φόβου της επιθεώρησης.

Εξίσου όμως επιτείνεται από πληροφορίες που διαρρέουν κατά τη διενέργεια της επιθεώρησης, όπως για παράδειγμα η πληροφορία ότι ο τάδε επιθεωρητής ζήτησε τα ποσοστά των δεκτών αντιρρήσεων αλλοδαπών ή των προσωρινών διαταγών σε υποθέσεις υγειονομικών καταστημάτων. `Οσο κι αν είναι δικαιολογημένη μια τέτοια πληροφόρηση του επιθεωρητή, ο μέσος επιθεωρούμενος δύσκολα αποφεύγει τη σκέψη ότι με την απόρριψη σε τέτοιες υποθέσεις «έχει το κεφάλι του ήσυχο».

Γι` αυτό νομοθετικές ρυθμίσεις περί της αξιολόγησης του «σθένους» του δικαστή ηχούν στ` αυτιά των δικηγόρων ως κακόγουστα ανέκδοτα.

Τρία: Ο δικηγόρος θεωρεί ότι η αδιαφάνεια της επιθεώρησης υποθάλπει την αναξιοκρατία. Συχνά, όταν δεν μπορεί να κατανοήσει την υπηρεσιακή εξέλιξη συγκεκριμένων δικαστών ή την προκλητική ατιμωρησία τους, βγάζει το εύλογο συμπέρασμα είτε ότι η επιθεώρηση έγινε διεκπεραιωτικά και σε πνεύμα συναδελφικής αλληλεγγύης είτε ότι αποτελεί προϊόν πελατειακής συναλλαγής.

Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η εντύπωση αυτή επιτείνεται εξαιτίας του αποκλεισμού του δικηγορικού κόσμου από τη διαδικασία της επιθεώρησης, αλλά και από την πλήρη μυστικότητα των αποτελεσμάτων της (όσο πλήρης μπορεί να είναι στις εποχές μας). Είναι αλήθεια ότι οι αιτιάσεις αυτές είναι πιο έντονες στην πολιτική δικαιοσύνη, όπου επιθεωρητές και επιθεωρούμενοι ανήκουν στο ίδιο σώμα και συμμετέχουν στους ίδιους συνδικαλιστικούς φορείς.

Μάλιστα, δεν είναι σπάνιο το θεσμικά απαράδεκτο φαινόμενο να ταυτίζονται κατά καιρούς ρόλοι συνδικαλιστή, επιθεωρητή και πειθαρχικώς ή υπηρεσιακώς προϊστάμενου. Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω την εμβληματική περίπτωση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεόδωρου Στάθη που απολογούμενος για παθητική δωροδοκία επιδείκνυε τις άριστες εκθέσεις αξιολόγησής του. Το ενδιαφέρον είναι ότι ουδέποτε ελέγχθηκαν πειθαρχικά οι επιθεωρητές που τις συνέταξαν.

Αντίθετα στη διοικητική δικαιοσύνη οι αιτιάσεις αυτές διατυπώνονται με λιγότερη ένταση εξαιτίας της εκπλήρωσης του επιθεωρητικού έργου από λειτουργούς του ΣτΕ. Επιτρέψτε μου και πάλι για να γίνω κατανοητός μια απορία: πως άραγε βαθμολογήθηκαν στο πεδίο του σθένους όσοι πολιτικοί δικαστές δεν συμμετείχαν στην αντισυνταγματική δικαστική απεργία που κήρυξαν συνδικαλιστικά όργανα, στα οποία συμμετέχουν δυνάμει επιθεωρητές τους;

Κλείνω την τρίτη αυτή ενότητα με την παρατήρηση ότι η αδιαφάνεια της επιθεώρησης υπονομεύει το αυτοδιοίκητο των μεγάλων δικαστικών σχηματισμών, καθώς είναι έντονη η δικηγορική αίσθηση ότι ο εκλεγμένος προϊστάμενος αποτελεί ασπίδα του επιθεωρούμενου.

Τελειώνω με σημειολογικές παρατηρήσεις.

Η ορολογία ποτέ δεν είναι αθώα. Η λέξη «επιθεώρηση» έχει μόνο αρνητικούς συνειρμούς. Παραπέμπει είτε στον μπαμπούλα επιθεωρητή στο χώρο της εκπαίδευσης των παλαιότερων δεκαετιών είτε στην ανούσια στρατιωτική επιθεώρηση ευταξίας. Όπως είδαμε, η θεσμική συγκρότηση του θεσμού της δικαστικής επιθεώρησης δεν δίνει την εντύπωση ότι ξεφεύγει επιτυχώς και απολύτως από τα παραπάνω πρότυπα.

Γι αυτό θα συμφωνήσω κι εγώ ότι πρέπει τάχιστα και μεθοδικά να μεταβούμε σε ένα σύστημα αξιολόγησης προσώπων και δομών. Συστατικά του στοιχεία θα είναι το θεσμικό βάθος και η διαφάνεια, αρχικά στο εσωτερικό του δικαστικού σώματος και στη συνέχεια στην κοινωνία. Η τελευταία άλλωστε έχει την ανάγκη μιας αξιόπιστης και αποτελεσματικής δικαιοσύνης. Η έλλειψή της τα τελευταία χρόνια επιτάχυνε την επέλευση της κρίσης, η οποία δεν θα ξεπεραστεί επιτυχώς αν δεν βελτιωθεί η δικαιοδοτική λειτουργία.

Σας ευχαριστώ πολύ.