generalΤον Αύγουστο (που δεν υπάρχουν ειδήσεις) θέματα της εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας βρέθηκαν να έχουν την τιμητική τους. Με δύο αφορμές, τις αλλαγές στην ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και τη διαχείριση της έντασης στον εναέριο και θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου, η κυβέρνηση επιχείρησε να επιδείξει «ακλόνητη αποφασιστικότητα» στην προάσπιση των «παγίων εθνικών δικαιωμάτων». Οι χειρισμοί της, ωστόσο, γεννούν εύλογες αμφιβολίες τόσο για την σκοπιμότητα όσο και για την αποτελεσματικότητά τους. Εξηγούμαι:

Ι. Οι έκτακτες κρίσεις στο στράτευμα

Η αιφνιδιαστική αλλαγή του αρχηγού ΓΕΕΘΑ μέσα στο κατακαλόκαιρο δίνει εξ αντικειμένου την εντύπωση ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία υποβόσκουσα μείζονα κρίση εθνικής ασφάλειας. Η εντύπωση αυτή εντάθηκε με τη σχεδόν επίσημη διαρροή ότι η αλλαγή κρίθηκε επιβεβλημένη για την «αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας», της οποίας, μάλιστα, «αναμένεται επίταση τους προσεχείς μήνες».

Η απορία είναι προφανής. Ποιος λόγος, άραγε, ακόμη κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, υπαγορεύει στην κυβέρνηση και τον αρμόδιο υπουργό την ανάγκη να εμφανίσουν μια έμπρακτη αμφισβήτηση της επιχειρησιακής ικανότητας της απερχόμενης ηγεσίας του στρατεύματος; Ακόμη παραπάνω, πώς, άραγε, εξυπηρετείται η αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας με τη γενόμενη αλλαγή; Αν ο καθ` ύλην αρμόδιος για τις αναχαιτίσεις δεν τα πολυκατάφερε ως αρχηγός της αεροπορίας, γιατί να τα καταφέρει τώρα ως αρχηγός ΓΕΕΘΑ;

Τα ερωτήματα δεν θα απαντηθούν κι αυτό είναι κακό. Το χειρότερο, βέβαια, είναι ότι τέθηκαν και, μάλιστα, χωρίς λόγο. Δεν θα είχαν τεθεί, ίσως, αν ο κ. Μεϊμαράκης επέλεγε κι αυτό το καλοκαίρι βόλτες στα νησιά με το «νόμιμο και ηθικό» ιδιωτικό στόλο του φίλου του Γιώργου Βουλγαράκη. Σε τελική ανάλυση, οι αμέριμνες κρουαζιέρες στο Αιγαίο του Υπουργού Εθνικής `Αμυνας δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας μεγαλύτερο από αυτό που προκαλεί η άσκηση των καθηκόντων του.

ΙΙ. Η απάντηση στην ένταση

Παράλληλα με τον υπουργό άμυνας έντονα κινήθηκε και η υπουργός εξωτερικών με αφορμή τις υπερπτήσεις των τουρκικών μαχητικών αεροπλάνων στο Αιγαίο. Η αντίδρασή της ήταν η αναμενόμενη. Διαμήνυσε στην τουρκική πλευρά και ενημέρωσε τους εταίρους στην Ευρωπαϊκή `Ενωση ότι αυτή η συμπεριφορά δεν είναι συμβατή με την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, η οποία, αν πράγματι επιθυμεί την πρόοδο της ενταξιακής διαδικασίας, οφείλει να επιδείξει σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και καλή γειτονία με την Ελλάδα. Είναι κατανοητό ότι αυτό το στερεότυπο και μοναδικό μοτίβο αντίδρασης επιβεβαιώνει επικοινωνιακά (δηλαδή για τους γνωστούς λόγους εσωτερικής κατανάλωσης) την «ακλόνητη αποφασιστικότητα» της χώρας. Αναρωτιέμαι, όμως, για την αποτελεσματικότητά του, όταν χρησιμοποιείται αδιακρίτως σε κάθε περίσταση και, μάλιστα, χωρίς συμπληρωματικά μέσα.

Η ελληνική πλευρά αποφεύγει να αποδώσει την τουρκική δράση στο Αιγαίο ευθέως στην κυβέρνηση Ερντογάν γνωρίζοντας το περιθώριο δράσης που έχει το βαθύ κράτος και το στρατιωτικό κατεστημένο στον τομέα αυτό. Επίσης, η ελληνική πλευρά γνωρίζει ότι οι ισχυροί αυτοί παράγοντες της τουρκικής κρατικής πολιτικής δείχνουν, το λιγότερο, εξαιρετική δυσανεξία στην προοπτική της ευρωτουρκικής προσέγγισης που προωθεί η κυβέρνηση Ερντογάν.

Και πάλι η απορία είναι προφανής. Αν η ελληνική πλευρά διατηρεί την ορθή στρατηγική επιλογή της υποστήριξης της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας, ποιο μήνυμα εκπέμπεται στην απέναντι πλευρά με την στερεότυπη αντίδραση; Το μόνο σίγουρο είναι ότι αποτελεί μήνυμα επιβράβευσης της τακτικής του τουρκικού (παρα)κρατικού κατεστημένου, το οποίο αντιλαμβάνεται ότι καλά κάνει και επενδύει στην ελληνοτουρκική ένταση προκειμένου να εξυπηρετήσει τον μείζονα στόχο της, δηλαδή την τροχοπέδηση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι κρίμα για την ελληνική εξωτερική πολιτική η εξ αντικειμένου ταύτισή της με την τουρκική αντίδραση, μόνο και μόνο επειδή αδυνατεί να επιδείξει δημιουργικότητα και φαντασία στην κατάστρωση της τακτικής της;

Advertisements