Image[4]Την προηγούμενη εβδομάδα (την Τετάρτη 20/8) η Υπουργός Εξωτερικών, αμέσως μετά τη συνάντησή της με τον Πρωθυπουργό, προειδοποίησε ότι «έρχεται ένα εξάμηνο μεγάλων προκλήσεων στα εθνικά θέματα». Ειδικότερα, αναφέρθηκε στην ένταση των σχέσεών μας με την Τουρκία, την οποία απέδωσε στην τουρκική προκλητικότητα. Αν, πράγματι, μεταξύ των δύο χωρών βρίσκεται σε εξέλιξη μία κλιμακούμενη ένταση, το ερώτημα είναι αν η ελληνική πλευρά εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες για αποκλιμάκωση ή αν, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις της, δεν αποφεύγει τη διατήρηση του θερμού κλίματος. Αν κρίνουμε από τις συμβολικές κινήσεις των δύο πλευρών ανήμερα το δεκαπενταύγουστο, η απάντηση κλίνει μάλλον προς τη δεύτερη εκδοχή.

`Ολοι θυμόμαστε, λοιπόν, ότι τη μέρα εκείνη ο Τούρκος Πρωθυπουργός επισκέφθηκε στην Πρίγκηπο ένα ορθόδοξο μοναστήρι και ένα ορθόδοξο ορφανοτροφείο, συναντήθηκε με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και γευμάτισε όχι μόνο μαζί του αλλά και με τους θρησκευτικούς ηγέτες της αρμενικής, συριακής και εβραϊκής κοινότητας. Οι κινήσεις αυτές, μάλιστα, συμπίπτουν χρονικά με ένα άνευ προηγουμένου άνοιγμα της τουρκικής κυβέρνησης προς τους Κούρδους και έπονται των αυτοκριτικών δηλώσεων του ίδιου του Ερντογάν για την εξόντωση των μειονοτήτων από το κεμαλικό κράτος κατά τον 20. αιώνα. Αν και περιττό, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι κινήσεις αυτές του Ερντογάν συναντούν την έντονη αντίδραση του «βαθέως κράτους», της κεμαλικής παράταξης και της εθνικιστικής αντιπολίτευσης, που του καταλογίζουν ότι θέτει σε κίνδυνο ακόμη και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Επίσης, όμως, όλοι θυμόμαστε ποια ήταν και η ελληνική απάντηση σ` αυτήν την από καιρό προγραμματισμένη επίσκεψη: Την ίδια μέρα ένας Νομάρχης, που εκλέγεται με κυβερνητικό χρίσμα, και ένας πρώην βουλευτής, που εκλέχθηκε συνεργαζόμενος με την κυβέρνηση, προτρέπουν τους πολυάριθμους προσκυνητές της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο (οι οποίοι έχουν ταξιδέψει με έξοδα του Ρώσου βουλευτή Ιβάν Σαββίδη) να ψάλουν τον ελληνικό εθνικό ύμνο ως αντίδραση στην άρνηση μιας μικρομεσαίας υπαλλήλου του αντίστοιχου τουρκικού ΥΠΠΟ να επιτρέψει θρησκευτική τελετή έξω από το κτίσμα της μονής.

Η σύγκριση από μόνη της αρκεί και δεν αντέχει σε κριτική. Κριτική οφείλεται μόνο στο ελληνικό ΥΠΕΞ. Του ήταν, άραγε, τόσο δύσκολο να προβλέψει τι θα γινόταν στον Πόντο και να «μαζέψει», ειδικά εκείνη τη μέρα, τον Ψωμιάδη και τον Παπαθεμελή; `Ηταν, πάντως, ευκολότερο απ` ό,τι είναι στον Ερντογάν να «μαζέψει» στρατηγούς και παρακράτος. Του ήταν τόσο δύσκολο να σκεφτεί ότι πρέπει να αποφύγει την εντύπωση της εξ αντικειμένου ενίσχυσης από την ελληνική πλευρά μίας ρωσικής ηγετικής πρωτοβουλίας στο φυσικό χώρο δράσης του Πατριαρχείου; Μάλλον όχι, εκτός αν η υπονόμευση του Βαρθολομαίου εξυπηρετεί την πρόσκαιρη τακτική της διατήρησης της έντασης.

Θέλω να πιστεύω ότι στην πραγματικότητα η διατήρηση της έντασης δεν εντάσσεται στον πάγιο σχεδιασμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. `Οπως σωστά επισήμαναν τα ΝΕΑ της 21/8, εξυπηρετεί μάλλον την εξεύρεση «εθνικού θέματος» που θα δικαιολογήσει την κυβερνητική εκδοχή των πρόωρων εκλογών. Ας είναι. Oι εκλογές δεν θα βλάψουν τα εθνικά μας θέματα, αφού ο νικητής τους θα αποτρέψει την ερασιτεχνική ενασχόληση με την εξωτερική πολιτική της τριπλέτας Ψωμιάδη-Παπαθεμελή-`Ανθιμου (φτάνει πια μ` αυτήν την παρέα της Θεσσαλονίκης!), όπως έκανε παλιότερα με τα βαρίδια τύπου Ναξάκη-Καλεντερίδη-Κηπουρού.

Δείτε και την ανάλυση του Σταύρου Τζίμα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_19/08/2009_326045

Advertisements