imagesΣτη δύσκολη οικονομική συγκυρία η απονομή της δικαιοσύνης δυσκολεύει ακόμη περισσότερο. Τα πινάκια φορτώνονται κι άλλο, το κόστος πρόσβασης γίνεται δυσβάστακτο και η ουσία χάνεται όλο και περισσότερο στα γρανάζια της διεκπεραίωσης. Μοιραία ο δικαιοδοτικός μηχανισμός δείχνει ξένος και μη φιλικός στον χρήστη-πολίτη, μεγάλο τμήμα των επαγγελματιών του χώρου, δηλαδή νέοι και γυναίκες δικηγόροι (και όχι μόνο), περιθωριοποιείται, ενώ συζητήσεις για τη λειτουργική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ηχούν πολυτελείς.

Επιπλέον, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης μοιάζει ακόμη πιο ανέφικτη η επένδυση της δημόσιας δαπάνης στη μη «παραγωγική» δικαιοσύνη. `Αρα, η εποχή επιβάλλει πρωτοβουλίες μικρού οικονομικού κόστους και μεγάλου συμβολικού βεληνεκούς. Επιβάλλει μέτρα που φέρνουν τη δικαιοσύνη σε διάλογο και λογοδοσία προς την κοινωνία, δηλαδή μέτρα, που εντέλει αποκαθιστούν σχέσεις εμπιστοσύνης με τον πολίτη. Η ευκαιρία δεν είναι μικρή.

Πρώτα, λοιπόν, στο πεδίο της εξοικονόμησης πόρων και δυναμικού ήρθε η ώρα για την υλοποίηση του πρώτου στάδιου της ψηφιακής δίκης, δηλαδή της ηλεκτρονικής κατάθεσης όλων των εισαγωγικών δικογράφων. Παράλληλα, εύκολη και μικρού κόστους είναι η επέκταση του συστήματος μαγνητοφώνησης των πρακτικών σε όλες τις πρωτοβάθμιες πολιτικές δίκες, καθώς και στις ποινικές υποθέσεις των εφετείων.

Στο εσωτερικό της δικαιοσύνης, ακολούθως, τρία είναι τα αναγκαία μέτρα. Η πλήρης αποκατάσταση της αυτοδιοίκησης των μεγάλων δικαστικών σχηματισμών, η καθιέρωση υποχρεωτικής αιτιολογίας στις αποφάσεις του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου για τις υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών λειτουργών και η πρόβλεψη για μαγνητοφώνηση των προφορικών εξετάσεων εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Είναι αναμφίβολο ότι μέτρα ενίσχυσης της δημοκρατίας, της αξιοκρατίας και του αδιάβλητου των διαδικασιών θα τονώσουν το μηδενικό ηθικό των κατώτερων και ανώτερων δικαστών της ουσίας και θα συμβάλλουν στη αντιμετώπιση του θεσμού της επιθεώρησης ως εργαλείου της απαραίτητης αξιολόγησης και όχι ως προκαλύμματος για τη σημερινή άτυπη δίωξη μη αρεστών λειτουργών.

Αναγκαία, τέλος, είναι μία τομή στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, αλλά και στη νοοτροπία αντιμετώπισης των ανώτατων δικαστών, έτσι ώστε να εξαλειφθεί η δηλητηριώδης υπόνοια της συναλλαγής τους με την κυβέρνηση. Πρέπει, λοιπόν, να καθιερωθεί διαδικασία κοινοβουλευτικής ακρόασης για τους υποψήφιους προέδρους, αντιπροέδρους και εισαγγελείς, ενώ παράλληλα πρέπει να διαμηνυθεί η βούληση της νέας κυβέρνησης ότι δεν προτίθεται να αξιοποιήσει επαγγελματικά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τις ανεξάρτητες αρχές (πράγμα που συνεπάγεται απώλεια των γνωστών παχυλών αμοιβών) τους αφυπηρετούντες δικαστές. Η πληρότητα της σχετικής εξαγγελίας πρέπει να συνδυαστεί και με αυστηρό έλεγχο του τρόπου κατάληψης δημόσιων θέσεων από πρόσωπα συγγενικά των ανώτατων δικαστών.

Το πλέγμα των παραπάνω πρωτοβουλιών αναμφίβολα δημιουργεί και συνθήκες ισότιμης και παραγωγικής διαβούλευσης μεταξύ των κοινωνών της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Η διαβούλευση αυτή (π.χ. στο πλαίσιο του ανενεργού εθνικού συμβουλίου δικαιοσύνης) μπορεί να αποδώσει συναινετικές προτάσεις για την επιτάχυνση των δικών αλλά και για τις τομές στη λειτουργία της δικαιοσύνης που απαιτούν συνταγματική αναθεώρηση.

Advertisements