Χρονιάρα μέρα σήμερα και μοιράζομαι μαζί σας ένα παλιό μου κείμενο για το Πολυτεχνείο. Δημοσιεύτηκε το 2004 στην κυριακάτικη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Φέτος επτάχρονη είναι η μικρή μου κόρη. Η δική της ιστορική αναλογία είναι ότι σήμερα το Πολυτεχνείο τής είναι όσο μακρινό ήταν στα δικά μου επτά χρόνια η δικτατορία του Μεταξά.  

Η πορεία προς την επέτειο

Το Νοέμβριο ενδιαφέρον δεν έχει μόνο να θυμηθείς. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον ίσως έχει να συνειδητοποιήσεις τι ξέχασες. Θα θυμάμαι πάντα με ακρίβεια (ποια χρονιά, τι μέρα ήταν και ποιους βρήκα εκεί) την πρώτη φορά που πήγα στην «Πορεία του Πολυτεχνείου». Μου είναι αδύνατο, όμως, να θυμηθώ ποια ήταν η τελευταία..

Οι αναλογίες των χρονικών αποστάσεων έχουν ενδιαφέρον για όσους δεν συμμετείχαν. Δεν ανήκω στη «γενιά του Πολυτεχνείου», αφού το 1973 είχα μόλις την ηλικία της εφτάχρονης κόρης μου. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου τής είναι σήμερα όσο μακρινή ήταν σε εμένα τότε η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου. Για έναν μαθητή του λυκείου σήμερα το Πολυτεχνείο απέχει όσο απείχε από τη δική μου λυκειακή ηλικία η εκτέλεση του Μπελογιάννη.

Φαίνεται, όμως, ότι οι αναλογίες αυτές επηρεάζουν και όσους συμμετείχαν στα γεγονότα της εποχής. Είναι μάλλον αναπόφευκτο η ένταση του πολιτικού βιώματος να υποχωρεί προς όφελος της ιστορικής μνήμης και έρευνας. Γι` αυτό, ίσως, τα τελευταία χρόνια σημαντικοί πρωταγωνιστές της εξέγερσης, αν και συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται ακόμη και στην κεντρική πολιτική σκηνή, συγγράφουν κείμενα με αξίωση ιστορικής αποτίμησης και τεκμηρίωσης των γεγονότων του Πολυτεχνείου. Πρόχειρα καταγράφω τα βιβλία του Ολύμπιου Δαφέρμου, του Δημήτρη Χατζησωκράτη και, κυρίως, τα εξαιρετικά σημαντικά και εκτενή άρθρα του Χρυσάφη Ιορδάνογλου «Το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα της Θεσσαλονίκης στην περίοδο 1972-73: `Ένα χρονικό» και «Σχόλια πάνω στην τακτική του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στην περίοδο 1972-73», που περιλαμβάνονται στη συλλογή του «Γερνώντας μαζί με την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία» (εκδ. Παρατηρητής).   

Γυρνώντας πίσω, δεν ξεχνώ ότι η προετοιμασία της γιορτής του Πολυτεχνείου και της συμμετοχής των μαθητών στην πορεία του υπήρξε στα μαθητικά μου χρόνια η κεντρικότερη αφορμή πολιτικών ζυμώσεων στα σχολεία. Αν αυτό συνεχίζει να ισχύει, δεν νομίζω ότι μια τέτοια δράση σημαδεύει την πολιτική μνήμη κανενός. Στην πολιτική η αδρανής κίνηση για μουσειακούς λόγους ή για λόγους προστασίας ειδών προς εξαφάνιση, τις περισσότερες φορές, εγκλωβίζει σε ξεπερασμένα σχήματα τις πραγματικές αντιθέσεις του σήμερα και τις προοπτικές του αύριο. Πρόκειται, δηλαδή, για την άλλη όψη του ίδιου πάντα συντηρητισμού που σκοπεύει στην καταστροφή της πρώτης ύλης της πολιτικής.

Κι αν το Πολυτεχνείο δεν παράγει -όπως πρώτα- υψηλή πολιτική, τι ρόλο παίζει η κατ` έτος αναβίωσή του; Η ειλικρίνεια δεν βλάπτει: Με τούτα και με κείνα (σχολική αργία και γιορτή, επαναλαμβανόμενο τελετουργικό με πορείες και στεφάνια, τριήμερο εορτασμό κοκ) το Πολυτεχνείο εντάχθηκε στις εθνικές επετείους. Για την ακρίβεια, μάλιστα, επιβλήθηκε ως τέτοια από ένα ζωντανό και δραστήριο «νεολαιίστικο κίνημα» (ο όρος πια δεν ξενίζει, γιατί κι αυτός ενσωματώθηκε στο τελετουργικό της επετείου). Η καθιέρωση της επετείου υπηρετεί τελικά το δικό της ιδιαίτερο συμβολισμό. Δηλώνει πως η τρέχουσα Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, αυτή δηλαδή που κυοφορήθηκε στο Πολυτεχνείο και γεννήθηκε τη μεταπολίτευση, ανήκει πλέον σε όλους –περισσότερο μάλιστα σ’εκείνους που επί χρόνια ονειρεύονταν και προετοίμαζαν την εξέγερση.

Advertisements