Μία από τις πιο σαφείς προεκλογικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης ήταν η επαναφορά  του «πατροπαράδοτου» τρόπου φορολόγησης των γονικών παροχών και κληρονομιών: υψηλό αφορολόγητο όριο και μετά κλιμακούμενος φόρος. Η προοπτική υλοποίησης της εξαγγελίας προκάλεσε διπλή αντίδραση. Από τη μια, εμφανίστηκε ο συνήθης πανικός των πολιτών που έσπευσαν να μεταβιβάσουν στα παιδιά τους ό,τι να `ναι από το φόβο μήπως και φορολογηθεί υπερβολικά μια μελλοντική τους γονική παροχή. Από την άλλη, μεθοδεύτηκε μια μαζική μεταβίβαση στη νεότερη γενιά ακριβών περιουσιακών στοιχείων από πολίτες συγκεκριμένης οικονομικής εμβέλειας, που συνειδητοποίησαν ότι τελειώνει το πάρτυ της μη φορολόγησης της μεγάλης ακίνητης περιουσίας.

Η σημερινή ελάχιστη απόσταση από τα γεγονότα επαρκεί για να κάνουν ταμείο όλοι αυτοί που κατάφεραν να μεταβιβάσουν για να «προλάβουν» την κυβερνητική παρέμβαση.

Οι πρώτοι (πολίτες στα πρόθυρα φορολογικής κρίσης) χρεώθηκαν το λοιπό -αλλά όχι ευκαταφρόνητο- κόστος των μεταβιβάσεων πληρώνοντας αδρά συμβολαιογράφους και υποθηκοφύλακες και, μάλιστα, χωρίς κανένα απτό φορολογικό όφελος, αφού και με τα νέα μέτρα το σύνολο σχεδόν των μικρομεσαίων μεταβιβάσεων παραμένει αφορολόγητο. Σ` αυτούς τους πολίτες ο μόνος που δεν τους φταίει για την άκαιρη οικονομική τους αιμορραγία (… «στης ακρίβειας τον καιρό, μεταβίβασα κι εγώ») είναι η κυβέρνηση. Απεναντίας αυτή με τη θέσπιση του αφορολόγητου ορίου των 150.000 ευρώ στις γονικές παροχές επιβεβαίωσε την προεκλογική της δέσμευση ότι η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση δεν θα έθιγε τη μέσου εισοδήματος και μέσης περιουσιακής κατάστασης οικογένεια.

Αντίθετα διπλά ωφελήθηκαν οι δεύτεροι  (… πάντα περνάν καλύτερα οι τελευταίοι στο πάρτυ). Και μεταβίβασαν φθηνά και επιμέρισαν στα μέλη των οικογενειών τους τα περιουσιακά τους στοιχεία, έτσι ώστε να επιβαρυνθούν το λιγότερο δυνατό από την επερχόμενη επιβολή του φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας.

Μετά ταύτα και προς γνώση, δεν χρειάζεται να καταναλωθεί και πολύ φαιά ουσία για να καταλάβουμε ποιος επρόκειτο αντικειμενικά να εξυπηρετηθεί απ’ όσους είτε με άναρθρες, πλην όμως ηρωικές και πένθιμες, κραυγές είτε με διατυπώσεις από θέση «διαδικαστικής και θεσμικής ευθύνης» ζητούσαν την αναβολή της νομοθετικής πρωτοβουλίας του Υπουργείου Οικονομικών.