1. Η επιβολή ΦΠΑ επί της δικηγορικής αμοιβής δεν αλλάζει τον τρόπο φορολόγησης του δικηγορικού εισοδήματος. Οι δικηγόροι θα συνεχίσουν να φορολογούνται με τον ισχύοντα τρόπο, ο οποίος δεν διαφέρει από αυτόν των υπόλοιπων πολιτών. `Αλλωστε, οι δικηγόροι δεν απολαμβάνουν ειδικών φορολογικών προνομίων (τεκμαρτό εισόδημα, πλασματικά έξοδα κοκ), αφού το εισόδημά τους εξάγεται με λογιστικό τρόπο στη βάση του βιβλίου εσόδων-εξόδων. `Αρα, η κατηγορία ότι οι δικηγόροι δεν επιθυμούν ΦΠΑ για να μην πληρώσουν παραπάνω φόρο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

2. Ο ΦΠΑ επί της δικηγορικής αμοιβής αυξάνει, όμως, το κόστος της δικηγορικής υπηρεσίας επιβαρύνοντας τον πολίτη εντολέα. Η επιβάρυνση πλήττει κυρίως τους αδύναμους ιδιώτες εντολείς (εργαζόμενους, δανειολήπτες, μετανάστες κλπ). Αυτοί θα βρεθούν σε ακόμη δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους αντιδίκους τους που ούτως ή άλλως απαλλάσσονται του «δικηγορικού» ΦΠΑ (πχ δημόσιο ή εταιρίες που αμείβουν τους δικηγόρους τους με παγία αντιμισθία) ή σε ακόμη πιο άνιση θέση σε σχέση με όσους θα μπορούν να τον συμψηφίζουν.

3. Η επιβολή του ΦΠΑ συμπιέζει το δικηγορικό εισόδημα. Από τη μια οι δικηγόροι θα αναγκαστούν να προσφύγουν σε υπηρεσίες λογιστή, ενώ από την άλλη, σε πολλές περιπτώσεις, το ποσό του ΦΠΑ θα ενσωματωθεί στην αμοιβή μειώνοντάς την. Η συμπίεση αυτή θα πλήξει τους νεότερους συνάδελφους και θα εντείνει το «μειοδοτικό» ανταγωνισμό τιμών.

4. Ο δικηγορικός συνδικαλισμός, ιδίως της πόλης μας, δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Στις συνθήκες της σημερινής κρίσης δεν είναι δυνατό ο δικηγορικός κλάδος να αρνείται την οποιαδήποτε θυσία και να εμφανίζεται με στείρα άρνηση όμοια με αυτή του ταξιτζή και του βενζινοπώλη. `Οφειλε να προλάβει τις εξελίξεις αντιπροτείνοντας μέτρα φοροδοτικής διεύρυνσης, τα οποία, σε συνδυασμό με το δίκαιο «κίνημα της απόδειξης», που καταλαμβάνει και τη δικηγορική αμοιβή, θα ενίσχυαν τα δημόσια ταμεία από δικηγορικές πηγές. Τέτοια μέτρα είναι η αύξηση στις δικαστηριακές αμοιβές του ποσοστού παρακράτησης φόρου από 15% σε 21%, η καθιέρωση παρακράτησης φόρου στις αμοιβές από συμβόλαια και απαλλοτριώσεις, καθώς και η αύξηση των ελάχιστων αμοιβών των δικαστηριακών παραστάσεων, που θα συμπαρασύρει σε αύξηση και τα φορολογικά έσοδα. Αντ` αυτών προτιμήθηκε, μεταξύ του τυρού των εορτών ποιήσεως και του αχλαδιού των καρναβαλικών πανηγύρεων, να εξορκίζεται η επιβολή του ΦΠΑ σε επιστημονικοφανείς εκδηλώσεις εσωτερικής κατανάλωσης και επαναστατικής γυμναστικής. Κρίμα.