Η Σοφία Νικολαϊδου ποντάρει με ρίσκο: ξύνοντας το παλίμψηστο της Θεσσαλονίκης (εύστοχη η συνομιλία με «Το παλίμψηστο προαύλιο της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης», εκδ. Βάνιας, 1994, του Σάκη Σερέφα) οι παλιές εικόνες δεν είναι ευπρόσδεκτες όχι γιατί τάχα ξυπνούν παλιά μίση και πάθη της πόλης των φαντασμάτων. Απλώς αποδεικνύονται άβολες έτσι όπως αποκαλύπτονται χωρίς την καθαρότητα της σύγχρονης αγιογραφίας. Κι άμα ξεβολεύεις αγιογράφους κι αγιογραφούμενους, όχι μόνο απόψε δεν έχεις φίλους, αλλά από χθες θα κουράζεσαι να μετράς εχθρούς.

Το ρίσκο όμως της βγήκε γιατί το τελευταίο της μυθιστόρημα Απόψε δεν έχουμε φίλους (εκδόσεις Μεταίχμιο) δεν μένει στο γραμμικό ξεφλούδισμα της επιφάνειας. Ανακαλύπτει, αντίθετα, σε ποια υλικά κρύβονται «πρώτες ύλες» και, ακόμη καλύτερα, πώς καταντούν με την ανακύκλωση.

Δοσίλογοι, ταγματασφαλίτες και μαυραγορίτες κρύβονται χρόνια τώρα στο αρχείο του Εφετείου. Ο ιστορικός Στράτος Δορδανάς τους βρήκε εκεί. Στο δικό του βιβλίο (‘Ελληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο) τους περιγράφει έναν προς έναν. Από κει η Σοφία Νικολαϊδου ζωντανεύει τρεις και τους παρακολουθεί μέχρι σήμερα. Δεν εκδηλώνει μίσος, όχι επειδή επικροτεί τη λήθη ούτε επειδή με ψυχή βαθιά ανακαλύπτει την αξία της συμφιλίωσης. Απλώς τώρα, στην ανακύκλωσή τους, είναι αστείες αμετανόητες καρικατούρες. Φορούν μέχρι τα γεράματα τις γερμανικές τους στολές και παίζουν κάτι σαν στρατέγκο για να νικήσει η Βέρμαχτ. Γι` αυτό, χωρίς να συμψηφίζει τα άκρα, προτιμά να επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στις παράπλευρες απώλειες. Τέτοια απώλεια είναι, για παράδειγμα, η πορεία όσων -και δεν είναι λίγοι- αναγκάστηκαν να επιβιώσουν στο μεσαίο χώρο της ιστορίας. Είναι αυτοί που χάνοντας το φωτοστέφανο του ηρωισμού και της συνέπειας απώλεσαν το δικαίωμα στη δική τους μαρτυρία, όπως ο Ντόκος του μυθιστορήματος, ο σιωπηρός δικαστικός υπάλληλος, που πεθαίνει χωρίς να μιλήσει στην κόρη του ούτε για την αντιστασιακή του δράση ούτε για τη μετέπειτα συμπόρευσή του με τη δεξιά.

Το πανεπιστήμιο του νόμου πλαίσιο κάνει ό,τι μπορεί για να κρύψει τη νέα ιεραρχία που σιγά σιγά αναδείχτηκε στη θέση της έδρας. Η Σοφία Νικολαϊδου μιλά χωρίς δισταγμό για τη λογοκλοπή του μεγάλου σε βάρος της δουλειάς του μικρού, για την αυθεντία της κορυφής που στραγγαλίζει την έρευνα και για τις κυρώσεις που συνεπάγεται η επιμονή στην αποκλίνουσα γνώμη. Δεν ισοπεδώνει γιατί και πάλι ξέρει να μετρά τις εποχές. `Ο,τι ήταν κάποτε πρώτη ύλη ζωής ή θανάτου, τώρα η ανακύκλωσή του γεννά ένα παιχνίδι συσχετισμών με έπαθλο μια ματαιόδοξη ακαδημαϊκή εξουσία. Στις σχέσεις αυτές η συγγραφέας τοποθετεί την πιο ενδιαφέρουσα ανατροπή. Ερευνητικό ερέθισμα του υποψήφιου διδάκτορα γίνεται η αδυναμία του να αποδεχτεί την ιδέα της επιστημονικής του σύμπτωσης με τον αδίστακτο επιβλέποντα. Και πάλι η Νικολαϊδου γνωρίζει τις συνέπειες της ανακύκλωσης. Η οργή του ήρωά της που ζει στον κόσμο του χθες δεν επαρκεί για να αφεθεί στη δίνη της βίας του σήμερα. `Εξυπνα εγκιβωτίζει την αφήγηση στο Δεκέμβρη του 2008 και δείχνει ξανά τις μικρές αντοχές του αναγεννημένου υλικού. Στην αριστερή, λοιπόν, συζήτηση περί των «νέων δεκεμβριανών» δεν ερευνά το παλιό ερώτημα ποιοι και γιατί καταστρέφουν στο πανεπιστήμιο, αλλά ποιοι και γιατί απουσιάζουν από την υπεράσπισή του.

Κλείνω: παρά την αξία του μυθιστορήματός της η Νικολαϊδου δεν θα αποφύγει τους εχθρούς. Από αυτούς δεν θα γλύτωνε ακόμη κι αν παρέθετε το κλασικό «οποιαδήποτε ομοιότητα με γνωστά πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική».

Advertisements