Στην εφημερίδα ΙΣΟΤΙΜΙΑ στις 7.8.2010 φιλοξενήθηκε το παρακάτω κείμενό μου με σκέψεις για τη σχέση της πόλης με την `Εκθεση.   

«Στη Θεσσαλονίκη η πόλη συζητά με την `Εκθεσή της. Όμως, πιο ώριμες και οι δύο αυτή τη φορά, ξέρουν πως δεν πρέπει να θυσιάσουν τωρινή δράση στο βωμό της αναμονής του μεγάλου έργου. Ξέρουν δηλαδή ότι προϋπόθεση για την επιτυχία του στοιχήματος της μετεγκατάστασης του εκθεσιακού κέντρου στα δυτικά είναι η κατάκτηση από σήμερα μιας νέας επιχειρηματικής ταυτότητας της HELEXPO. Προτεραιότητα, άρα, είναι ο σχεδιασμός καινοτόμων εκθεσιακών προϊόντων στους τομείς των υπηρεσιών και της νέας τεχνολογίας. Στόχος είναι ένα νέο διεθνές διαβατήριο με στοιχείο κατόχου την εξωστρέφεια και διεύθυνση τον τόπο για τη φιλόξενη προβολή και ενίσχυση της νεανικής επιχειρηματικής πράξης.

Πόλη και `Εκθεση ξέρουν ακόμη ότι η προοπτική της ανάπλασης του σημερινού εκθεσιακού κέντρου σε ένα αστικό μητροπολιτικό πάρκο αποτελεί πρόκληση για την ανάπτυξη από τώρα αποτελεσματικών συνεργειών. Η μεγάλη δημόσια υποδομή, που διαθέτουν και διαχειρίζονται οι εθνικοί εκθεσιακοί φορείς ΔΕΘ και HELEXPO, οφείλει να αποτελέσει μοχλό οικονομικής ανάπτυξης. Και όχι μόνο: οι ανεκμετάλλευτοι εκθεσιακοί χώροι, τα μόνιμα περίπτερα φορέων του δημόσιου τομέα, οι ευρύχωρες ελεύθερες εκτάσεις, τα συνεδριακά κέντρα, η ραδιοφωνική συχνότητα, τα κτίρια-σύμβολα της πόλης (πύργος του ΟΤΕ, Παλαί ντε Σπορ), το Ινστιτούτο Εκθεσιακών Ερευνών, τα αρχεία, η φιλοξενία του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης είναι αφορμές πειραματισμού για τις χρήσεις του αύριο και την επιλογή των επιχειρηματικών δράσεων που θα εξασφαλίσουν την οικονομική βιωσιμότητα και την αειφορία της πιο μεγαλόπνοης αστικής παρέμβασης στον ελληνικό χώρο.

Ακριβώς γι` αυτό η φετινή Διεθνής `Εκθεση τονίζει περισσότερο από ποτέ το πιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό της, δηλαδή τη συνάντηση της αγοράς με την κοινωνία και τους φορείς άσκησης των δημόσιων πολιτικών. Η επιτυχία, και ενίοτε η ένταση, αυτού του διαλόγου νομιμοποιούν την ετήσια εξαγγελία στη Θεσσαλονίκη της οικονομικής κυβερνητικής πολιτικής. Η περιορισμένη πάντως εκθεσιακή συμμετοχή του δημόσιου τομέα εξαιτίας των δημοσιονομικών περιστολών δεν υπενθυμίζει μόνο την κόπωση του θεσμού της γενικής έκθεσης. Τονίζει ταυτόχρονα την ανάγκη να αναζητηθεί τρόπος διατήρησης του συμβολικού ρόλου της πόλης σε συνάρτηση με νέου τύπου εκθεσιακές διοργανώσεις και, κυρίως, με οικονομικά γεγονότα διεθνούς ακτινοβολίας.»