Με την ευκαιρία των εγκαινίων της 75ης ΔΕΘ φιλοξενήθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής στις 12 Σεπτεμβρίου το παρακάτω κείμενό μου 

Η Θεσσαλονίκη και η Έκθεσή της έχουν ανοίξει τον βηματισμό τους. Έχουν πια τη βεβαιότητα ότι δεν μπορούν να παραμένουν στάσιμες, αμέτοχες στις εξελίξεις και ανέτοιμες να απαλλαγούν από τις φοβίες και τα βαρίδια της ομφαλοσκοπικής προσέγγισης του παρελθόντος. Ήδη το πείραμα της ΔΕΘ να υπερβεί τον ρόλο του φορέα-σύμβολο και να αναδειχθεί σε μια δυναμική δημόσια επιχείρηση, που συγκροτεί έναν ισχυρό μοχλό ανάπτυξης συμπίπτει με τον δυναμισμό που αναπτύσσεται στην πόλη: η ανάγκη για ρηξικέλευθες τομές στην πόλη είναι κοινή συνείδηση μιας όλο και πιο δραστήριας και ευφάνταστης τοπικής κοινωνίας των πολιτών, που βρίσκει τον συνομιλητή της στο ηγετικό πεδίο του κεντρικού πολιτικού συστήματος.

Ο εθνικός εκθεσιακός φορέας προσδιορίζει με σαφήνεια το αναπτυξιακό του όραμα που επανεντάσσει τα εταιρικά σχήματα της ΔΕΘ και της Helexpo στον διεθνή εκθεσιακό χάρτη με τη χάραξη μιας εθνικής ανταγωνιστικής εκθεσιακής πολιτικής. Στις νέες συνθήκες, η δική μας απάντηση στην κρίση είναι η κατάκτηση από σήμερα μιας νέας εξωστρεφούς επιχειρηματικής ταυτότητας για την Helexpo με αιχμή την υλοποίηση καινοτόμων εκθεσιακών προϊόντων στους τομείς των υπηρεσιών, της νέας τεχνολογίας και της νεανικής επιχειρηματικότητας. Η διεθνοποιημένη επιχειρηματική ανάπτυξη της Helexpo χωρίς την καθυστέρηση της αναμονής του «μεγάλου έργου» είναι αυτή που θέτει τον τόνο και τις προϋποθέσεις επιτυχίας του εγχειρήματος της δημιουργίας του νέου εκθεσιακού κέντρου.

Με όχημα τη ΔΕΘ δρομολογείται μια ευρεία αναπτυξιακή παρέμβαση για τη Θεσσαλονίκη, η οποία περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός νέου εκθεσιακού κέντρου στη Σίνδο, την ανάπτυξη αυτοτελών συνεδριακών υποδομών, καθώς και τη δημιουργική ανάπλαση του υφιστάμενου εκθεσιακού χώρου στο κέντρο της πόλης με ήπιες δράσεις και έναν πράσινο πνεύμονα στη διάθεση των πολιτών.

Η προετοιμασία για την υλοποίηση των στόχων αυτών έχει ήδη ξεκινήσει, με την προκήρυξη ανοιχτού διεθνούς διαγωνισμού για την εκπόνηση των σχετικών μελετών. Η διαδικασία θα κινηθεί με ταχύτητα ώστε να μη χαθεί άλλος χρόνος. Αυτονόητος καταστατικός όρος της όλης διαδικασίας είναι ότι ο διαφανής και ανοιχτός διάλογος στην πόλη θα καθορίζει το μέτρο αξιολόγησης των μελετητικών προτάσεων. Η πρόκληση αυτή δημιουργεί από μόνη της την αισιόδοξη οπτική της φετινής Γενικής Έκθεσης, που περισσότερο από κάθε άλλη φορά αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για ένα ζωντανό και εξωστρεφή διάλογο της αγοράς με την κοινωνία και την πολιτική ηγεσία της χώρας, με κοινό το βλέμμα όλων στην αειφόρο αναπτυξιακή πορεία της πόλης μας. Οι εκθεσιακές υποδομές αποτελούν από μόνες τους μια πρόκληση συνέργειας της ΔΕΘ με την πόλη και τους ανθρώπους της. Ένα πρώτο δείγμα της αποτυπώνεται σε πρόσφατη έρευνα που διενεργήθηκε για τη Θεσσαλονίκη από την εταιρεία ερευνών «to the point» (http://www.tothepoint.gr/t opic.php?Article-ID=64). Σε ερώτηση που αφορά τη μορφή χρήσης και αξιοποίησης των τωρινών εγκαταστάσεων της ΔΕΘ, οι Θεσσαλονικείς προτάσσουν τη δημιουργία χώρου πρασίνου (48,1%), καταγράφοντας την υψηλή οικολογική προσδοκία τους. Την ίδια στιγμή είναι ανοιχτός ένας χώρος διαλόγου και διαβούλευσης για τη μορφή της αξιοποίησής τους με ήπιες επιχειρηματικές δράσεις εντός όμως ενός πράσινου αναπτυξιακού σχεδίου (32,3%).

Η Γενική Έκθεση του Σεπτεμβρίου διατηρεί έντονα στους πολίτες της Θεσσαλονίκης την αίσθηση του συμβολικού της χαρακτήρα, η οποία στην ίδια έρευνα αποτυπώνεται αρχικά στην αναγνωρισιμότητα της συμβολής της στην πόλη: 3 στους 4 θεωρούν ότι η Γενική Έκθεση -και όχι οι κλαδικές- συμβάλλει στην προβολή της Θεσσαλονίκης, τονώνοντας ταυτόχρονα την τοπική οικονομία, προσελκύοντας τουρισμό και δημιουργώντας επενδυτικές ευκαιρίες. Επιπλέον, ο χαρακτήρας της καθρεφτίζεται στο κυρίαρχο νοσταλγικό τους συναίσθημα για τη ΔΕΘ. Στους Θεσσαλονικείς δεν λείπει ο ενθουσιασμός, όμως η απογοήτευση και η συγκρατημένη αισιοδοξία για την Έκθεσή τους υπαγορεύει την αναζήτηση ενός νέου σαφώς επαναπροσδιορισμένου, ισχυρού ρόλου της ΔΕΘ για την πόλη, με τη διατήρηση του συμβολικού της ειδικού βάρους αλλά και ουσιαστική ενδυνάμωσή του με νέου τύπου εκθεσιακές διοργανώσεις και, κυρίως, με οικονομικά γεγονότα διεθνούς εμβέλειας.