Διαβάστε τη συνέντευξη μου στο δημοσιογράφο Αχιλλέα Χεκίμογλου που δημοσιεύτηκε στις 12 Σεπτεμβρίου στο ΒΗΜΑ της Κυριακής.

– Μήπως έφτασε η ώρα για ανανέωση της ΔΕΘ;

«Ο θεσμός της γενικής έκθεσης, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως, περνάει φάση ύφεσης και κόπωσης. Στη Θεσσαλονίκη η γενική έκθεση, επειδή διοργανώνεται από τον εθνικό εκθεσιακό φορέα, έχει ενταχθεί στην κυβερνητική ατζέντα εδώ και πάρα πολλά χρόνια και αποτελεί τον συμβολικό τόπο της εξαγγελίας της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Από αυτό το γεγονός έχει ανάγκη η πόλη, όπως όλες οι πόλεις έχουν ανάγκη από συμβολικά γεγονότα. Η διατήρηση αυτού του συμβολικού ρόλου της Θεσσαλονίκης δεν συνεπάγεται ότι ντε και καλά κρατάμε έναν θεσμό όπως η γενική έκθεση με τα πάγια χαρακτηριστικά του. Προσπαθούμε να πιάσουμε το παλιό νήμα που λέει ότι το εκθεσιακό γεγονός συνδυάζεται πάντα με ένα καινοτομικό γεγονός. Αυτό φαίνεται στην εφετινή έκθεση, είναι ένα πείραμα, θεματοποιούμε τη γενική έκθεση και τη συνδέουμε με το παλιό νήμα της καινοτομίας».

– Και πώς θα βελτιώσουμε το εκθεσιακό προϊόν;

«Το δυναμικό κομμάτι είναι τα κλαδικά εκθεσιακά γεγονότα. Εκεί πρέπει να σκεφτεί κανείς αλλαγές προσανατολισμού και στροφή προς την υπηρεσία. Π.χ. μπορείς να συνδυάσεις τα δομικά υλικά με το real estate, το βιβλίο με τη γραφιστική και την εικονογράφηση ή τα αγροτικά μηχανήματα με τη βιολογική καλλιέργεια. Το προϊόν πρέπει να γίνει πιο πολυσύνθετο, αλλά και να στραφεί προς αυτό που η ελληνική οικονομία μπορεί να σηκώσει: την υπηρεσία».

– Πώς θα έρθει η διεθνοποίηση της ΔΕΘ;

«Διεθνοποιείται μια έκθεση όταν διεθνοποιείται και η πόλη. Άρα δεν μπορούμε να βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο. Δεν αποτελεί η έκθεση τον μοχλό που θα διεθνοποιήσει την πόλη. Η πόλη πρέπει να διεκδικήσει ταυτόχρονα τις δικές της υποδομές, τη σύνδεσή της με τις γειτονικές χώρες και την Ευρώπη και τις θαλάσσιες μεταφορές. Π.χ. συζητούμε και έχουμε εξαιρετικές σχέσεις με επιχειρηματικούς φορείς στην Κρήτη, πλην όμως, δεν έχουμε το επόμενο βήμα, διότι λείπει το βαπόρι! Επίσης, ένα στοίχημα που μπορεί να κερδηθεί είναι η στήριξη της νεανικής επιχειρηματικότητας. Να γνωρίζει το διεθνές κοινό ότι εδώ θα βρει κανείς νέες ιδέες από νέους ανθρώπους και να γίνει τόπος συνάντησης επενδυτών που προσπαθούν να εντοπίσουν start up επιχειρήσεις. Ακόμη, σημαντικό προϊόν μπορεί να είναι και ο πολιτισμός, διότι μπορεί να φέρει ειδικό τουρισμό και να αναπτυχθεί επιχειρηματικά».

– Μπορεί να πάει η ΔΕΘ στη Σίνδο;

«Μια έκθεση μπορεί να πάει οπουδήποτε, αρκεί να εξασφαλιστούν οι υποδομές και η λειτουργία της. Δεν υπάρχει κάποιος τόπος, ο οποίος είναι απαγορευτικός. Προφανώς, από την πολιτική ηγεσία και με τη σύμφωνη γνώμη της τοπικής πολιτικής ηγεσίας, επιλέχθηκε η έκθεση να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης και ανάπλασης του συνόλου της πόλης. Η επιλογή του τόπου έχει περισσότερες σκοπιμότητες και στοχεύσεις. Αυτό που είναι διαφορετικό στην τωρινή συγκυρία είναι ότι δεν περιμένουμε τη μετεγκατάσταση για να αναπτυχθεί η έκθεση. Μετεγκατάσταση και επιχειρηματική δραστηριότητα είναι δύο δρόμοι παράλληλοι».

– Σε περίπτωση που δεν πάει καλά κάτι με τη Σίνδο, υπάρχει Ρlan Β;

Δεν θα μπω στη λογική του ότι κάτι δεν θα πάει καλά. Ούτε μπορώ να σκεφτώ τι δεν μπορεί να πάει καλά, εφ΄ όσον υπάρξουν μελέτες βιωσιμότητας για δύο πράγματα: για το εκθεσιακό κέντρο δυτικά και για την ανάπλαση του χώρου εδώ στο κέντρο. Η προσωπική μου αντίληψη είναι ότι η ανάπλαση του χώρου στο κέντρο πρέπει να εξασφαλίζεται από μια αειφορία. Να απελευθερωθεί δηλαδή χώρος και να αναπτυχθούν εντός του καινούργιου χώρου εκείνες οι δραστηριότητες, οι ήπιες, που θα εξασφαλίζουν όμως την οικονομική βιωσιμότητα. Η ιστορία του Ελληνικού και της ΔΕΘ έχουν πάρα πολλές ομοιότητες. Είναι δύο παράλληλα μεγάλα στοιχήματα αστικών αναπλάσεων και τα μεγαλύτερα που έχουν απομείνει στην Ευρώπη. Ειδικά για τη Θεσσαλονίκη, αυτός ο τεράστιος, δημόσιος χώρος γειτνιάζει και με άλλους δημόσιους χώρους. Το εγχείρημα είναι ακόμη πιο μεγάλο από ό,τι φαίνεται».

– Η πρόσφατη κοινή συνεδρίαση των διοικητικών συμβουλίων ΔΕΘ και ΗΕLΕΧΡΟ σηματοδοτεί την έναρξη μιας πιθανής επανενοποίησης των δύο εταιρειών;

«Το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα δράσουν οι δύο εταιρείες περιέχει μια πολύ μεγάλη βεντάλια δυνατοτήτων που ξεκινάει από τη συγχώνευση των δύο εταιρειών και φτάνει ως τη συνέχιση δύο αυτόνομων δράσεων. Είναι κάτι που αποτελεί αντικείμενο μελέτης που προκήρυξε η ΗΕLΕΧΡΟ ΑΕ. Αυτό που είναι εντολή και υποχρέωση των νυν διοικήσεων είναι να επιλυθούν τα προβλήματα του παρελθόντος. Άλλωστε υπάρχει κοινός μέτοχος και για τα προβλήματα αυτά υπάρχει πολιτική ευθύνη σε επίπεδο κεντρικής εξουσίας από την προγενέστερη κυβέρνηση. Οι διοικήσεις είναι εντεταλμένες. Αυτός που αποφασίζει είναι ο μέτοχος, δηλαδή το ελληνικό Δημόσιο».

– Άρα να μη ρωτήσω ποιος χρωστάει σε ποιον;

«Μη ρωτήσετε διότι σε τελική ανάλυση το οικονομικό αποτέλεσμα των χρεών και των απαιτήσεων καταλήγει στην ίδια τσέπη. Στην τσέπη του μετόχου, δηλαδή του ελληνικού Δημοσίου. Εμείς πάντως ήδη ξεκινήσαμε κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ στα χρονικά: την κοινή συνεδρίαση των δύο διοικητικών συμβουλίων».

– Κατά καιρούς τα ονόματα των δύο εταιρειών προτείνονται για μετοχοποίηση .

«Στο επιχειρηματικό σκέλος της ΗΕLΕΧΡΟ είναι αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρξουν συνεργασίες. Το βέλτιστο σχήμα θα προκύψει από τη μελέτη που προκηρύσσει η ΗΕLΕΧΡΟ ΑΕ. Αν αυτό θα έχει τη μορφή μετοχοποίησης, πώλησης μετοχών ή στρατηγικού επενδυτή, είναι κάτι που σε κάθε περίπτωση είναι προς διερεύνηση. Ως προς τη ΔΕΘ όποια και να είναι η λύση που θα επιλεγεί, είναι βέβαιον ότι θα λάβει υπόψη της ότι η εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια μιας τεράστιας δημόσιας έκτασης».

– Έχετε κάποια σχέδια για το εκθεσιακό της Αθήνας;

«Δεν μπορούμε να συζητούμε για τη διεθνοποίηση των εκθεσιακών γεγονότων και να μην έχουμε στο μυαλό μας και ένα άλλο αυτονόητο βήμα. Την εκθεσιακή παρουσία του φορέα μας στην Αθήνα. Η έκθεση της Θεσσαλονίκης ως ένας συλλογικός θεσμός δεν είναι περιφερειακός, αλλά κεντρικός, άρα μπορεί να αναπτύξει δράση και στην Αθήνα».

– Πρόσφατα δεχθήκατε έντονη κριτική για μια παλαιότερη δήλωσή σας, στην οποία δηλώσατε «ελληνόφωνος, ευρωπαίος, κεντροαριστερός δικηγόρος». Γιατί δεν απαντήσατε επιτόπου στις επικρίσεις;

«Να απαντήσω σε τι; Στην πραγματικότητα απομονώθηκε και παραποιήθηκε μια φράση από τη συμμετοχή μου σε μια εκδήλωση, με στόχο από συγκεκριμένους κύκλους να εμφανιστώ ως κάτι διαφορετικό από αυτό που πράγματι είμαι και που είναι το αυτονόητο. Ότι είμαι έλληνας πολίτης αυτής της χώρας. Την αμφισβήτηση του αυτονόητου δεν τη νομιμοποιώ με εξηγήσεις και απαντήσεις».