Στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ στις 31.1.2011 φιλοξενήθηκε το παρακάτω κείμενό μου με σκέψεις για τις θετικές προοπτικές του δικηγορικού επαγγέλματος μετά το νομοσχέδιο για το άνοιγμά του.

Δεν χρειάζονται πολλές κουβέντες: οι διατάξεις, που προτείνονται για το δικηγορικό επάγγελμα με το προσχέδιο του νόμου «Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας. Κατάργηση των περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων», κινούνται στην απολύτως σωστή κατεύθυνση. Καταργούνται οι απαράδεκτοι γεωγραφικοί περιορισμοί με τις πενηντατόσες «δικηγορικές συνοριακές γραμμές» στο εσωτερικό της χώρας, θεσπίζονται οι προϋποθέσεις για τη σύνταξη ενός ρεαλιστικού αμοιβολόγιου (… επιτέλους καταργείται η τελευταία επιβίωση της δραχμής, που ως «μεταλλική» στοίχειωνε στον Κώδικα Δικηγόρων) και διασφαλίζονται τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων και των δικηγορικών συλλόγων (… τι γίνεται με τα έσοδα αυτά είναι άλλο θέμα, όπως άλλο θέμα είναι οι ευθύνες των δικηγορικών συλλόγων για την οικειοθελή περιστολή των προνοιακών κοινωνικών παροχών ή την επένδυση των διαθέσιμων σε επισφαλή προϊόντα με αποκορύφωμα το ομόλογο της ΑΣΠΙΣ του Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Δικηγόρων Θεσσαλονίκης και τα δομημένα ομόλογα του Ταμείου Υγείας Δικηγόρων Επαρχίας).

Το όφελος είναι τεράστιο για τη συντριπτική πλειοψηφία των δικηγόρων της χώρας, δηλαδή των δικηγόρων της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, που αποκτούν την απρόσκοπτη δυνατότητα δραστηριοποίησης σε νέες αγορές, αλλά και όσων δικηγόρων της περιφέρειας επιθυμούν την ποιοτική και χωρική αναβάθμιση των υπηρεσιών τους, καθώς και την ισότιμη και αξιοπρεπή δικτύωσή τους με κεντρικά δικηγορικά γραφεία. Εξίσου μεγάλο είναι και το όφελος του πολίτη της περιφέρειας που στο εξής θα μπορεί να αναζητά την προσιτή και ποιοτική υπηρεσία, την οποία συχνά του στερούν ποικίλοι συντεχνιασμοί στο όνομα μίας δήθεν συναδελφικής αλληλεγγύης.

Πέρα όμως από τη δικηγορική εργασία, το νέο θεσμικό πλαίσιο δημιουργεί δύο κομβικές προκλήσεις για το δικηγορικό συνδικαλισμό. Η πρώτη είναι η αυτονόητη υποχρέωση συγκρότησης αντιπροσωπευτικού δευτεροβάθμιου συνδικαλιστικού οργάνου στη θέση της αντιδημοκρατικής και παρωχημένης Ολομέλειας των Προέδρων, η οποία το μόνο που καταφέρνει είναι η κατοχύρωση του «δικαιώματος» της ελάχιστης μειοψηφίας του σώματος να επιβάλλει την επαγγελματική και συνδικαλιστική της αντίληψη στο σύνολο των δικηγόρων της χώρας. Ο τρέχων τραγέλαφος μίας Ολομέλειας Προέδρων που συνεδριάζει χωρίς σύγκληση από τον Πρόεδρό της, χωρίς τη συμμετοχή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και αποφασίζει πανελλαδική αποχή μίας εβδομάδας εν γνώσει της αντίθετης απόφασης του ΔΣ του ΔΣΑ, τα μέλη του οποίου εργάζονται κανονικά, δείχνει ότι ο υφιστάμενος δικηγορικός συνδικαλισμός έχει περιέλθει σε απόλυτη ανυποληψία.

Η δεύτερη πρόκληση είναι πιο σύνθετη. Αφορά στη μετεξέλιξη των δικηγορικών συλλόγων σε φορείς συλλογικής διαπραγμάτευσης των αμοιβών και των όρων παροχής της δικηγορικής υπηρεσίας και εργασίας σε μεγάλους εντολείς (τράπεζες, δημόσιο, ΔΕΚΟ, τοπική αυτοδιοίκηση, ασφαλιστικές εταιρίες, συνδικαλιστικές οργανώσεις κλπ). `Ετσι, για παράδειγμα, η «έγγραφη συμφωνία» για τη δικηγορική αμοιβή που προβλέπει το νέο άρθρο 92 του Κώδικα Δικηγόρων μπορεί να είναι το αποτέλεσμα συλλογικών συμβάσεων ανάμεσα στους φορείς του δικηγορικού συνδικαλισμού και τους φορείς που εκπροσωπούν τους μεγάλους εντολείς. Η αποστολή αυτή είναι κρίσιμη και από την αποδοχή της ή μη ως συνδικαλιστικής στρατηγικής εξαρτάται η αναγκαία μετάβαση -επιτέλους- του δικηγορικού συνδικαλισμού από τη ρητορεία του πάλαι ποτέ αριστοκρατικού λειτουργήματος στον πραγματικό κόσμο της δικηγορικής εργασίας.