Με το άρθρο 30 παρ.1 και 2 του νόμου 3904/2010 (ΦΕΚ Α` 218) για τον «εξορθολογισμό της ποινικής δικαιοσύνης» επεκτείνεται κι άλλο η μερική αποποινικοποίηση των πράξεων της μη καταβολής και της παρακράτησης ασφαλιστικών εισφορών. Είχαν προηγηθεί, αρχικά, το άρθρο 33 του νόμου 3346/2005, που καθιέρωσε ως όριο του μη αξιόποινου την οφειλή έως 2.000ευρώ, και, στη συνέχεια,  το άρθρο 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 16.9.2009 (κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του νόμου 3814/2010) που αύξησε το όριο στο ποσό των 5.000 ευρώ.

Η διατύπωση της νέας διάταξης είναι η εξής: «1. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967  απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. 2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967  απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζόμενων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ».

Από τη διατύπωση αυτή συνάγεται ότι ο ποινικός νομοθέτης αντιμετωπίζει πλέον με διαφοροποιημένο τρόπο τα αδικήματα που ανακύπτουν εξαιτίας οφειλών προς το ΙΚΑ, αφού εισάγει άλλο όριο του μη αξιόποινου για τη μη καταβολή των εργοδοτικών εισφορών (20.000 ευρώ) και άλλο -αυστηρότερο- όριο για την «υπεξαίρεση» από τον εργοδότη των εργατικών εισφορών (10.000 ευρώ). Η διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των δύο αδικημάτων αποτελεί σημαντική αλλαγή σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 33 του νόμου 3346/2005 και 4 της ΠΝΠ της 16.9.2009 (η τελευταία είχε ως εξής: «Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Φ.Ε.Κ. Α’ 136) απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ»), από τις οποίες συναγόταν γραμματικά ότι θεσπίζεται συνολικό όριο του μη αξιόποινου που αφορά στα δύο αδικήματα από κοινού. Επισημαίνεται ότι με τη νέα της διατύπωση η νομοθεσία εναρμονίζεται με την κρατούσα νομολογία (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 957/2006), η οποία, παρά το γράμμα των προηγούμενων διατάξεων, είχε καταλήξει ότι το ποσοτικό όριο αναφέρεται ξεχωριστά στο σύνολο της εργατικής και στο σύνολο της εργοδοτικής εισφοράς. Στην πράξη, άρα, η νομολογία ήδη αντιμετώπιζε ως δύο διαφορετικά «σύνολα» τα ποσά που αναγράφονται στο κατηγορητήριο αφενός για τις εργατικές και αφετέρου για τις εργοδοτικές εισφορές.

Παρά τη νέα τους διατύπωση και τη σημαντική αποποινικοποίηση που επιτυγχάνουν, οι διατάξεις δογματικά παραμένουν προβληματικές και άδικες όσο το όριο του μη αξιόποινου δεν συνδυάζεται και με τη νομοθετική πρόβλεψη ορισμένου συνολικού χρονικού διαστήματος, εντός του όποιου διαπράττονται οι συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις και παραλείψεις. `Ετσι, συνεχίζει το αξιόποινο να εξαρτάται από τυχαία γεγονότα. Αν, για παράδειγμα, υπάρχουν περισσότερες ΠΕΕ για διάφορα χρονικά διαστήματα και περιληφθούν όλες σε μία μήνυση του ΙΚΑ, μπορεί τα όρια να ξεπεραστούν, ενώ αν το ΙΚΑ υποβάλει ξεχωριστές μηνύσεις για κάθε ΠΕΕ μπορεί τα όρια να μην υπερβαίνονται. Επίσης, είναι πιθανό σε μία μικρή επιχείρηση με λίγους εργαζόμενους να γίνει έλεγχος του ΙΚΑ για διάστημα δύο ή και τριών ετών και να προκύψουν συνολικές οφειλές που υπερβαίνουν τα όρια, ενώ, αντίστροφα, σε μία μεγάλη επιχείρηση με πολλούς εργαζόμενους μπορεί να γίνονται τακτικοί έλεγχοι, που να αφορούν σε μικρά χρονικά διαστήματα, για κάθε ένα από τα οποία δεν παρουσιάζεται υπέρβαση των ορίων.

Οι πρακτικές (ευνοϊκές) συνέπειες της νέας διάταξης είναι σημαντικές:

1. Ως ευμενέστερη θα εφαρμοστεί σε κάθε εκκρεμή δίκη οποιουδήποτε βαθμού. `Αρα, όπου υπάρχει προθεσμία, πρέπει να ασκηθούν τα ένδικα μέσα της έφεσης ή της αναίρεσης για να ανατραπούν καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούν σε ποσά μικρότερα των νέων ορίων των 20.000 και 10.000 ευρώ.

2. Σε περίπτωση αμετάκλητων καταδικαστικών αποφάσεων για ποσά μικρότερα των νέων ορίων ο εισαγγελέας μετά από αίτηση του καταδικασθέντος εκδίδει διάταξη για τη μη εκτέλεση της ποινής. Η διάταξη αυτή, βέβαια, δεν αίρει τις υπόλοιπες συνέπειες της ποινής.

3. Στην πράξη αποποινικοποιείται το σύνολο των υποθέσεων που αφορούν σε εισφορές προς τον ΟΑΕΕ (πρώην ΤΕΒΕ, ΤΣΑ και ΤΑΕ), καθώς το ταμείο αυτό συνήθως περιλαμβάνει στις μηνύσεις του το ετήσιο ποσό της εισφοράς, το οποίο δύσκολα υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ.