Διαβάζω ότι η Ολομέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του Κανονισμού της Βουλής (περιέχεται στο άρθρο 43 Α) που προβλέπει ότι η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής μπορεί να καλεί σε ακρόαση τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για θέματα που αφορούν σε λειτουργικά ζητήματα της δικαιοσύνης προς το σκοπό της ενίσχυσης της διαφάνειας. Το σκεπτικό των ανώτατων εισαγγελέων είναι ότι η κλήση και η ακρόαση υποκρύπτουν δυνατότητα ελέγχου της δικαστικής εξουσίας, η οποία «υπονοείται από την εξουσιαστική μορφή της κλήσεως και της ακροάσεως και διευκολύνεται από τη γενικότητα του αντικειμένου της ακροάσεως».

Η κρίση αυτή, εκτός από πολιτικό ατόπημα, θεσμικά προσβάλλει το ελληνικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Κατά το Σύνταγμα ο έλεγχος αυτός είναι μεν διάχυτος (μπορεί άρα να γίνει από οποιοδήποτε δικαστικό σχηματισμό), αλλά παραμένει συγκεκριμένος, δηλαδή περιορίζεται στο πλαίσιο της «επίδικης» εφαρμογής της «ύποπτης» για αντισυνταγματικότητα διάταξης και δεν επιτρέπεται να αχθεί σε αφηρημένα και γενικά συμπεράσματα, που δεν είναι κρίσιμα για το σχηματισμό δικαιοδοτικής κρίσης για την εξεταζόμενη υπόθεση. Με άλλα λόγια, κατά το ελληνικό σύστημα, είναι πιθανό η ίδια διάταξη να κριθεί άλλοτε ότι εφαρμόζεται με αντισυνταγματικό τρόπο και άλλοτε ότι ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε σύμφωνα με το Σύνταγμα.

`Ετσι και στην περίπτωσή μας: Αν η κλήση της κοινοβουλευτικής επιτροπής αφορούσε, για παράδειγμα, στην παροχή εξηγήσεων για την καθυστέρηση μίας υπόθεσης ή για την έκβαση μίας άλλης ή, αν ακόμη, εκτρεπόταν σε ένα τέτοιο αντικείμενο η συζήτηση με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής, σαφώς θα βρισκόμασταν ενώπιον μιας αντισυνταγματικής εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης. Σε μία τέτοια εφαρμογή εννοείται ότι δικαιούται να τοποθετηθεί είτε η Ολομέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου είτε και ο ίδιος ο υπό ακρόαση Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Αντίθετα, πριν από μία τέτοια διαπίστωση και μόνο προ ενός ενδεχόμενου (ούτε καν επικείμενου…) κινδύνου, η κρίση για την αντισυνταγματικότητα της διάταξης είναι και έωλη και αντίθετη προς το Σύνταγμα.

`Αλλωστε, ο ίδιος ο νομοθέτης, προς αποφυγή κάθε υπόνοιας ελέγχου της δικαστικής εξουσίας, με πολλή προσοχή όρισε τόσο το θέμα της ακρόασης, δηλαδή τα λειτουργικά, και όχι τα ουσιαστικά, ζητήματα της δικαιοσύνης, όσο και το σκοπό της, δηλαδή τη διαφάνεια. Επιπλέον, αποκλείοντας κάθε άλλο δικαστικό λειτουργό, περιόρισε την ακρόαση των δικαστών μόνο στον κύκλο των προέδρων και των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, καθώς και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Από την απαρίθμηση αυτή προκύπτει ότι πρόκειται για τους ανώτατους δικαστές που κατά το Σύνταγμα διορίστηκαν στο αξίωμά τους με απόφαση της κυβέρνησης. Είναι, το λιγότερο, παράδοξο γι` αυτούς τους δικαστές ο ενδεχόμενος κίνδυνος χειραγώγησής τους από άλλη εξουσία να μην ανακύπτει κατά τον κυβερνητικό διορισμό τους, αλλά να ανακαλύπτεται με αφορμή την ακρόασή τους από μία κοινοβουλευτική επιτροπή.