Στις 9 Δεκεμβρίου 2011 στα γραφεία της Δικηγορικής Εταιρίας ΚΟΣΜΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ στο Αγγελοχώρι διργανώθηκε από το Γερμανικό Δικηγορικό Σωματείο στην Ελλάδα (Deutscher AnwaltVerein Griechenland DAV) μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση με θέμα «Απελευθέρωση του δικηγορικού επαγγέλματος. Ευκαιρία για καινοτόμες αλλαγές;» («Deregulierung des Anwaltsberufes. Eine Chance fur innovative Anderungen?»).

Ομιλητές ήταν ο συνάδελφος  κ. Ingo Hauffe (Rechtsanwalt, Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Στουτγάρδης, λέκτορας στην Σχολή Διοίκησης και Οικονομικών Επιστημών του Ludwigsburg, μέλος της νομοθετικής επιτροπής του Ομοσπονδιακού Δικηγορικού Συλλόγου Γερμανίας), ο οποίος ανέπτυξε το θέμα „Πρόσφατες εξελίξεις στο επαγγελματικό δίκαιο δικηγόρων στην Γερμανία“ („Berufsrechtliche Entwicklungen in Deutschland“) και ο συνάδελφος κ. Michael Laux (LL.M., S.S.C., Πρόεδρος DAV Ελλάδος, Rechtsanwalt, ειδικευμένος στο εμπορικό και εταιρικό δίκαιο, Solicitor και Notary Public στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, Διαιτητής CiArB), οποίος ανέπτυξε το θέμα „Πρόσφατες εξελίξεις στο επάγγελμα του δικηγόρου στη Μεγάλη Βρετανία“ („Marktrechtliche Entwicklungen des Anwaltsberufes in Großbritannien“).

Την εκδήλωση χαιρέτησαν ο κ. Klaus Bormann (Πρόξενος, μόνιμος Αναπληρωτής του γενικού Πρόξενου Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη) και ο οικοδεσπότης συνάδελφος κ. Αβραάμ Κοσμίδης (Μέλος του διοικητικού Συμβουλίου DAV Ελλάδος,  Rechtsanwalt και Δικηγόρος).

Ακολουθεί η δική μου εισαγωγική ομιλία με θέμα «Επαγγελματική κατάσταση των δικηγόρων στην Ελλάδα και ανάγκη αναθεώρησης».

Ευχαριστώ θερμά για την πολύ τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχω στη σημερινή εκδήλωση τόσο την DAV όσο και τη φιλόξενη δικηγορική εταιρία ΚΟΣΜΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ και ιδίως τους συναδέλφους Αβραάμ Κοσμίδη και Ζωή Παπαδοπούλου που είχαν την υπομονή και την καλοσύνη να ανεχτούν την κακή μου συνήθεια της τελευταίας στιγμής.

[Ι. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο]

Ξεκινώ χωρίς ιδιαίτερη εισαγωγή με μια σύντομη περιγραφή της ισχύοντος θεσμικού πλαισίου. Ελπίζω να μην κουράσει τους έλληνες συναδέλφους και να φανεί χρήσιμη για τη συζήτηση με τους καλεσμένους μας.

Στην Ελλάδα η πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα είναι απολύτως ελεύθερη. Στην πράξη κάθε απόφοιτος νομικής σχολής μετά από 18μηνη άσκηση και μια τυπική εξέταση γίνεται μέλος ενός Δικηγορικού Συλλόγου. Το numerus clausus που ίσχυε παλιότερα καταργήθηκε από το δικτατορικό καθεστώς στα τέλη της δεκαετίας του `60.

Το δικηγορικό επάγγελμα διέπεται από τον Κώδικα Δικηγόρων και στο εσωτερικό δίκαιο έχουν ενσωματωθεί κανονικά και έγκαιρα όλες οι κοινοτικές οδηγίες που το αφορούν.

Οι δικηγόροι είναι υποχρεωτικά μέλη τοπικών δικηγορικών συλλόγων –αυτοί είναι πάνω από 60-, οι οποίοι έχουν τη νομική μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

Οι δικηγορικοί σύλλογοι αυτοδιοικούνται πλήρως -άρα χαρακτηρίζονται ως νπδδ σωματειακής μορφής- και είναι αρμόδιοι για το σύνολο της υπηρεσιακής/επαγγελματικής κατάστασης του δικηγόρου (εγγραφή/διαγραφή, μεταθέσεις και πειθαρχικός έλεγχος).

Δεν υπάρχει ούτε εθνικός δικηγορικός σύλλογος ούτε αντιπροσωπευτικό δευτεροβάθμιο όργανο. Υφίσταται μόνο μια χαλαρή δευτεροβάθμια οργάνωση που τη συναπαρτίζουν ισότιμα οι πρόεδροι των δικηγορικών συλλόγων της χώρας.

Το δικηγορικό επάγγελμα επιτρέπεται να ασκείται με εταιρική μορφή. Προβλέπεται μόνο ένας τύπος δικηγορικής εταιρίας, δηλαδή αυτός της αστικής προσωπικής –άρα μη κεφαλαιουχικής. Απαγορεύεται η συμμετοχή δικηγόρου σε διεπαπαγγελματική εταιρία και προς το παρόν δεν επιτρέπεται η σύσταση εταιρίας μεταξύ δικηγόρων που ανήκουν σε σε διαφορετικούς δικηγορικούς συλλόγους. Είναι όμως βέβαιο ότι ο τελευταίος αυτός περιορισμός θα καταργηθεί άμεσα.

Ο Κώδικας Δικηγόρων προβλέπει αυστηρά ασυμβίβαστα με κάθε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα και απαγορεύει την ανάληψη διαχειριστικού ρόλου σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρία.

Ο Κώδικας Δικηγόρων προβλέπει αυστηρό -αλλά προ πολλού ανεφάρμοστου στην πράξη- σύστημα ελάχιστων αμοιβών με κύριο χαρακτηριστικό ότι η αμοιβή συνίσταται σε ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης ή της σύμβασης. Παράλληλα η φορολογική νομοθεσία έχει καθιερώσει για κάθε δικαστηριακή πράξη έναν κατάλογο ελάχιστων αμοιβών, οι οποίες στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων υπολείπονται κατά πολύ αυτών του κώδικα. Επί των ποσών του καταλόγου υπολογίζονται κρατήσεις υπέρ των δικηγορικών συλλόγων, ασφαλιστικών ταμείων, διανεμητικών λογαριασμών, καθώς παρακράτηση φόρου 15% ως προκαταβολή φόρου εισοδήματος.

Επιτρέπεται η έμμισθη εντολή δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, το ποσό της οποίας καθορίζεται από τον Κώδικα Δικηγόρων και δεν διαφοροποιείται για τους in-house δικηγόρους.

Προβλέπεται, τέλος, ως ιδιαίτερος τρόπος αμοιβής η εργολαβία δίκης, δηλαδή αμοιβή σε ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης, που καταβάλλεται όμως μόνο σε περίπτωση νίκης του εντολέα. Στην περίπτωση της εργολαβίας ο δικηγόρος επιβαρύνεται με όλα τα έξοδα.

Πρακτικά στην Ελλάδα, ενώ η δικηγορία διέπεται από ένα «αριστοκρατικό» θεσμικό πλαίσιο, ασκείται σε συνθήκες υπερπληθωρισμού που στην πλειονότητα των περιπτώσεων έχει ως συνέπεια τη συμπίεση των δικηγορικών αμοιβών. Ένα μεγάλο τμήμα του δικηγορικού πληθυσμού ασκεί το επάγγελμα αποσπασματικά ή περιστασιακά και ένα άλλο μεγάλο τμήμα ασκεί το επάγγελμα υπό αδιευκρίνιστες και ατυποποίητες συνθήκες «συνεργασίας», δηλαδή εξάρτησης, από άλλο δικηγόρο. Για μεγάλο διάστημα και μέχρι πρότινος η δικηγορία αποτελούσε μια κοινωνική ομπρέλα προστασίας, που χορηγούσε με σχετικά μικρό κόστος την ένταξη στο φορολογικό και κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα.

[ΙΙ. Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία (ν. 3919/11 για το άνοιγμα του επαγγέλματος)]

Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία για το «άνοιγμα» του επαγγέλματος συνίσταται σε δύο μέτρα:

1. Καταργήθηκε η απαγόρευση παράστασης δικηγόρου στα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια άλλης πλην της δικής του δικηγορικής περιφέρειας, χωρίς τη συμπαράσταση τοπικού δικηγόρου. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι εφόσον ο εντολέας αναθέσει τη δικαστική του υπόθεση σε μη τοπικό δικηγόρο, δεν επιβαρύνεται με δεύτερη ελάχιστη αμοιβή.

2. Καταργήθηκε το σύστημα της ελάχιστης προβλεπόμενης αμοιβής και επί της αρχής καθιερώθηκε ότι η αμοιβή συμφωνείται ελεύθερα μεταξύ δικηγόρου και εντολέα. Αν μάλιστα δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η ανώτερη αμοιβή που μπορεί να αναζητηθεί σε περίπτωση διαφωνίας είναι αυτή του φορολογικού καταλόγου.

Στην πράξη, η μη κατάργηση του φορολογικού καταλόγου και η συνέχιση της εξάρτησης όλων των φορολογικών και λοιπών κρατήσεων από τις αμοιβές που αυτός προβλέπει, έχουν δημιουργήσει ένα ιδιότυπο τεκμήριο δικηγορικών αμοιβών που προς το παρόν διατηρούν αμετάβλητο το καθεστώς των δικηγορικών αμοιβών.

Από όλα αυτά συνάγεται ότι μέχρι στιγμής η όποια αλλαγή δεν είναι μείζων και βρίσκεται μακριά από την αντιμετώπιση της σημερινής παθογένειας του επαγγέλματος ή την προσδοκία μιας νέας προοπτικής του.

Πολύ περισσότερο, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν επήλθε κάποιο περαιτέρω «άνοιγμα» του ήδη ξεχειλωμένου επαγγέλματος. Αντίθετα, το δικηγορικό επάγγελμα παρουσιάζει τάσεις συρρίκνωσης, όχι εξαιτίας θεσμικών αλλαγών στον τρόπο άσκησής του, αλλά εξαιτίας της γενικότερης οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα (η εμπειρική παρατήρηση δείχνει ότι το δικηγορικό εισόδημα παρακολουθεί αναλογικά τη διακύμανση του ΑΕΠ) και της -σε αρκετές περιπτώσεις- δυσβάστακτης, απότομης και απροειδοποίητης φορολογικής επιβάρυνσης των μεσαίων εισοδημάτων.

Η συρρίκνωση θα επιταθεί με τη διαφαινόμενη αύξηση της δαπάνης για την κοινωνική ασφάλιση και την κατάργηση μέρους της δικαστηριακής ύλης. `Ηδη μεγάλος νομικός εκδοτικός οίκος πληροφορεί ότι μέσα στο 2011 4.000 δικηγόροι της Αθήνας μετέφεραν την επαγγελματική τους έδρα στο σπίτι τους.

Επιπλέον, με εξαίρεση την κατάργηση των «τοπικών συνόρων» (που έχει μεγάλη ψυχολογική σημασία, αλλά αφορά σε μικρό μέρος της δικηγορικής ύλης), δεν θεσπίστηκε κάποιο μέτρο μείωσης του δικηγορικού κόστους. Αντίθετα, αυτό πρόσφατα επιβαρύνθηκε με την επιβολή για πρώτη φορά ΦΠΑ -και μάλιστα με συντελεστή 23%- επί της δικηγορικής αμοιβής. Επίσης, όπως είδαμε, ο εύλογος στόχος διατήρησης δημοσίων εσόδων προερχόμενων από την άσκηση της δικηγορίας, οδήγησε πρακτικά στη διατήρηση ενός συστήματος ελάχιστων αμοιβών.

[ΙΙΙ. Υπάρχει πεδίο για νέες μεταρρυθμίσεις;]

Κατά τη γνώμη μου το πεδίο της μεταρρύθμισης πρέπει να μετακινηθεί από τη ρητορεία για το ήδη δεδομένο «άνοιγμα» του επαγγέλματος σε πρακτικά μέτρα για τον εξορθολογισμό του. Αυτός πρέπει να υπηρετήσει τρεις αυτονόητους στόχους: την ποιοτικότερη παροχή δικηγορικής υπηρεσίας, τη δημιουργία διαφανών κι ευέλικτων μηχανισμών προστασίας του δικηγορικού εισοδήματος και τη νομοθετική αντιμετώπιση υπαρκτών, αλλά μέχρι στιγμής μη ρυθμιζόμενων, μορφών παροχής της δικηγορικής υπηρεσίας.

Συγκεκριμένα:

`Οσο πιο ανοικτό είναι το επάγγελμα, τόσο πιο έντονος πρέπει να είναι ο έλεγχος τήρησης της δικηγορικής δεοντολογίας. Επομένως, πρέπει να αναζητήσουμε θεσμούς πειθαρχικού ελέγχου και διαμεσολάβησης μεταξύ δικηγόρων ή δικηγόρων και εντολέων πέρα από τις πελατειακές δεσμεύσεις του δικηγορικού συνδικαλισμού.

`Οσο πιο ανοικτό είναι το επάγγελμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη πληρέστερης κατάρτισης στο στάδιο προ της εισόδου στο επάγγελμα, αλλά και διαρκούς επιμόρφωσης κατά τη διάρκεια της άσκησής του.

`Οσο πιο ανοικτό είναι το επάγγελμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη προστασίας της μεμονωμένης δικηγορικής μονάδας έναντι των ισχυρών εντολέων (τραπεζών, ασφαλιστικών εταιριών, φορέων του δημοσίου κλπ). Μια σκέψη είναι η καθιέρωση συλλογικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των δικηγορικών συλλόγων και των αντίστοιχων οργανώσεων των ισχυρών εντολέων για θέματα αμοιβών και όρων παροχής της έμμισθης ή της συστηματικής κατ` αποκοπή δικηγορικής υπηρεσίας.

`Οσο πιο ανοικτό είναι το επάγγελμα, τόσο πιο ισχυρή είναι η ανάγκη για μια κατά το δυνατό ομοιόμορφη άσκησή του, αλλά και για μια ισχυρή και δημοκρατική εκπροσώπηση του κλάδου μακριά από τον τοπικό συντεχνιασμό. `Αρα η θεσμοθέτηση Εθνικού Δικηγορικού Συλλόγου ή έστω αντιπροσωπευτικού δευτεροβάθμιου οργάνου είναι επιτακτική.

`Οσο πιο ανοικτό είναι το επάγγελμα, τόσο πιο ευέλικτες και πολύμορφες παρουσιάζονται οι μορφές παροχής της δικηγορικής υπηρεσίας. Ενδεικτικά, κατά τη γνώμη μου, πρέπει σε κάποιες περιπτώσεις να μειωθεί το κόστος της έμμισθης εντολής προς μικρομεσαίους εντολείς, να διαφοροποιηθεί το μισθολόγιο ανάλογα με το αν η έμμισθη υπηρεσία παρέχεται in-house ή όχι και, κυρίως, να καθιερωθεί ειδικό μισθολόγιο για την παροχή δικηγορικής υπηρεσίας προς δικηγόρο ή δικηγορική εταιρία.

Μπήκα στον πειρασμό αυτών προτάσεων, χωρίς να προχωρήσω σε λεπτομέρειες, κυρίως για να δείξω ότι και από το παράδειγμα της δικηγορίας προκύπτει ότι στην Ελλάδα τα κρισιμότερα μεγέθη δεν βρίσκονται στο δημοσιονομικό πεδίο, αλλά στο κόστος που επιφέρει ο χρόνιος ανορθολογισμός στη λειτουργία των θεσμών.

[IV. Επιλογικές σκέψεις]

Το δικηγορικό επάγγελμα δεν χαρακτηρίζεται πλέον ως «ανοικτό» μόνο λόγω του πλαισίου που το διέπει ή του αριθμητικού του κορεσμού. Είναι «ανοικτό» επειδή ασκείται κι αυτό στο νέο ψηφιακό περιβάλλον που καταργεί τα σύνορα, τις αποστάσεις και τον παραδοσιακό τρόπο προσωπικής επαφής με τον εντολέα ή τον παραδοσιακό τρόπο ανάπτυξης συνεργασιών.

Επομένως, επείγει πάντα -κι αυτό δεν είναι ελληνική υπόθεση- η ρύθμιση, για παράδειγμα, της δικηγορικής διαφήμισης που σήμερα γίνεται άναρχα στο διαδίκτυο ή η τυποποίηση κανόνων για την ηλεκτρονική παροχή δικηγορικής υπηρεσίας.

Το ευρωπαϊκό στοίχημα, για όσους από εμάς πιστεύουν ότι δεν έχει χαθεί, περιέχει και τον επιμέρους αγώνα για μια ομοιόμορφη, αποτελεσματική και δίκαιη δικαιοσύνη στο σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου και για το σύνολο των πολιτών που βρίσκονται εντός του.

Επιτρέψτε μου, στο πνεύμα των ημερών, να κλείσω διατυπώνοντας φωναχτά τη σκέψη ότι η δημοσιονομική απειθαρχία του ευρωπαϊκού νότου δεν είναι άσχετη με την κακή ποιότητα των αντίστοιχων εθνικών δικαιοδοτικών μηχανισμών.

Σας ευχαριστώ θερμά για την υπομονή και την προσοχή σας