2074ab72c9a5cd64d4bb3a4738cdc7f7_LΟι εκδηλώσεις για την επέτειο των 70 χρόνων από την πρώτη αποστολή εβραίων συμπολιτών μας στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ολοκληρώθηκαν την Κυριακή με ομιλίες του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και του προέδρου του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συμβουλίου Ronald Lauder στη συναγωγή της Θεσσαλονίκης.

Χωρίς περιστροφές, υποστηρίζω ότι η συμμετοχή του πρωθυπουργού στην κορυφαία αυτή αντιναζιστική εκδήλωση έδειξε ότι δεν διαθέτει αποφασιστικό φρόνημα απέναντι στο ρατσισμό και την ξενοφοβία που εξαπλώνονται ανησυχητικά στον κοινωνικό ιστό της χώρας και καταλαμβάνουν καίρια θέση στο πολιτικό της σύστημα. Εξηγούμαι:

Ο πρωθυπουργός προσήλθε στην εκδήλωση σημαντικά υπονομευμένος από τη συμπεριφορά μερίδας της ίδιας του της παράταξης, αφού λίγες μέρες πριν ο επικεφαλής του κομματικού μηχανισμού της Νέας Δημοκρατίας (ο γραμματέας της, βουλευτής Μιχάλης Κεφαλογιάννης) και ένας υπουργός του (ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης, παρακαλώ, Γιάννης Ιωαννίδης) καταψήφισαν την άρση ασυλίας του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Κασιδιάρη. Στην υπονόμευση αυτή ο πρωθυπουργός όχι μόνο δεν απάντησε, αλλά δεν φρόντισε να δείξει μια συμβολική έστω δυσαρέσκεια. Αντίθετα, δέχτηκε να τον συνοδεύει ο ίδιος ο Γιάννης Ιωαννίδης στη συναγωγή.

Πραγματικά, θα ήθελα να ήξερα τι σκέφτονταν οι δυο τους ακούγοντας τον πρόεδρο του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συμβουλίου να ζητά από το ελληνικό κοινοβούλιο μηδενική ανοχή στη Χρυσή Αυγή. Η συμβολική αστοχία δείχνει ακόμη μεγαλύτερη αν αναλογιστούμε ότι ο Γιάννης Ιωαννίδης είναι ταυτόχρονα, ως υφυπουργός Αθλητισμού, ο καθ’ ύλην αρμόδιος να αντιμετωπίσει φαινόμενα τύπου χαιρετισμού Κατίδη, που ατυχώς συνέπεσε κι αυτός με την εκδήλωση.

Στο ίδιο θέμα, δηλαδή την κοινοβουλευτική αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής, ο πρωθυπουργός εμφάνισε μηδενικά αντανακλαστικά, αφού στην ομιλία του αναφέρθηκε αποκλειστικά και μόνο στο ενδεχόμενο λήψης νομοθετικών μέτρων αντιμετώπισης του ρατσισμού. Προσεκτικοί παρατηρητές, και τέτοιοι υπήρχαν πολλοί στη συναγωγή, σχολίαζαν ότι συμπεριφορές όπως η ψήφος Κεφαλογιάννη και Ιωαννίδη δεν αντιμετωπίζονται νομοθετικά.

Ο πρωθυπουργός έδειξε να αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί στο -μη ιδιαίτερα φιλικό προς το εβραϊκό παρελθόν της Θεσσαλονίκης- τοπικό κομματικό του ακροατήριο για την παρουσία του στη συναγωγή (ας μην ξεχνάμε ότι ο μητροπολίτης Άνθιμος δεν χάνει την ευκαιρία να αποδίδει σε σιωνιστικούς κύκλους την «σκοπιανή» προπαγάνδα). Διαφορετικά, δεν εξηγούνται οι αμήχανοι υπαινιγμοί του στην ποντιακή ιστορία ως τρόπο υπενθύμισης στο εβραϊκό ακροατήριο ότι «κι εμείς ως Έλληνες τα ίδια δεινά έχουμε υποστεί».

Αυτοί, όμως, οι υπαινιγμοί μόνο αρνητικά λειτουργούν, αφού, πρώτον, δεν υπάρχει ιστορικά τίποτε ανάλογο του ολοκαυτώματος και, δεύτερον, μοιάζει να διαχωρίζει ένα ελληνικό «εμείς» από ένα εβραϊκό «εσείς». Επιπλέον, η πρωθυπουργική κορώνα περί του ελληνικού DNA που διαθέτει ισχυρό γονίδιο κατά του ρατσισμού, άθελά της εντάσσεται στη ρατσιστική θεωρία, αφού κάθε αναφορά σε εθνικό DNA και, ιδίως η σύνδεση ενός τέτοιου DNA με οποιαδήποτε καλή ή κακή ιδεολογία, είναι αυτόχρημα επιχείρημα υπέρ των ρατσιστικών απόψεων.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, τέλος, δεν εκπλήσσει η άρνηση του πρωθυπουργού να αναφερθεί θετικά, έστω και με γενικόλογη διατύπωση, στα αυτονόητα αιτήματα του δήμαρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη, δηλαδή στην επιστροφή της ελληνικής ιθαγένειας στα θύματα του ολοκαυτώματος και τους απογόνους τους (πρόκειται για πολίτες που συνδέονται με δεσμούς αίματος με το ελληνικό κράτος και, άρα, δικαιούνται ως Έλληνες την ελληνική ιθαγένεια), στην ενίσχυση των εβραϊκών σπουδών στο ΑΠΘ (κάτι που βίαια διέκοψε η δικτατορία του Μεταξά) και στην επιστροφή στην Ελλάδα από τη Μόσχα των αρχείων της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης. Η άρνηση αυτή του πρωθυπουργού μόνο ως δυσανεξία στο διαφορετικό μπορεί να ερμηνευτεί. Συγχρόνως, όμως, καθιστά, ως ανέξοδη, ελάχιστα πειστική την υπόλοιπη αντιρατσιστική του έκθεση ιδεών.

Κλείνω με την αισιόδοξη πλευρά: Η παρουσία του πρωθυπουργού στη συναγωγή (για πρώτη φορά, όπως σημείωσε ο Ντέιβιντ Σαλτιέλ, πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης) παραμένει ένα ισχυρό και ανεξίτηλο μήνυμα ανεκτικότητας και ιστορικής δικαίωσης. Απομένει να εξοπλιστεί με ισχυρή πολιτική βούληση, απαλλαγμένη από τα εθνικόφρονα βαρίδια του παρελθόντος, ώστε έμπρακτα να διορθωθούν οι αστοχίες που επισημάνθηκαν.

Δημοσιεύτηκε στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα http://www.egnatiapost.gr στις 19.3.2013
http://www.egnatiapost.gr/index.php/opinions/item/4823-σαμαράς-μεταξύ-εβραίων-και-ιωαννίδη