images dikΕυχαριστώ την Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας -και ιδιαίτερα το φίλο Δημήτρη Χριστόπουλο- για την πρόσκληση να συντονίσω το σημερινό Κρίση-μο Σεμινάριο. Στις μέρες μας είναι σπάνια η χαρά του διαλόγου ανάμεσα σε κινήσεις και πρόσωπα με διαφορετικές πολιτικές τοποθετήσεις και είναι αληθινή πρόκληση κάθε συζήτηση που δεν θεωρεί καταστατική συνθήκη τη διαχωριστική γραμμή μνημόνιο – αντιμνημόνιο.
Εξίσου μεγάλη είναι η χαρά και η πρόκληση των σημερινών εισηγητών: Ο δικαστής στο Συμβούλιο Επικρατείας και πανεπιστημιακός στο ΑΠΘ Μιχάλης Πικραμένος διαθέτει το σπάνιο προσόν να συνδυάζει τη νομική θεωρία και πράξη με βαθιά γνώση της ιστορίας των θεσμών και, άρα, να διατυπώνει τον προβληματισμό του με συνείδηση της μακράς ιστορικής αφήγησης. Ο συνάδελφος δικηγόρος Αθηνών Δημήτρης Σαραφιανός από τη μεριά του είναι παλιά σταθερή αξία του δικηγορικού σώματος. Πολέμιος του προσχήματος «άλλο θεωρία άλλο πράξη» δίνει το ιδανικό παράδειγμα δημόσιας εφαρμοσμένης δικηγορικής δράσης που συναιρεί την τέχνη της αντιπαράθεσης με την τεχνική του συμβιβασμού.

Στο θέμα μας.
Η δικαιοσύνη σε κρίση. Η δικαιοσύνη στην κρίση. Το αποτελειώνεις εύκολα με δυο φράσεις. «Η δικαιοσύνη ήταν σε κρίση ήδη πριν από την κρίση», άρα δεν υπάρχει καμία δραματική αλλαγή που να δικαιολογεί τώρα μια ιδιαίτερη ενασχόληση με τα χρόνια προβλήματά της. Κι από την άλλη: είτε στην κρίση είτε στην ευημερία, η δικαιοσύνη έχει μόνο μια δουλειά να κάνει: να εφαρμόζει το νόμο. Οτιδήποτε άλλο είναι πολιτική κι αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης για λειτουργούς και συλλειτουργούς της δικαιοσύνης». Και για να μην αδικούμε τελείως το θέμα, υπάρχει και μια τρίτη φράση, εξίσου εύστοχη: «η κρίση είναι πολύ κακό πράγμα για τη δικαιοσύνη, γιατί αυξάνει τα προβλήματα της υλικοτεχνικής υποδομής, μειώνει μισθούς και διορισμούς και από πάνω ο κόσμος δεν έχει λεφτά και μειώθηκαν οι δουλειές μας».
Οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι ούτε αθώες ούτε αφελείς. Παρακάμπτουν δύο κρίσιμα και αμείλικτα ερωτήματα: «Θα είχε η κρίση την ίδια ένταση αν είχαμε μια άλλη δικαιοσύνη;» και «Μπορεί η δικαιοσύνη να απαλύνει τις συνέπειες της κρίσης και, γιατί όχι, να γίνει εργαλείο υπέρβασής της;». Χωρίς απάντηση στα ερωτήματα αυτά, το επόμενα βήματα σκέψης μοιάζουν εύλογα: «Αφού -λόγω κρίσης- έχουμε λιγότερα λεφτά για δικαιοσύνη, ας την περιορίσουμε» και «αφού -λόγω κρίσης πάντα- όλοι πρέπει να συμβάλλουμε με τον οβολό μας, όταν προσφεύγουμε σε δημόσιες υπηρεσίες, ας κάνουμε το ίδιο και στη δικαιοσύνη. Στο κάτω κάτω και χρήματα θα μαζέψουμε και πιο γρήγορη θα γίνει η απονομή της».

Εδώ προσοχή: Τα προαναφερθέντα δεν προέρχονται μόνο από τους κόλπους της αμήχανης μνημονιακής διαχείρισης. Απηχούν εξίσου μύχιους πόθους διάφορων περήφανων αντιμνημονιακών «όχι σε διάλογο με τη νέα βαυαροκρατία της τρόικας», που προέρχονται από ηγετικά κλιμάκια του δικαστικού και δικηγορικού συνδικαλισμού. Στα πρώτα, δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν δικαίωση του απεργιακού αγώνα την «κατάκτηση» «τουλάχιστον δουλεύουμε λιγότερο, αφού πληρωνόμαστε λιγότερο», ενώ στα δεύτερα, ουκ ολίγοι θεωρούν την ακριβή δικαιοσύνη ως ένα ακόμη μέσο βίαιης εξόδου από το δικηγορικό σώμα ενοχλητικών υπεράριθμων, κυρίως νέων, και, άρα, κατοχύρωσης του σημερινού τους κομματιού από την συρρικνούμενη επαγγελματική πίτα.

Εμείς θα το πάρουμε αλλιώς και θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια τολμηρή συζήτηση σε δύο άξονες:

Στον πρώτο (σχηματικά είναι ο άξονας «η δικαιοσύνη στην κρίση»), τίθεται προς έρευνα η εξής θέση: Η δικαιοσύνη, και με τη χρήση του όρου εδώ εννοείται η συνδικαλιστική και υπηρεσιακή δικαστική ηγεσία κυρίως στην ποινική και πολιτική δικαιοδοσία, όχι μόνο δεν αντιλήφθηκε το μέγεθος της επερχόμενης δημοσιονομικής και πολιτικής κρίσης, αλλά συνειδητά επιχείρησε να αποτελέσει οργανικό τμήμα του πολιτικού συστήματος που λίγο μετά κατέρρευσε.
Εξηγούμαι: Την προηγούμενη δεκαετία η δικαστική ηγεσία εξασφαλίζει στο πολιτικό σύστημα εκτεταμένη ατιμωρησία της διαφθοράς και ανοχή σε κάθε είδους πελατειακές πρακτικές (είτε αυτές προέρχονται από τα πάνω είτε από τα κάτω ως δίκαια αιτήματα επέκτασης παροχών) με αντάλλαγμα ασυνήθιστα υψηλές αποδοχές, φοροαπαλλαγές και κομβικές θέσεις εξουσίας για επιλεγμένα στελέχη της. Συγχρόνως φροντίζει για τη χειραγώγηση του δικαστικού σώματος με την ανεπίτρεπτη συγκέντρωση στα ίδια πρόσωπα της συνδικαλιστικής ιδιότητας και της πειθαρχικής και υπηρεσιακής δικαιοδοσίας.
Μόνο που οι συνέπειες τέτοιων συμφωνιών σπάνια μπορούν να περιοριστούν στην κορυφή. Αντίθετα αργά ή γρήγορα διαχέονται στο σύνολο του κοινωνικού σώματος. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η εξήγηση φαινομένων εκτεταμένης διαφθοράς που φτάνει μέχρι το χαμηλότατο επίπεδο των κρατικών λειτουργιών, ατιμωρησίας και πλήρους απαξίας κάθε είδους κυρωτικής διαδικασίας (και εδώ δεν αναφέρομαι στην ποινική καταστολή) που χαρακτηρίζουν το τέλος της προ κρίσης εποχής.
Σπεύδω να προλάβω την παρεξήγηση. Κατά το τέλος της προ κρίσης εποχής, κρίσιμο και χαρακτηριστικό είναι ότι τα φαινόμενα αυτά αφορούν στο mainstream τμήμα του κοινωνικού σώματος. Τελείως διαφορετική είναι η αντιμετώπιση περιθωριακών πολιτικών συμπεριφορών και κυρίως αλλοδαπών. Εδώ η εικόνα είναι η ακριβώς ανάποδη: Μια δικαιοσύνη που εξαντλεί την αυστηρότητά της με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι η πρώτη αναλογικά χώρα της Ευρωπαϊκής `Ενωσης σε ποινές ισόβιας κάθειρξης, ενώ καθείρξεις πέντε και δέκα ετών θεωρούνται από τα ποινικά δικαστήρια ρουτίνα.

Στο δεύτερο άξονα (σχηματικά «η δικαιοσύνη σε κρίση») πρέπει να αναζητήσουμε πειστικές αντιπροτάσεις απέναντι στη βαθιά πεποίθηση του πολίτη ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν τον υπηρετεί, αλλά και, προκλητικά, λειτουργεί με αυταρέσκεια και ιδιοτέλεια χάριν των επαγγελματικών/συντεχνιακών συμφερόντων δικαστών, δικηγόρων, υπαλλήλων και επιμελητών –εσχάτως και χάριν της συλλογής κρατικών εσόδων. «Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε», την αίσθηση της αυτάρεσκης ιδιοτέλειας παγίωσε η πρόσφατη απεργιακή κινητοποίηση των δικαστών –κι αυτό το τραύμα πολύ δύσκολα θα επουλωθεί.
Χρειάζονται λοιπόν πειστικές προτάσεις που να εξασφαλίζουν ταχύτητα και ποιότητα της δικαιοδοτικής κρίσης.
Κατά τη γνώμη μου, η επίτευξη αυτών των στόχων δεν επιτυγχάνεται με την τρέχουσα κυβερνητική συνταγή, δηλαδή με τις δικονομικές αλλαγές μεταφοράς αρμοδιοτήτων από πρωτοδικεία σε ειρηνοδικεία και τούμπαλιν ή με διατάξεις δικονομικού ωροσκοπίου που προβλέπουν σε πόσα φεγγάρια πρέπει να γίνεται ο προσδιορισμός και σε πόσα η έκδοση της απόφασης, χωρίς να υπολογίζουν τα ανάδρομα πινάκια και τον σκοτεινό Πλούτωνα, που κατοικεί στους κανονισμούς διοίκησης πρωτοδικείων και εφετείων.
Αντίθετα είναι αναγκαίες -από τη μια- βαθιές οργανωτικές αλλαγές που θα αξιοποιούν πλήρως τους ανθρώπινους πόρους (πχ ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με συγχώνευση σε μια βαθμίδα του ειρηνοδικείου και του πρωτοδικείου, επαναχάραξη του δικαστικού χάρτη της χώρας με κατάργηση δικαστικών σχηματισμών -υπάρχουν νομοί με τρία πρωτοδικεία!-, ενοποίηση σε ένα των δύο ανώτατων διοικητικών δικαστηρίων, καθιέρωση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο μονομελών συνθέσεων). Στις οργανωτικές αλλαγές πρέπει να εντάξουμε την ολοκλήρωση της ψηφιακής δίκης και την καθιέρωση δυνατότητας διεξαγωγής «τηλεδίκης».
Από την άλλη, χρειάζονται βαθιές τομές στο ουσιαστικό δίκαιο που θα απαλλάσσουν τον πολίτη από περιττή προσφυγή στο δικαιοδοτικό μηχανισμό. Προσπερνώ το γεγονός ότι η μνημονιακή νομοθεσία είναι και κακής νομοτεχνικής ποιότητας, που επιτείνει αντί να λύνει προβλήματα, και φέρνω λίγα παραδείγματα: Αντί να συζητούμε για την αρμοδιότητα μεταξύ ειρηνοδικείου και πρωτοδικείου της εκδίκασης των προσημειώσεων, ας αναρωτηθούμε για την εν γένει χρησιμότητα του θεσμού. 90 χρόνια πριν ο Ελευθέριος Βενιζέλος βοηθώντας την ανάπτυξη είχε καθιερώσει απλούστατο και αποτελεσματικότατο σύστημα εμπράγματης ασφάλειας των δανείων. Δεν διασφαλίζει τίποτα η δικαστική κρίση στη συναινετική λύση ενός γάμου. Δεν χρειάζεται δικαστική απόφαση για να δημοσιευτεί μια διαθήκη. Τα παραδείγματα δεν έχουν τέλος. Στο ίδιο μοτίβο και στο χώρο του μεγάλου ασθενούς που είναι η διοικητική/φορολογική δικαιοσύνη, πρέπει με τόλμη να καθιερώσουμε μια διαιτητική διαδικασία χωρίς συμμετοχή εφοριακών, η οποία θα μπορεί να κλείσει όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις εξωλογιστικών ελέγχων και προστίμων από πλαστά και εικονικά τιμολόγια.

Κλείνω με το σημαντικότερο, που ας μου επιτραπεί αποτελεί την τομή των δύο αξόνων. Η κρίση δοκιμάζει τις αντοχές του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Με αφορμή τη μνημονιακή νομοθεσία ο έλεγχος από διάχυτος συγκεντρώνεται γρήγορα στα ανώτατα δικαστήρια και, ιδίως στο ΣτΕ, άτυπα γίνεται κυρίως και όχι παρεμπιπτόντως, μοιραία δε, αφηρημένος και λιγότερο συγκεκριμένος. `Αρα, όσο κι αν δεν το θέλει, και πάλι η δικαιοσύνη παραμένει στο κέντρο του πολιτικού συστήματος.
Η συζήτησή μας θα αναδείξει το όριο προσδοκιών της κοινωνίας από τη δικαιοδοτική λειτουργία. `Ισως ο πραγματισμός επιβάλλει να παραδεχτούμε έναν αναγκαίο διαχωρισμό μεταξύ του -καλώς νοούμενου- δικαστικού ακτιβισμού, που διεξάγεται στα ακροατήρια των ανώτατων δικαστηρίων, και μιας επίπονης υπεράσπισης στις εξατομικευμένες προσβολές. Η τελευταία αφορά στα δικαστήρια της ουσίας και δεν μπορεί παρά να γίνει με τα παραδοσιακά εργαλεία του ελέγχου συνταγματικότητας και με τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης.

Σας ευχαριστώ και πάλι.