assets_LARGE_t_420_54244611Ρούλης, Θεσσαλονίκη του 2040 μ.Χ

Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Ρούλης πέθανε,
πήγα στο σύνδεσμο, μ’ όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Αρειανών τα στέκια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή βλέπουν ματς
-που `ναι το ίδιο.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι ομόθρησκοι του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες κίτρινοι,
και κάτι κύπελλα παλαιά ξεγανωμένα.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η προπονήσεις μας και τα εκτός
χωρίς τον Ρούλη δεν θ’ αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα μπουζούκια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ άδει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνάδικου ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι σκουλήκια, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Βικελίδη,
στους ώμους μου κρέμουνταν κίτρινο κασκώλ.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες της Κοινωνίας Μελών, κ’ έλεγαν συνθήματα
ενθέρμως και δεήσεις στον Κούη,
ή στον Φοιρόν (δεν θέλω ούτε τα ονόματα να λέω).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Ρούλης ήταν Αρειανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στη δική μας ομάδα είχε μπει.
Μα έπαιζεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο εύστοχος στα σουτ·
δείχνοντας αφειδώς το τάλαντό του στες αναμετρήσεις.
Για την υπόληψι των οπαδών μας ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετους χουλιγκάνους.
Ποτέ για τη δική του ομάδα δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στην τέσσαρα θύρα.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Κούδα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του Ποντίου,
του παμπλούτου Ιβάν Σαββίδου — ψιθύρισεν ο Ρούλης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Αρειανοί συνδεσμίται μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική, ετοιμάζονταν
όλα για να τον παν στου Χαριλάου.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Ρούλης·
αισθάνομουν που ενώθη, Αρειανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σύνδεσμο,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την αρειανοσύνη τους η θύμηση του Ρούλη.

http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=63&cat=1

… ευτυχισμένο το 2014!