Screen Shot 2013-07-20 at 11.39.50 PMομιλία στην παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του Πάνου Θασίτη (8η Διεθνής `Εκθεση Βιβλίου, Θεσσαλονίκη 7 Μαϊου 2011)

Παρά τις εύστοχες κριτικές παρατηρήσεις του Αλέξη Ζήρα στην Εισαγωγή, είναι βολικό να αποδεχτούμε την καθιερωμένη ένταξη του Πάνου Θασίτη στην ομάδα των κοινωνικών ποιητών της Θεσσαλονίκης ή στους ποιητές της ήττας. Πρόκειται για μια διπλή ή τριπλή ήττα που αφορά πάντα στο «μισό». Είναι η πολιτική ήττα της αριστεράς –της μισής Ελλάδας, στην οποία προστίθεται η εσωτερική ήττα του ανανεωτικού μισού της αριστεράς από την άλλη μισή δογματική και λαϊκιστική εκδοχή της, κι ακόμη η ήττα των μισών που δεν ένιωσαν ποτέ βολικά (όχι κατ` ανάγκη επειδή δεν βολεύτηκαν) στο κρατικοδίαιτο μοντέλο της μεταπολεμικής ανάπτυξης που θρέφει τους άλλους μισούς.
Εκτιμώ ότι ο ανένταχτος Πάνος Θασίτης σιώπησε όταν θεώρησε ότι η ήττα αυτή ήταν πλέον αμετάκλητη (διαφορετική είναι η περίπτωση της σιωπής του Μανόλη Αναγνωστάκη που μάλλον οφείλεται στην ολοκλήρωση μιας παράλληλης ενταγμένης πολιτικής δράσης –αλλά αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης και μεγάλης κουβέντας). Επιχειρώντας μια υπέρβαση, που αφορά και στους δύο, αλλά περισσότερο στον πιο γήινο και καθημερινό μας Πάνο Θασίτη, αναρωτιέμαι αν σήμερα θα ξαναμιλούσαν.
Με το «σήμερα» υπαινίσσομαι την τρέχουσα ήττα –μια ήττα όχι πια του μισού αλλά του όλου. Γιατί σήμερα -εξίσου αμετάκλητα- ηττώνται και οι νικητές του χθες. Με τα λόγια του Πάνου Θασίτη, ηττώνται αυτοί που υποχώρησαν λίγο που ελίχθηκαν λιγάκι («Ας υποχωρούσαν λίγο»*, σελ. 142), οι γενναία μισθοδοτούμενοι απ` τον Ταμία-`Ηλιο (πρόκειται ίσως για την πιο εύστοχη ποιητική αναφορά στη δημοσιοϋπαλληλία –«Επιτυχόντες»**, σελ. 144), αλλά και ο ίδιος ο έπαρχος και οι προϊστάμενοί του στην «Ελληνική επαρχία μ.Χ.»*** (σελ. 146). Μόνο που η ήττα αυτή δεν είναι το αποτέλεσμα μιας μάχης, δεν είναι, ελληνιστί, το comeback των τότε ηττημένων μα δικαιωμένων: είναι απλώς μια σύμπασα κατάρρευση.
Επειδή ο Πάνος Θασίτης δεν θα μιλήσει, το ερώτημα είναι άλλο κι ευρύτερο. `Αραγε ποια ποίηση θα ξεπηδήσει από τη σημερινή ήττα; Στην 38η Διεθνή `Εκθεση Βιβλίου, το σωτήριο έτος 2041 μ.Χ., καλά να `μαστε ως τότε, είμαι βέβαιος ότι θα ξανασυζητήσουμε για τον Πάνο Θασίτη συγκρίνοντάς τον με την ποιητική γενιά της δικής μας περιπέτειας. Συνειδητά δεν αναφέρομαι στη «δική μας ήττα», γιατί τότε δεν θα μιλάμε με όρους νίκης/ήττας, αλλά απλώς για το παλιό και το νέο ή, όπως θα έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, για το χρόνο της προϊστορίας και το χρόνο της ιστορίας.

*Ας υποχωρούσαν λίγο

Τι θέλουν τώρα αυτοί και μας θυμώνουν;
Τι κουταμάρες λένε πάλι για δήθεν ύποπτους συνδυασμούς
γι’ ανόμως κερδισμένα;

Είναι ζηλιάρηδες, ανάγωγοι, ξυπόλητοι πάππου προς πάππον,
πεινασμένοι –και δικαίως τέτοιοι που ‘ναι–
δεν ξέρουν τι θα πει ζωή
–την πήρανε στα εύκολα ψωμοζητώντας–
και τώρα κάνουν τους ενάρετους,
παίζουν τους Ροβεσπιέρους!

Στο κάτω-κάτω, ας ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι,
ας άρπαζαν τις ευκαιρίες, ας σπρώχναν κι ας πατούσαν στην ανάγκη
αφού κανείς δεν τ’ απαγόρεψε αυτά
–όλοι με κάτι τέτοια ζούμε και περνούμε.

Τους έξυπνους μας κάνουν τώρα;

** Επιτυχόντες

Άγομεν ηλικίαν ώριμον
Ορθώς φρονούμεν
Ορθώς καθήμεθα –και ασφαλώς–
Δικαίως κεραυνοβολούμε τους παρίες
Σεβάσμιοι –και τρομεροί αν χρειαστεί– τοις πάσι.

Εμείς, δεν είμαστε άνθρωποι τυχαίοι.
Εδώ να φτάσουμε, ν’ αρπαχτούμε απ’ εδώ
να κρεμαστούμε ασθμαίνοντας, να επιπλεύσουμε όπως-όπως,
τι δεν απεμπολήσαμε,
θέλοντας μη θέλοντας τι δεν επράξαμε, οι καημένοι.

Ενάρετα γηράσκοντες, άξια διοικούντες τώρα
και –φυσικά– γενναία μισθοδοτούμενοι,
απ’ τον Ταμία – Ήλιο.

*** Ελληνική επαρχία μ.Χ.

Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι πού να το φανταστεί.
Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,
ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,
κάτι να περισώσει απ’ την καταστροφή.

Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα
τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου
την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή
φιλόπτωχο διοίκηση κ.λπ.
Μα δεν ανησυχήσαν. «Θα του περάσει» είπαν,
«κι άμα δεν του περάσει
και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,
τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,
τον εξαφανίζουμε στο κάτω-κάτω.

Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει
κι αν δεν του περάσει».

Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.
Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε
ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.

Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.

Και τα τρία ποιήματα ανήκουν στη συλλογή Ελεεινόν θέατρον (1980)