images (1)Η απόφαση 1636/2012 του Αρείου Πάγου πραγματεύεται το ακανθώδες ζήτημα της ανώμαλης εξέλιξης μιας σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου, που καταρτίστηκε για ορισμένο χρόνο, δηλαδή κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 63 παρ.5 εδ.α` και β` ΚωδΔ που ρητά απαγορεύουν, κατά τη γλαφυρή διατύπωση του Κώδικα από το 1954, «συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμίαν», και επιτάσσουν ότι η «τοιαύτη υπό προθεσμίαν σύμβασις … θεωρείται ως αορίστου χρόνου».
Με δυο λόγια, το πραγματικό της υπόθεσης (που δύσκολα, πάντως, μπορεί να συναχθεί από μία αρεοπαγιτική απόφαση χωρίς να αδικεί τους διαδίκους) είναι ότι ο εντολέας του δικηγόρου κατήγγειλε την ορισμένου χρόνου σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών χωρίς επίκληση σπουδαίου λόγου. Ο δικηγόρος από τη μεριά του ζήτησε να αποζημιωθεί κατά τα άρθρα 672 και 673 ΑΚ επειδή η καταγγελία έγινε χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος και, πάντως, καταχρηστικά. Ο `Αρειος Πάγος, όπως και τα δικαστήρια της ουσίας, έκρινε ότι η επίμαχη σύμβαση πρέπει να θεωρηθεί αορίστου χρόνου και, άρα, η καταγγελία της είναι αναιτιώδης. Με το σκεπτικό αυτό απέρριψε την αγωγή του δικηγόρου.

Η απόφαση επιδεικνύει αποκλειστική προσήλωση στη γραμματική ερμηνεία του Κώδικα Δικηγόρων και στις δογματικές αρχές που τον διέπουν. Θεωρεί ότι η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου έχει χαρακτήρα προσωπικό και εμπιστευτικό, πράγμα που συνεπάγεται τη μη εξάρτηση της καταγγελίας της από σπουδαίο λόγο. Μια τέτοια εξάρτηση, κατά την απόφαση, αφαιρεί τον προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσης. Ο χαρακτήρας αυτός, μάλιστα, δεν μπορεί να μεταβληθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη κατ` εφαρμογή της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ).

Η θέση αυτή επιδέχεται αντίλογο. Ο προσωπικός και εμπιστευτικός χαρακτήρας της έμμισθης εντολής και, συνακόλουθα, η αόριστη διάρκειά της προστατεύει παράλληλα το κύρος, την αξιοπρέπεια, την ανεξαρτησία και, κυρίως, την εργασιακή ασφάλεια του δικηγόρου. Αν αυτός δεν κατάφερε να αποτυπώσει τα παραπάνω στη σύμβαση με τον εντολέα του, δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποστεί ως κύρωση μια περαιτέρω απομείωση δικαιωμάτων. Από την άλλη, ο εντολέας, που επιβάλλει ένα συμβατικό πλαίσιο ορισμένου χρόνου, δεν είναι βέβαιο ότι πρέπει να του απονεμηθούν περισσότερα δικαιώματα από όσα έχει δυνάμει της σύμβασης που συνομολόγησε. Επίσης, δεν είναι απίθανο, στο εργασιακό πλαίσιο μεγάλων (και όχι μόνο) εντολέων μια έμμισθη εντολή προς δικηγόρο να μην έχει ως αντικείμενο ή κέντρο βάρους υπηρεσίες με έντονο το στοιχείο της εμπιστευτικότητας. Τέτοιες είναι για παράδειγμα η οργάνωση και οι υποστηρικτικές εργασίες του νομικού τμήματος του εντολέα και, άρα, σε αυτές η σχέση αορίστου χρόνου δεν πρέπει να θεωρείται πλέον αναγκαίο συστατικό τους. Τέλος, για τη ορθή αποτίμηση μιας έμμισθης εντολής δικηγόρου ορισμένου χρόνου δεν είναι αδιάφορες η συμφωνημένη διάρκεια ή η καταβαλλόμενη αμοιβή.

Ποιο είναι το συμπέρασμα του αντιλόγου; Κατά τη γνώμη μου η πολυτυπία των συμβατικών σχέσεων των δικηγόρων με τους εντολείς τους επιτάσσει στο δικηγόρο-διάδικο να αποτυπώνει πλέον με μεγάλη ακρίβεια την εργασιακή του συμφωνία με τον εντολέα του, έτσι ώστε να καταλείπεται στο δικαστή το περιθώριο να διαγνώσει τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό των δικαιωμάτων των μερών και να αξιολογήσει την άσκησή τους με εργαλεία ευρύτερα και λιγότερο αγκυλωτικά από τις δημοσίας τάξης διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Η προσέγγιση αυτή δεν είναι άγνωστη στη νομολογία, η οποία με επίκληση της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων έχει παγιώσει αρνητική στάση (ολΑΠ 10/2012) στη διεκδίκηση των νόμιμων δικηγορικών αμοιβών, όταν αυτές με άκυρη συμφωνία των μερών (άρθρο 92 παρ.1 ΚωδΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.6α του ν.3919/2011) έχουν περιοριστεί κάτω από τις κατά νόμο ελάχιστες.

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ τ.97 (Μάιος-Ιούνιος 2013)