13218001Το 2015 αφιερώθηκε στη μνήμη του Μανόλη Αναγνωστάκη με αφορμή τα δέκα χρόνια από το θάνατο του. Το αποχαιρετώ με ένα δικό μου κείμενο του 2005. Είχε δημοσιευτεί στη Μακεδονία στις 14.8.2005 με τον τίτλο «Σεμπρούν και Αναγνωστάκης».

Τον Αύγουστο, που «δεν υπάρχουν ειδήσεις», οι εφημερίδες συνηθίζουν να φιλοξενούν τις βιβλιοφιλικές προσεγγίσεις των συνεργατών τους. `Ετσι και οι σημερινές σκέψεις έχουν αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημα του Χόρχε Σεμπρούν «Είκοσι χρόνια και μια μέρα». `Αθελα, η ανάγνωσή του οδήγησε στον Μανόλη Αναγνωστάκη και τα λόγια του, που -θέλοντας και μη- θυμηθήκαμε διαβάζοντας κι ακούγοντάς τα σε λογιών λογιών επικήδειους στην αρχή του καλοκαιριού. Οι δυο τους μοιάζουν να ζουν βίους εντυπωσιακά παράλληλους: είναι συνομήλικοι (ο ΧΣ γεννήθηκε το 1923, ο ΜΑ το 1925), συμμετέχουν στην αντιφασιστική πάλη, εντάσσονται αντίστοιχα στο ισπανικό και το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα, μοιράζονται από την ίδια μεριά την εμπειρία του εμφύλιου πολέμου και του αντιδικτατορικού αγώνα και, κυρίως, διατηρούν ανεξίτηλο αμφότεροι (αν και μη Εβραίοι) το σημάδι του ολοκαυτώματος και το βίωμα μιας απροσδόκητης επιβίωσης (από τον εγκλεισμό σε ναζιστικό στρατόπεδο ο πρώτος, από τη θανατική του καταδίκη στα εμφυλιακά χρόνια ο δεύτερος). Ο Σεμπρούν, μάλιστα, συχνά υπενθυμίζει ότι η απώλεια των Εβραίων της Θεσσαλονίκης (Εβραίων και του Αναγνωστάκη) είναι μια απώλεια του ισπανικού πολιτισμού. Το 1964 ο Σεμπρούν διαγράφεται από το ισπανικό ΚΚ. Την ίδια χρονιά ο Αναγνωστάκης (επίσης διαγραμμένος), χωρίς ποτέ να αποστασιοποιείται από την αριστερά, ενθαρρύνει την άτυπη «γραμμή» εκλογικής στήριξης της `Ενωσης Κέντρου στις άγονες για την αριστερά εκλογικές περιφέρειες. 

            Ο παράλληλος βίος διαρκεί μέχρι τα εξήντα τους. Ο Αναγνωστάκης σιωπά λογοτεχνικά το 1983 εκδίδοντας ιδιωτικά σε 100 αντίτυπα το «ΥΓ» του (είναι τόσο ολιγόλογες οι φράσεις του, που σήμερα θα τις κυκλοφορούσε με SMS) και πολιτικά ελάχιστα χρόνια μετά. Αντίθετα, ο Σεμπρούν δεν έχει σταματατήσει μέχρι σήμερα ούτε τη λογοτεχνία ούτε την πολιτική. Το τελευταίο του μυθιστόρημα είναι προπέρσινο, το 1988 έγινε υπουργός πολιτισμού της ισπανικής σοσιαλιστικής κυβέρνησης, ενώ φέτος τοποθετήθηκε μαχητικά υπέρ του Ευρωπαϊκού Συντάγματος στο πλευρό των Γάλλων υποστηρικτών του.

            Πολλοί μίλησαν με ηχηρό τρόπο για την σιωπή του Αναγνωστάκη ερμηνεύοντάς την ως «εύγλωττη» συνηγορία των σημερινών τους επιλογών. Λιγότεροι προσπάθησαν να την αποκωδικοποιήσουν. Συμμερίζομαι την άποψη ότι η σιωπή του Αναγνωστάκη αποτελεί αποστράτευση μετά το τέλος δύο σημαντικών αποστολών: αφενός, του ανανεωτικού εγχειρήματος του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος -εγχείρημα το οποίο, δικαιωμένο, απλώς έκλεισε τον κύκλο του μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού- και, αφετέρου, του εκδημοκρατισμού του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ο οποίος αναμφίβολα ολοκληρώθηκε με τη μεταπολιτευτική δημοκρατία. Αντίθετα με τον Σεμπρούν, ο Αναγνωστάκης δεν στρατεύτηκε σε καμιά καινούργια αποστολή. Ούτε σ` αυτές κάποιων παλιών συντρόφων του, που τώρα μάχονται κατά της παγκοσμιοποίησης, υπέρ της ενότητας της αριστεράς κοκ. Το δικαίωμα στην αποστράτευση δεν ισοδυναμεί με ήττα, όπως πίστευε κάποτε η αριστερά. `Αλλωστε, και οι δύο αποστολές έληξαν με νικηφόρο αποτέλεσμα (κι αυτό λίγο δύσκολα το πιστεύει η αριστερά, η οποία επιδιώκει να συσπειρώνει δυνάμεις στη βάση των «αδικαίωτων αγώνων της»). Μόνη παράπλευρη (αλλά ευτυχώς βραχυπρόθεσμη) απώλεια, την οποία δεν θα υποστεί ο Σεμπρούν, είναι η αδυναμία διαχείρισης της επικήδειας διαδικασίας με σεβασμό σε όσα πράγματι σημαίνει η επιλογή της σιωπής και το χιούμορ που την ακολούθησε.