βιβλία


12705727_10203971545408250_4354805453582318268_n

 

Από των πρόλογο των επιμελητών:

«Η οικονομική κρίση και οι επεμβάσεις του νομοθέτη, αφενός, προς την κατεύθυνση της άρσης των -τοπικών ιδίως- περιορισμών στην αγορά των νομικών υπηρεσιών, αφετέρου με την αύξηση των ποικίλων δικαστικών δαπανημάτων, μετέβαλαν τις συνθήκες της δικηγορίας. Η απασχόληση του δικηγόρου σε αγοραπωλησίες ακινήτων μειώθηκε ουσιωδώς, τόσο λόγω της κατάργησης της υποχρεωτικής δικηγορικής παράστασης στα συμβόλαια όσο και εξαιτίας της ραγδαίας συρρίκνωσης της κτηματαγοράς. Μείωση ύλης παρατηρείται στην κλασική δικαστηριακή δικηγορία, αλλά και στην υποστήριξη εντολέων από τον επιχειρηματικό κλάδο. Η μείωση δεν αντισταθμίστηκε από την ενίσχυση της ύλης εξαιτίας ποικίλων μέτρων που λήφθηκαν την περίοδο της κρίσης στον τομέα της δημόσιας διοίκησης, των κοινωνικών ασφαλίσεων και της φορολογίας ή από τη δημιουργία νέας ύλης, όπως λ.χ. από την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και την επέκταση της κτηματογράφησης. Η κατάργηση των τοπικών περιορισμών ως προς το δικαίωμα δικαστικής παράστασης, παρά τις ισχυρές έως στρεψόδικες αντιστάσεις, ενοποιεί σε σημαντικό βαθμό την αγορά νομικών υπηρεσιών, εκθέτοντας πάντως την περιφέρεια σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό δικηγόρων από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα, στην παροχή νομικών υπηρεσιών (ακόμη και υπό αντιμισθία) επιβλήθηκε για πρώτη φορά Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, στην υψηλότερη μάλιστα κλίμακα του 23%, αυξάνοντας το κόστος της για τον μη επιτηδευματία εντολέα. Ο νέος Κώδικας Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208/27-9-2013) είναι αποτέλεσμα πολυετούς κυοφορίας μετά από αλλεπάλληλες, ενίοτε αντιφατικές, εξαγγελίες. Προσπάθησε σε ορισμένο βαθμό να ρυθμίσει τις παραπάνω αλλαγές αντικαθιστώντας ένα νομοθέτημα που αντιμετώπιζε το δικηγορικό λειτούργημα, αρχικά ως κλειστό και «αριστοκρατικό», με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, αλλά που, στη συνέχεια, μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις, απώλεσε την εσωτερική του συνοχή, αντιμετωπίζοντας αποσπασματικά το ποσοτικό άνοιγμα του επαγγέλματος.»

1812kaivevaiaallazei

Την Τετάρτη 27 Ιανουαρίου στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ στη Θεσσαλονίκη παρουσιάσαμε το βιβλίο της αγαπημένης Αγγέλας Καστρινάκη «Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση» (εκδ. Κίχλη). Υπό το συντονισμό του Μιχάλη Τριανταφυλλίδη και την παρουσία της συγγραφέως μίλησαν επίσης ο Γιώργος Καστούρας, ο Κώστας Κουτσομητέλης και ο Κώστας Αναγνωστόπουλος.

Παραθέτω την ημέτερη παρέμβαση:

«Με τον τρόπο της Ειρήνης

  1. Θέματα από τον Θουκυδίδη. Με ποιον είμαστε στον πόλεμο.

Ο -ας τον πούμε- Αντώνης ήταν πια βήτα λυκείου, ένα χρόνο ήδη στο Ρήγα και κοπτάτσια στο γραφείο μαθητών. Τρώγαν χρόνο αυτά κι ανησυχούσε για τις πανελλαδικές του χρόνου.  Ζήτησε από τη Μαρία, τη νεαρή καθηγήτριά του στο σχολείο, και τον Ντάνη, τον πανεπιστημιακό άντρα της, κάποιον να του κάνει λίγα αρχαία. «Θα πούμε στην Ειρήνη» είπε ο Ντάνης «είναι πολύ καλή φοιτήτρια και κάποτε μου `πε ότι θέλει να κάνει ιδιαίτερα». «Θα σου αρέσει. Είναι όμορφη κοπέλα και είστε και του ίδιου χώρου», πρόσθεσε η Μαρία. `Ετσι ήταν. Το μάθημα πήγαινε καλά, αμέσως τα βρήκαν και στα πολιτικά. Το άγνωστο που `καναν ήταν συνήθως Θουκυδίδης και λίγος Ξενοφώντας. Μια μέρα η Ειρήνη του είπε: «Όταν ήμουν στο σχολείο, διαβάζαμε με αγωνία τον πελοποννησιακό πόλεμο. Οι αριστεροί βλέπαμε την ήττα των Αθηναίων να `ρχεται, και σκεφτόμασταν με λύπη την ήττα στον εμφύλιο». «Κι εγώ με τους Αθηναίους είμαι» της απάντησε ο Αντώνης «οι Σπαρτιάτες μου μοιάζουν με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας». Τον κοίταξε λίγο υποτιμητικά, λίγο αμήχανα, ίσως και με λίγη πικρή ειρωνεία «δεν ήξερα ότι οι σημερινοί ρηγάδες μαθητές χαίρονται που νίκησαν οι άλλοι στον εμφύλιο» του πέταξε. Ο Αντώνης κατάπιε τη γλώσσα του μέχρι το δημοψήφισμα του Ιουλίου.

  1. Τυπογραφικά δοκίμια. «Πάροδος»

Τέλειωσαν το μάθημα και πήραν μαζί το λεωφορείο για το κέντρο. Πριν κατέβει στη Φλέμιγκ η Ειρήνη του `δειξε κάτι μασούρια με τυπωμένα κείμενα και σημειώσεις στην άκρη. «Τι `ναι αυτά;» τη ρώτησε. «Δεν έχεις ξαναδεί; Είναι τυπογραφικά δοκίμια. Βγάζω το τεύχος του περιοδικού και πάω στη φωτοσύνθεση τις διορθώσεις». Τη θαύμασε πιο πολύ κι από τον Γουτεμβέργιο. Του είπε για την «Πάροδο» που είχε φτάσει κιόλας στο τρίτο ή τέταρτο τεύχος. «Είναι της παράταξης;», τη ρώτησε. «Όχι ρε, αυτοί βγάζουν μια … άσε θα δεις». «Γιατί δεν έρχεσαι αύριο σπίτι που έχουμε συντακτική;». Ψήλωσε όσο ο Φασούλας. Σε λίγους μήνες του τα `μαθε όλα: τυπογραφεία, γραφιστικά, λειτουργία συντακτικής, πως γράφουμε και πως κόβουμε κείμενα. Αυτός τα `δειχνε στον αδερφό του που τέτοια γράμματα τα `παιρνε καλύτερα. Γνώσεις για μια ζωή και κυρίως για το δικό τους περιοδικό, ίδιο η «Πάροδος» της Ειρήνης.

  1. Δεξιά τάση. Τρίτο Συνέδριο

«Και γιατί ψήφισες λευκό στις θέσεις;» τη ρώτησε ο Αντώνης. «Κι άλλοι θα ψήφιζαν, αλλά δεν εκδηλώνονται ακόμη. Αυτά περί της νεολαίας που είναι τάχα εξ ορισμού προοδευτική κοινωνική δύναμη, είναι ξεπερασμένος αριστερισμός». «Δίκιο έχεις» της είπε «ήδη στα σχολεία η ΜΑΚΙ ανεβαίνει». Είπαν κι άλλα, δεν είναι της ώρας, αλλά όλοι τα ξέρετε. «Αν εκλεγώ σύνεδρος, θα πάμε μαζί στο συνέδριο;», «Εννοείται». Η συνεννόηση ήταν περίπλοκη: Ο Αντώνης θυμάται ότι πήραν το τρένο μέχρι τη Λάρισα. Εκεί μαζέψαν τον Πάρη, τον καλό της που τότε ήταν φαντάρος και τώρα είναι στα δεξιά σύννεφα του αριστερού ουρανού (ο ουρανός πάντα είναι μοιρασμένος, μας έλεγε τότε η Κρίστα Βολφ). Συνέχισαν με το κατσαριδάκι του Πάρη. Στη διαδρομή λύθηκαν και οι τελευταίες απορίες. Στο συνέδριο ο Αντώνης τόλμησε και μίλησε. Αν και η ομιλία του («θεσμοί», «μαθητικές κοινότητες», «να αλλάξουμε το σχολείο από τα μέσα») ήταν τέρμα δεξιά, όταν κατέβηκε τον πλησίασε ο γραμματέας της οργάνωσης. Κοντός, χοντρός, φαλακρός, του φαινόταν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μεγαλύτερός του -ήταν ο αρχηγός των άλλων. Μίλησαν πολύ ώρα. «Τι σου έλεγε αυτός», τον ρώτησε η Ειρήνη αυστηρά (όπως όταν έκανε λάθος στους παρελθοντικούς τύπους ή στον μέλλοντα που ήταν κιόλας συντελεσμένος). «Μου `πε ότι θέλει να με προτείνει για το Κου Σου». «Κι εσύ δέχτηκες;» «Όχι, είσαι καλά;» «Μπράβο μικρέ, δεν πήγαν χαμένες τόσες ώρες μάθημα».

Πράγματι δεν πήγαν Αγγέλα μου και σ` ευχαριστώ πολύ!»

 

13218001Το 2015 αφιερώθηκε στη μνήμη του Μανόλη Αναγνωστάκη με αφορμή τα δέκα χρόνια από το θάνατο του. Το αποχαιρετώ με ένα δικό μου κείμενο του 2005. Είχε δημοσιευτεί στη Μακεδονία στις 14.8.2005 με τον τίτλο «Σεμπρούν και Αναγνωστάκης».

Τον Αύγουστο, που «δεν υπάρχουν ειδήσεις», οι εφημερίδες συνηθίζουν να φιλοξενούν τις βιβλιοφιλικές προσεγγίσεις των συνεργατών τους. `Ετσι και οι σημερινές σκέψεις έχουν αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημα του Χόρχε Σεμπρούν «Είκοσι χρόνια και μια μέρα». `Αθελα, η ανάγνωσή του οδήγησε στον Μανόλη Αναγνωστάκη και τα λόγια του, που -θέλοντας και μη- θυμηθήκαμε διαβάζοντας κι ακούγοντάς τα σε λογιών λογιών επικήδειους στην αρχή του καλοκαιριού. Οι δυο τους μοιάζουν να ζουν βίους εντυπωσιακά παράλληλους: είναι συνομήλικοι (ο ΧΣ γεννήθηκε το 1923, ο ΜΑ το 1925), συμμετέχουν στην αντιφασιστική πάλη, εντάσσονται αντίστοιχα στο ισπανικό και το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα, μοιράζονται από την ίδια μεριά την εμπειρία του εμφύλιου πολέμου και του αντιδικτατορικού αγώνα και, κυρίως, διατηρούν ανεξίτηλο αμφότεροι (αν και μη Εβραίοι) το σημάδι του ολοκαυτώματος και το βίωμα μιας απροσδόκητης επιβίωσης (από τον εγκλεισμό σε ναζιστικό στρατόπεδο ο πρώτος, από τη θανατική του καταδίκη στα εμφυλιακά χρόνια ο δεύτερος). Ο Σεμπρούν, μάλιστα, συχνά υπενθυμίζει ότι η απώλεια των Εβραίων της Θεσσαλονίκης (Εβραίων και του Αναγνωστάκη) είναι μια απώλεια του ισπανικού πολιτισμού. Το 1964 ο Σεμπρούν διαγράφεται από το ισπανικό ΚΚ. Την ίδια χρονιά ο Αναγνωστάκης (επίσης διαγραμμένος), χωρίς ποτέ να αποστασιοποιείται από την αριστερά, ενθαρρύνει την άτυπη «γραμμή» εκλογικής στήριξης της `Ενωσης Κέντρου στις άγονες για την αριστερά εκλογικές περιφέρειες. 

            Ο παράλληλος βίος διαρκεί μέχρι τα εξήντα τους. Ο Αναγνωστάκης σιωπά λογοτεχνικά το 1983 εκδίδοντας ιδιωτικά σε 100 αντίτυπα το «ΥΓ» του (είναι τόσο ολιγόλογες οι φράσεις του, που σήμερα θα τις κυκλοφορούσε με SMS) και πολιτικά ελάχιστα χρόνια μετά. Αντίθετα, ο Σεμπρούν δεν έχει σταματατήσει μέχρι σήμερα ούτε τη λογοτεχνία ούτε την πολιτική. Το τελευταίο του μυθιστόρημα είναι προπέρσινο, το 1988 έγινε υπουργός πολιτισμού της ισπανικής σοσιαλιστικής κυβέρνησης, ενώ φέτος τοποθετήθηκε μαχητικά υπέρ του Ευρωπαϊκού Συντάγματος στο πλευρό των Γάλλων υποστηρικτών του.

            Πολλοί μίλησαν με ηχηρό τρόπο για την σιωπή του Αναγνωστάκη ερμηνεύοντάς την ως «εύγλωττη» συνηγορία των σημερινών τους επιλογών. Λιγότεροι προσπάθησαν να την αποκωδικοποιήσουν. Συμμερίζομαι την άποψη ότι η σιωπή του Αναγνωστάκη αποτελεί αποστράτευση μετά το τέλος δύο σημαντικών αποστολών: αφενός, του ανανεωτικού εγχειρήματος του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος -εγχείρημα το οποίο, δικαιωμένο, απλώς έκλεισε τον κύκλο του μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού- και, αφετέρου, του εκδημοκρατισμού του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ο οποίος αναμφίβολα ολοκληρώθηκε με τη μεταπολιτευτική δημοκρατία. Αντίθετα με τον Σεμπρούν, ο Αναγνωστάκης δεν στρατεύτηκε σε καμιά καινούργια αποστολή. Ούτε σ` αυτές κάποιων παλιών συντρόφων του, που τώρα μάχονται κατά της παγκοσμιοποίησης, υπέρ της ενότητας της αριστεράς κοκ. Το δικαίωμα στην αποστράτευση δεν ισοδυναμεί με ήττα, όπως πίστευε κάποτε η αριστερά. `Αλλωστε, και οι δύο αποστολές έληξαν με νικηφόρο αποτέλεσμα (κι αυτό λίγο δύσκολα το πιστεύει η αριστερά, η οποία επιδιώκει να συσπειρώνει δυνάμεις στη βάση των «αδικαίωτων αγώνων της»). Μόνη παράπλευρη (αλλά ευτυχώς βραχυπρόθεσμη) απώλεια, την οποία δεν θα υποστεί ο Σεμπρούν, είναι η αδυναμία διαχείρισης της επικήδειας διαδικασίας με σεβασμό σε όσα πράγματι σημαίνει η επιλογή της σιωπής και το χιούμορ που την ακολούθησε.

Aristeidis_Oikonomos_062Γύρω μας γράφονται και δημοσιεύονται άπειρα κείμενα κι είναι κρίμα όταν ανακαλύπτεις ένα διαμαντάκι να μην μοιράζεσαι την πληροφορία –ιδίως όταν η βιβλιογραφική παραπομπή σ` αυτό είναι ανύπαρκτη ακόμη και σε μηχανές ψηφιακής αναζήτησης. Τέτοιο διαμαντάκι είναι το κείμενο του φίλου Παναγιώτη Τσούκα, Πάρεδρου στο ΣτΕ, «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ, Πολιτική και κοινωνική αμφισβήτηση – Λαϊκή συλλογική συνείδηση, αστικός εκσυγχρονισμός και εθνική ολοκλήρωση στη σκέψη και τη δράση ενός νομικού του ελληνικού 19ου αιώνα».
Πρόκειται για την πυκνή και βιβλιογραφικά απολύτως τεκμηριωμένη (ο μόχθος της δεν κρύβεται) 46σέλιδη συμβολή του Π. Τσούκα στον τιμητικό τόμο του Μαριάνου Καράση, καθηγητή του αστικού δικαίου στη νομική σχολή του ΑΠΘ, «Δίκαιο και θεωρία δικαίου» (εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα, 2014). Πραγματεύεται το δημόσιο βίο του άγνωστού μας Αριστείδη Οικονόμου (Καλάβρυτα 1835 – Αθήνα 1890), σημαντικού ωστόσο νομικού που διετέλεσε ανώτερος δικαστικός, καθηγητής πανεπιστημίου, βουλευτής και εκδότης του πρώτου ελληνικού επιστημονικού περιοδικού πολιτικής οικονομίας («Οικονομική Επιθεώρησις – Πολιτική Οικονομία, Δημοσιονομία, Καταστατική»).
Το κείμενο, με αφορμή τον αδικαίωτο εκσυγχρονιστή Αριστείδη Οικονόμο, εξελίσσεται σε μία πρόκληση αναζήτησης στο μακρινό, αλλά οικείο τελικά, 19ο αιώνα όλης της σύγχρονης παθογένειας του ελληνικού κράτους. Κατά τη γνώμη μου, αν συμπληρωθεί με μια μικρή εισαγωγή για το ιστορικό και θεσμικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο έδρασε ο ήρωάς του, καθώς και με ένα χρονολογικό πίνακα, αξίζει να γίνει προσιτό στο ευρύ κοινό με αυτοτελή έκδοσή του. Υπάρχει, άλλωστε, το λογοτεχνικό του ανάλογο «Θα υπογράφω Λουί» της Ρέας Γαλανάκη για τον Ανδρέα Ρηγόπουλο, συγκαιρινό και συντοπίτη πολιτικό του Αρ. Οικονόμου.
Για του λόγου το αληθές, δηλαδή για την αξία μίας αυτοτελούς έκδοσης, κλείνω με το εισαγωγικό δείγμα γραφής του Π. Τσούκα: «Συχνά η υστεροφημία δεν ακολουθεί μέχρι τέλους τη φήμη, ακόμη και τη μεγάλη και διαρκή. Αποχωρίζεται από αυτή, χαρίζεται σε άλλους για να τους μείνει λίγο-πολύ πιστή και να τους εγκαταλείψει οριστικά ή πρόσκαιρα για χάρη άλλων εκλεκτών της. Η υστεροφημία του Αρ. Οικονόμου δεν στάθηκε τόσο ανθεκτική στον χρόνο όσο ισχυρή ήταν η φήμη του».

Screen Shot 2013-07-20 at 11.39.50 PMομιλία στην παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του Πάνου Θασίτη (8η Διεθνής `Εκθεση Βιβλίου, Θεσσαλονίκη 7 Μαϊου 2011)

Παρά τις εύστοχες κριτικές παρατηρήσεις του Αλέξη Ζήρα στην Εισαγωγή, είναι βολικό να αποδεχτούμε την καθιερωμένη ένταξη του Πάνου Θασίτη στην ομάδα των κοινωνικών ποιητών της Θεσσαλονίκης ή στους ποιητές της ήττας. Πρόκειται για μια διπλή ή τριπλή ήττα που αφορά πάντα στο «μισό». Είναι η πολιτική ήττα της αριστεράς –της μισής Ελλάδας, στην οποία προστίθεται η εσωτερική ήττα του ανανεωτικού μισού της αριστεράς από την άλλη μισή δογματική και λαϊκιστική εκδοχή της, κι ακόμη η ήττα των μισών που δεν ένιωσαν ποτέ βολικά (όχι κατ` ανάγκη επειδή δεν βολεύτηκαν) στο κρατικοδίαιτο μοντέλο της μεταπολεμικής ανάπτυξης που θρέφει τους άλλους μισούς.
Εκτιμώ ότι ο ανένταχτος Πάνος Θασίτης σιώπησε όταν θεώρησε ότι η ήττα αυτή ήταν πλέον αμετάκλητη (διαφορετική είναι η περίπτωση της σιωπής του Μανόλη Αναγνωστάκη που μάλλον οφείλεται στην ολοκλήρωση μιας παράλληλης ενταγμένης πολιτικής δράσης –αλλά αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης και μεγάλης κουβέντας). Επιχειρώντας μια υπέρβαση, που αφορά και στους δύο, αλλά περισσότερο στον πιο γήινο και καθημερινό μας Πάνο Θασίτη, αναρωτιέμαι αν σήμερα θα ξαναμιλούσαν.
Με το «σήμερα» υπαινίσσομαι την τρέχουσα ήττα –μια ήττα όχι πια του μισού αλλά του όλου. Γιατί σήμερα -εξίσου αμετάκλητα- ηττώνται και οι νικητές του χθες. Με τα λόγια του Πάνου Θασίτη, ηττώνται αυτοί που υποχώρησαν λίγο που ελίχθηκαν λιγάκι («Ας υποχωρούσαν λίγο»*, σελ. 142), οι γενναία μισθοδοτούμενοι απ` τον Ταμία-`Ηλιο (πρόκειται ίσως για την πιο εύστοχη ποιητική αναφορά στη δημοσιοϋπαλληλία –«Επιτυχόντες»**, σελ. 144), αλλά και ο ίδιος ο έπαρχος και οι προϊστάμενοί του στην «Ελληνική επαρχία μ.Χ.»*** (σελ. 146). Μόνο που η ήττα αυτή δεν είναι το αποτέλεσμα μιας μάχης, δεν είναι, ελληνιστί, το comeback των τότε ηττημένων μα δικαιωμένων: είναι απλώς μια σύμπασα κατάρρευση.
Επειδή ο Πάνος Θασίτης δεν θα μιλήσει, το ερώτημα είναι άλλο κι ευρύτερο. `Αραγε ποια ποίηση θα ξεπηδήσει από τη σημερινή ήττα; Στην 38η Διεθνή `Εκθεση Βιβλίου, το σωτήριο έτος 2041 μ.Χ., καλά να `μαστε ως τότε, είμαι βέβαιος ότι θα ξανασυζητήσουμε για τον Πάνο Θασίτη συγκρίνοντάς τον με την ποιητική γενιά της δικής μας περιπέτειας. Συνειδητά δεν αναφέρομαι στη «δική μας ήττα», γιατί τότε δεν θα μιλάμε με όρους νίκης/ήττας, αλλά απλώς για το παλιό και το νέο ή, όπως θα έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, για το χρόνο της προϊστορίας και το χρόνο της ιστορίας.

*Ας υποχωρούσαν λίγο

Τι θέλουν τώρα αυτοί και μας θυμώνουν;
Τι κουταμάρες λένε πάλι για δήθεν ύποπτους συνδυασμούς
γι’ ανόμως κερδισμένα;

Είναι ζηλιάρηδες, ανάγωγοι, ξυπόλητοι πάππου προς πάππον,
πεινασμένοι –και δικαίως τέτοιοι που ‘ναι–
δεν ξέρουν τι θα πει ζωή
–την πήρανε στα εύκολα ψωμοζητώντας–
και τώρα κάνουν τους ενάρετους,
παίζουν τους Ροβεσπιέρους!

Στο κάτω-κάτω, ας ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι,
ας άρπαζαν τις ευκαιρίες, ας σπρώχναν κι ας πατούσαν στην ανάγκη
αφού κανείς δεν τ’ απαγόρεψε αυτά
–όλοι με κάτι τέτοια ζούμε και περνούμε.

Τους έξυπνους μας κάνουν τώρα;

** Επιτυχόντες

Άγομεν ηλικίαν ώριμον
Ορθώς φρονούμεν
Ορθώς καθήμεθα –και ασφαλώς–
Δικαίως κεραυνοβολούμε τους παρίες
Σεβάσμιοι –και τρομεροί αν χρειαστεί– τοις πάσι.

Εμείς, δεν είμαστε άνθρωποι τυχαίοι.
Εδώ να φτάσουμε, ν’ αρπαχτούμε απ’ εδώ
να κρεμαστούμε ασθμαίνοντας, να επιπλεύσουμε όπως-όπως,
τι δεν απεμπολήσαμε,
θέλοντας μη θέλοντας τι δεν επράξαμε, οι καημένοι.

Ενάρετα γηράσκοντες, άξια διοικούντες τώρα
και –φυσικά– γενναία μισθοδοτούμενοι,
απ’ τον Ταμία – Ήλιο.

*** Ελληνική επαρχία μ.Χ.

Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι πού να το φανταστεί.
Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,
ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,
κάτι να περισώσει απ’ την καταστροφή.

Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα
τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου
την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή
φιλόπτωχο διοίκηση κ.λπ.
Μα δεν ανησυχήσαν. «Θα του περάσει» είπαν,
«κι άμα δεν του περάσει
και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,
τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,
τον εξαφανίζουμε στο κάτω-κάτω.

Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει
κι αν δεν του περάσει».

Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.
Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε
ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.

Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.

Και τα τρία ποιήματα ανήκουν στη συλλογή Ελεεινόν θέατρον (1980)

Μπορεί το νέο πρόγραμμα να επαναφέρει την υποχρεωτικότητα του μαθήματος των Θρησκευτικών;

Ευχαριστώ τον καλό μας τον ΚΑΙΡΟ για τη σημερινή του πρόσκληση

Χωρίς ιδιαίτερο πρόλογο εισέρχομαι απευθείας στο θέμα μου που είναι η νομική αξιολόγηση του μαθήματος των Θρησκευτικών και, συγκεκριμένα, ο εντοπισμός και η ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων που διέπουν τη διδασκαλία του μαθήματος. Ιδίως θα μας απασχολήσει αν το υπό συζήτηση νέο Πρόγραμμα Σπουδών, όπως αναλύεται στο βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε, μαζί με τις τοποθετήσεις των συντακτών του, εισφέρει οποιαδήποτε καινούργια οπτική στη συζήτηση για την υποχρεωτικότητα ή μη του μαθήματος.

Κατανοώ απολύτως τη συμβιβαστική και συναινετική θέση των εισηγητών του νέου προγράμματος, οι οποίοι βρίσκονται ανάμεσα σε συμπληγάδες:

Από τη μια η νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, εν μέρει του ΣτΕ και ιδίως του Συνήγορου του Πολίτη και της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, έχουν χαρακτηρίσει το μάθημα, όπως σήμερα διδάσκεται, ως ομολογιακού ή κατηχητικού χαρακτήρα, πράγμα που συνεπάγεται ότι η υποχρεωτικότητα της διδασκαλίας του προσκρούει στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης όσων δεν ασπάζονται τη συγκεκριμένη ομολογία.
Συνεπάγεται επίσης ότι η μόνη σίγουρη διέξοδος για την υποχρεωτική διδασκαλία είναι η μετατροπή του μαθήματος σε αμιγώς θρησκειολογικό με ουδέτερο πρόσημο αντιμετώπισης των επιμέρους θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Από την άλλη, συντηρητικοί θεολογικοί κύκλοι υπερασπίζονται με νύχια και δόντια το σημερινό στάτους του μαθήματος, ακριβώς επειδή πιστεύουν ότι αυτό είναι και πρέπει να παραμείνει ομολογιακό. Συχνότατα εργαλείο αυτής της υπεράσπισης είναι η καταγγελία ότι το θρησκευτικό φρόνημα οποιουδήποτε μεταρρυθμιστή εκφεύγει της ορθόδοξης πίστης και, επίσης συχνότατα, οι εισηγητές των μεταρρυθμίσεων καταγγέλλονται ως αντεθνικά δρώντες ή ως υπηρετούντες σκοτεινά συμφέροντα εχθρών του έθνους και της ορθοδοξίας. Το πρόβλημα είναι ότι δυστυχώς η μεταρρυθμιστική προσπάθεια οφείλει να συνυπολογίσει τέτοιες αντιδράσεις και γιατί είναι πολυάριθμες και γιατί διαθέτουν καθοριστική πρόσβαση στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Ενόψει όλων αυτών ο συμβιβασμός που προβάλλεται σχηματικά έχει ως εξής:
Το νέο μάθημα των θρησκευτικών μπορεί να ξαναγίνει υποχρεωτικό επειδή έχει αποβάλει τον ορθόδοξο ομολογιακό του χαρακτήρα. Κρατά μόνο ως επίκεντρο την ελληνορθόδοξη παράδοση του τόπου και την παράδοση της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας, έτσι ώστε ο μαθητής -ακόμη και ο μη ορθόδοξος- να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου ως «πίστη, λατρεία, ζωή, τέχνη και πολιτισμό», όπως επιγραμματικά επισημαίνει ο κ.Γιαγκάζογλου στο εισηγητικό κείμενο του τόμου. Περαιτέρω, επεκτείνεται στη γνώση των άλλων μεγάλων χριστιανικών παραδόσεων και καταλήγει στην επαφή με στοιχεία άλλων θρησκειών. Σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του κειμένου των κυριών Γριζοπούλου και Καζλάρη, στόχος ενός τέτοιου μαθήματος οφείλει να είναι ο θρησκευτικός εγγραμματισμός των μαθητών.

Αναμφίβολα πρόκειται για μια έντιμη πρόταση με ιδιαίτερη παιδαγωγική και εκπαιδευτική αξία. Ως νομικός, όμως, διαφωνώ ότι ακόμη με ένα τέτοιο περιεχόμενο μπορεί το μάθημα των θρησκευτικών να ξαναγίνει υποχρεωτικό.

Εξηγούμαι:
Το άρθρο 16 παρ.2 του Σ ορίζει ως βασική αποστολή του κράτους την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης». Το τι εστί θρησκευτική συνείδηση ορίζεται σε άλλο άρθρο, και συγκεκριμένα στο 13 παρ.1 εδ.α`, το οποίο επιτάσσει το απαραβίαστο της θρησκευτικής συνείδησης. Πάγια το σύνολο της θεωρίας και της νομολογίας εξηγεί ότι από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η θρησκευτική συνείδηση κυμαίνεται εξίσου αποδεκτά από το ένα άκρο της απόλυτης αθεϊας έως το άλλο άκρο της όποιας θρησκοληψίας.
Συνεπώς η αποστολή της κρατικής παιδείας ως προς την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης οφείλει να αντιμετωπίζει ισότιμα τόσο την επιλογή της αθεϊας και του αγνωστικισμού όσο και οποιοδήποτε θρησκευτικό φρόνημα. Για να αναπτυχθεί η κατά το Σύνταγμα θρησκευτική συνείδηση, στο σχολείο όμοια θέση πρέπει να αποδοθεί τόσο στην αντίληψη ότι «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών» ή ότι δεν υπάρχει θεός ή ότι δεν με ενδιαφέρει να ξέρω αν υπάρχει θεός όσο και σε οποιαδήποτε άλλη αναζήτηση που οδηγεί στην παραδοχή της ύπαρξης θεού και περαιτέρω σε ενδεχόμενη ένταξη σε θρησκευτικό ρεύμα.
Με άλλη διατύπωση, επειδή η θρησκευτική συνείδηση είναι κατά το σύνταγμα ένα απολύτως ανοιχτό πεδίο, το μόνο συνταγματικά ανεκτό υποχρεωτικό μάθημα θρησκευτικών είναι το ουδέτερο θρησκειολογικό.

Συχνά αντίθετη ερμηνεία γίνεται προσπάθεια να συναχθεί από τη σύστοιχη στο άρθρο 16 παρ.2 κρατική αποστολή της «ανάπτυξης της εθνικής συνείδησης». Υποστηρίζεται, λοιπόν, ότι αν δεν είναι υποχρεωτικό το μάθημα των θρησκευτικών, όμοια πρέπει να είναι προαιρετικά όσα πεδία του εκπαιδευτικού προγράμματος συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης. Το επιχείρημα δεν ευσταθεί διότι, σε αντίθεση με τη θρησκευτική συνείδηση και το ανοικτό, ακόμη και μηδενικό περιεχόμενό της, η εθνική συνείδηση ορίζεται θετικά στο άρθρο 120 του Συντάγματος, όχι ως δικαίωμα, αλλά ως θεμελιώδης υποχρέωση των ελλήνων. Μάλιστα, ακόμη περισσότερο, στο Σύνταγμα ορίζεται και το ελάχιστο του επόμενου σταδίου της εθνικής συνείδησης, που είναι ο πατριωτισμός, ο οποίος -το λιγότερο- συγκροτείται από το φρόνημα τήρησης του Συντάγματος.

Στα προηγούμενα πρέπει να προσθέσουμε έναν σαφή κίνδυνο που κρύβει η θέση ότι, ως -κατά δήλωση- μη ομολογιακό, το νέο πρόγραμμα σπουδών επιτάσσει την επιστροφή στην υποχρεωτικότητα των θρησκευτικών.

Εξηγούμαι και πάλι:
`Οποιος αμφισβητεί τη δήλωση αυτή, είναι ελεύθερος να προσφύγει στη δικαιοσύνη διεκδικώντας να μη διδάσκεται το παιδί του τα νέα θρησκευτικά. Με δεδομένη τη θέση της νομολογίας ότι το ομολογιακό μάθημα δεν μπορεί να είναι υποχρεωτικό, η έκβαση των δικών θα κριθεί από τη δικαστική αξιολόγηση ως προς το ομολογιακό ή μη κάθε επιμέρους προγράμματος, κάθε τάξης του δημοτικού ή του γυμνασίου.
Με άλλη διατύπωση, ο ομολογιακός ή μη χαρακτήρας του μαθήματος θα μετατραπεί σε μια αόριστη νομική έννοια, το περιεχόμενο της οποίας θα καθορίζεται από τα ανά την Ελλάδα δικαστήρια. Τόσο εγώ ως νομικός όσο κι εσείς ως θεολόγοι πρέπει να απευχόμαστε αυτό ενδεχόμενο. Ο χαρακτήρας του προγράμματος σπουδών πρέπει να παραμείνει θέμα της θεολογικής και της παιδαγωγικής επιστήμης και κοινότητας και να μην κακοπέσει στον ξερολισμό των νομικών.

Ολοκληρώνω και με μια ακόμη σκοπιά.
Η προαιρετικότητα του μαθήματος των θρησκευτικών δύσκολα ανατρέπεται. Μ` αυτήν έχει κατοχυρωθεί ένα κεκτημένο ελεύθερης ανάπτυξης της συνείδησης, πράγμα καθόλου αρνητικό σε ένα σχολείο γεμάτο πρέπει και μη. Δεν είναι καθόλου αρνητικό σε μια πολιτεία που, κακά τα ψέματα, όχι μόνο δεν είναι ανεξίθρησκη, αλλά επιμένει να θρησκεύεται, αφού επιβάλλει τον ομαδικό σχολικό εκκλησιασμό, την ομαδική σχολική προσευχή, τα θρησκευτικά σύμβολα σε δημόσια κτίρια, την κρατική μισθοδοσία θρησκευτικών λειτουργών κοκ. Και πάλι κακά τα ψέματα, όσο κι αν το ξορκίζουμε, το μάθημα των θρησκευτικών, όπως έχει διαμορφωθεί, αποτελεί αντικείμενο των τριβών που προκαλεί ο μη χωρισμός κράτους εκκλησίας.

Σ` αυτόν λοιπόν τον αμυντικό χώρο ελευθερίας που αντικειμενικά βάλλεται από το θρησκευόμενο κράτος και τη θρησκευόμενη εκπαίδευση, κάθε πιθανή αλλαγή θα κριθεί υπό το πρίσμα της αρχής in dubio pro libertate, δηλαδή εν αμφιβολία υπέρ της ελευθερίας. Κι αυτήν την αμφιβολία σε βάρος της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, την καλλιεργεί συχνά (ακόμη και με καλή πρόθεση) και η μεταρρυθμιστική επιχειρηματολογία, όταν, στην προσπάθειά της να καλύψει τα νώτα της από τις συντηρητικές επιθέσεις, παραδέχεται ότι και το σημερινό μάθημα «τείνει» να μην είναι ομολογιακό (μόνο που το Σύνταγμα δεν ανέχεται ούτε την ολίγη παραβίαση) ή όταν δεν συνομολογεί ευθαρσώς ότι δεν έχει καμία θέση στο λύκειο (όπου και το ζήτημα της απαλλαγής αφορά στους ίδιους τους μαθητές και όχι στους γονείς τους) ένα μάθημα που χρησιμοποιεί προσχηματικά τη θεολογία για να διδάξει ότι υπάρχουν κακής ποιότητας ερωτικές σχέσεις νέων, ότι το απλό σεξ μεταξύ νέων ανθρώπων ενδέχεται να είναι πορνικό ή ότι υπάρχει μονόδρομος που οδηγεί από τα μαλακά στα σκληρά ναρκωτικά ή ότι υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι κοκ.
Με μία φράση: η επαναφορά της συζήτησης περί υποχρεωτικότητας του μαθήματος των θρησκευτικών με αφορμή το νέο πρόγραμμα σπουδών, αδικεί το πρόγραμμα και φτωχαίνει την εμβέλειά του.

Κλείνω με μια γενικότερη παρατήρηση.
Στη χώρα μας, και ίσως και όπου αλλού η ορθοδοξία επικρατεί ως θρησκεία, είναι έντονη η δυσανεξία σε κάθε έκφραση δημιουργικής πνοής του θρησκευτικού συναισθήματος. Η αγιογραφία οφείλει να παραμένει προσκολλημένη στη γνωστή μας τυποποίηση ή εσχάτως στο κιτς για ρώσους τουρίστες, η λοιπή θρησκευτική ζωγραφική δεν έχει να επιδείξει τίποτε μετά τον Πεντζίκη, ως εκκλησιαστική αρχιτεκτονική αναγνωρίζεται μόνο η μεταβυζαντινή τούρτα και η μουσική δεν λέει να ξεκολλήσει από την υμνογραφία ή να εισέλθει στους ναούς.
Αν λοιπόν για κάτι αξίζει το νέο πρόγραμμα σπουδών στα θρησκευτικά του Δημοτικού και του Γυμνασίου, είναι γιατί αποτελεί την εξαίρεση. Είναι γιατί συντάχθηκε με δημιουργική πνοή και στόχευση την απελευθέρωση δημιουργικών θεολογικών αναζητήσεων με αποδέκτες τους νέους ανθρώπους. Η προσπάθεια αυτή προκάλεσε έναν γόνιμο διάλογο με θύραθεν δημιουργικές δυνάμεις και μια σαφή οριοθέτηση έναντι του σκοταδισμού. Και τα δύο αποτυπώνονται ευκρινέστατα στο βιβλίο που παρουσιάζουμε.

Εύχομαι ολόψυχα κάθε επιτυχία στους επιμελητές και τον εκδότη του. Τους ευχαριστώ άλλη μια φορά για την πρόσκληση, όπως ευχαριστώ όλες και όλους εσάς για την προσοχή σας.

656Ομιλία στη παρουσίαση του βιβλίου του «Στο ρίσκο της κρίσης. Στρατηγικές της Αριστεράς των δικαιωμάτων» (εκδ. Αλεξάνδρεια)
Θεσσαλονίκη 20.12.2013, βιβλιοπωλείο ΒιβλιοΡΥΘΜΟΣ*

Βρεθήκαμε για να συστήσουμε ένα πολιτικό βιβλίο και να μιλήσουμε για πολιτική.
Αφήνω τους προλόγους για το τέλος και μπαίνω στην ουσία: Ο Δημήτρης έγραψε το βιβλίο του με δύο αγωνίες: Η πρώτη είναι πώς η αριστερά θα κερδίσει την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και η δεύτερη είναι πώς δεν θα καταρρεύσει ασκώντας εξουσία.
`Ηδη η ορολογία προδίδει την τακτική που θέτει στην υπηρεσία της στρατηγικής του αγωνίας. Μιλά για την Αριστερά και όχι για τον ΣΥΡΙΖΑ μόλο που δεν κρύβει τη συμπόρευσή του μ` αυτόν. Συστήνει δηλαδή χωρίς περιστροφές πολιτικές ευρύτερων συμμαχιών τόσο για το πριν όσο και για το μετά.
Αξίζει να δούμε την τόλμη με την οποία ανοίγει τη συζήτηση.
Παίρνει δύο «τζιζ» για την αριστερά έννοιες, τις μεταρρυθμίσεις και την ασφάλεια, και με θάρρος τις τοποθετεί στην καρδιά της αριστερής ατζέντας, χωρίς να μένει στα εύκολα διαδικαστικά ευχολόγια περί διαλόγου. Αντίθετα προτείνει θέσεις συμβιβασμού και συμπόρευσης. Στέκομαι στις μεταρρυθμίσεις.
Ο Δημήτρης εισάγει δύο θέσεις.
Η πρώτη είναι ο διαχωρισμός του δικαιώματος από το κεκτημένο και όλοι καταλαβαίνουμε τι εννοεί. Εμένα μου αρέσει και λεκτικά: το δικαίωμα είναι μία διαρκής διεκδίκηση, μία έννοια δυναμική, σε αντίθεση με τη στατικότητα της κτήσης και τη βαρβαρότητας της κατάκτησης. Και πάλι είναι σαφής: πρέπει να αναζητήσουμε το περιεχόμενο της νέας μεταμνημονιακής λιτότητας και κλείνει το μάτι στην έννοια της δίκαιης λιτότητας που εισηγείται ο έτερος φίλος Μάνος Ματσαγγάνης. `Αρα, με γνώμονα την αλληλεγγύη των αδύναμων, θα θυσιαστούν κεκτημένα για να εξασφαλιστεί το ισοδύναμο σε δικαιώματα. Συμφωνώ και επαυξάνω. Αυτή η αναδιανομή νομιμοποιεί και δικαιώνει τη υπεράσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων και την υπεράσπιση του πλούτου που πρέπει να παραμείνει στη δημόσια κυριότητα, αλλά συγχρόνως πρέπει και να αφαιρεθεί από την ιδιοτελή νομή του απαξιωμένου πολιτικού και συνδικαλιστικού προσωπικού.
Η δεύτερη θέση είναι εξίσου προκλητική. Πρέπει, λέει, να αναζητήσουμε το περιεχόμενου ενός κρίσιμου 20% που διαστρέφει τη μεταρρυθμιστική πορεία της χώρας, που ακόμη και ορθές επί της αρχής πολιτικές τις καταντά εξουθενωτικές για τους πολίτες και αναποτελεσματικές για τη διοίκηση.
Ο Δημήτρης αποδίδει τη διαστροφή σε ένα νεοφιλελεύθερο ισοπεδωτικό σχέδιο. Δεν συμμερίζομαι πλήρως την ένταση αυτής της θέσης. Η δική μου γνώμη είναι ότι η διαστρέβλωση οφείλεται σε όχι ευκαταφρόνητο βαθμό στο πελατειακό βάρος και τη διαφθορά που φέρει ένα πολιτικό προσωπικό, το οποίο καλείται να μεταρρυθμίσει κάτι που το ίδιο έφτιαξε και εντός του οποίου εξετράφη. Αυτή είναι η αιτία των οριζόντιων μέτρων, με τα οποία τελειώνει διαδικαστικά και απαξιώνεται ουσιαστικά κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.
`Οσα προηγήθηκαν εξηγούν και μία άλλη πεποίθησή μου. Ο Δημήτρης σπάνια αυτοσυστήνεται ως νομικός. Επιτρέψτε μου όμως να πω ότι είναι από τους λίγους που υπερασπίζονται την τιμή της επιστήμης του συνταγματικού δικαίου στη χώρα. Γι αυτό έχει ιδιαίτερη αξία το κεφάλαιο του βιβλίου που αναφέρεται στο συνταγματικό βερμπαλισμό. Εκεί δείχνει πόσο δημιουργικά έχει ενσωματώσει στη σκέψη του τη διδασκαλία του Μάνεση προτείνοντας την υπεράσπιση του ισχύοντος συντάγματος τόσο έναντι της παραβίασής του από την κυβερνητική πολιτική όσο και έναντι της εξ αριστερών απαξίωσής του που περιέχεται στο δήθεν επαναστατικό αίτημα για ένα νέο σύνταγμα. Δεν επεκτείνομαι γιατί το θέμα ανήκει στην Ιφιγένεια Καμτσίδου. `Αλλωστε τα όρια αυτού του βερμπαλισμού, για τον οποίο ο Δημήτρης μίλησε έγκαιρα, εμφανίστηκαν πρόσφατα στις οθόνες μας υπό τη μορφή του Κατρουγκάλου σε εκπομπή του Πρετεντέρη. Προσθέτω μόνο ότι, μαζί με τον τρέχοντα βερμπαλισμό και δικαστικό ακτιβισμό, αξίζει να ξαναδούμε κριτικά τη συνταγματική νομολογία της εποχής των παχέων αγελάδων, όταν τα στοιχειώδη της κοινωνικής αλληλεγγύης (ΛΑΦΚΑ, πλαφόν στα εφάπαξ κλπ, όλα θεσμικές πρωτοβουλίες της επάρατης για το Δημήτρη κεντροαριστεράς) κρίνονταν αντισυνταγματικά.
Κλείνω με τον πρόλογο που έπρεπε να προηγηθεί. Ο Δημήτρης ξεχωρίζει γιατί ξέρει να ενώνει και όχι να συγκολλά. Ξέρει όχι μόνο να βρίσκει τους κοινούς τόπους αλλά και να στρατολογεί σε κοινές δράσεις. Ξέρει να μετουσιώνει τις ιδέες σε υλοποιήσιμους στόχους. Δεν περιφρονεί τις μικρές νίκες γιατί ξέρει να τις εντάσσει στο συνολικό σχέδιο.
Το βιβλίο του συμπυκνώνει αυτές ακριβώς τις αρετές και γι` αυτό τον ευχαριστώ που με κάλεσε να το παρουσιάσω.
Ευχαριστώ επίσης όλες και όλους εσάς!

* Στην ίδια εκδήλωση για το βιβλίο κατά σειρά μίλησαν οι Ιφιγένεια Καμτσίδου, Μιχάλης Μπαρτζίδης και Γεράσιμος Βώκος. Η παρουσίαση έκλεισε με τις παρατηρήσεις του συγγραφέα.

Επόμενη σελίδα: »