δικηγορία


12705727_10203971545408250_4354805453582318268_n

 

Από των πρόλογο των επιμελητών:

«Η οικονομική κρίση και οι επεμβάσεις του νομοθέτη, αφενός, προς την κατεύθυνση της άρσης των -τοπικών ιδίως- περιορισμών στην αγορά των νομικών υπηρεσιών, αφετέρου με την αύξηση των ποικίλων δικαστικών δαπανημάτων, μετέβαλαν τις συνθήκες της δικηγορίας. Η απασχόληση του δικηγόρου σε αγοραπωλησίες ακινήτων μειώθηκε ουσιωδώς, τόσο λόγω της κατάργησης της υποχρεωτικής δικηγορικής παράστασης στα συμβόλαια όσο και εξαιτίας της ραγδαίας συρρίκνωσης της κτηματαγοράς. Μείωση ύλης παρατηρείται στην κλασική δικαστηριακή δικηγορία, αλλά και στην υποστήριξη εντολέων από τον επιχειρηματικό κλάδο. Η μείωση δεν αντισταθμίστηκε από την ενίσχυση της ύλης εξαιτίας ποικίλων μέτρων που λήφθηκαν την περίοδο της κρίσης στον τομέα της δημόσιας διοίκησης, των κοινωνικών ασφαλίσεων και της φορολογίας ή από τη δημιουργία νέας ύλης, όπως λ.χ. από την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και την επέκταση της κτηματογράφησης. Η κατάργηση των τοπικών περιορισμών ως προς το δικαίωμα δικαστικής παράστασης, παρά τις ισχυρές έως στρεψόδικες αντιστάσεις, ενοποιεί σε σημαντικό βαθμό την αγορά νομικών υπηρεσιών, εκθέτοντας πάντως την περιφέρεια σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό δικηγόρων από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα, στην παροχή νομικών υπηρεσιών (ακόμη και υπό αντιμισθία) επιβλήθηκε για πρώτη φορά Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, στην υψηλότερη μάλιστα κλίμακα του 23%, αυξάνοντας το κόστος της για τον μη επιτηδευματία εντολέα. Ο νέος Κώδικας Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208/27-9-2013) είναι αποτέλεσμα πολυετούς κυοφορίας μετά από αλλεπάλληλες, ενίοτε αντιφατικές, εξαγγελίες. Προσπάθησε σε ορισμένο βαθμό να ρυθμίσει τις παραπάνω αλλαγές αντικαθιστώντας ένα νομοθέτημα που αντιμετώπιζε το δικηγορικό λειτούργημα, αρχικά ως κλειστό και «αριστοκρατικό», με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, αλλά που, στη συνέχεια, μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις, απώλεσε την εσωτερική του συνοχή, αντιμετωπίζοντας αποσπασματικά το ποσοτικό άνοιγμα του επαγγέλματος.»

Advertisements

images (2)Στα μέτωπα του ασφαλιστικού και του αγροτικού η κυβέρνηση δε δυσκολεύεται στην αντιπαράθεσή της με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Το ζόρι της είναι η απλή κι αποτελεσματική στρατηγική ΣΥΡΙΖΑ. Το «καμιά αύξηση εισφορών και ορίων, καμιά μείωση συντάξεων» και το «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά», που με σθένος ο ΣΥΡΙΖΑ επαγγελλόταν, είναι για άλλη μια φορά η γραμμή Μαζινό των επιστημονικών συνδικαλιστικών φορέων και των αγροτικών μπλόκων. Στον παραλογισμό αυτών των συνθημάτων, η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντήσει με το θρυλικό κουτσογιωργικό «εσείς δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε» γιατί «εσείς μας φέρατε σε αυτήν την κατάσταση». Αν και είναι προφανές ότι «έτσι μας κατάντησαν» μαζί με «τα μνημόνια και τις τρόικες» και η απουσία συνδικαλιστικών επεξεργασιών στα θέματα της κοινωνικής ασφάλισης, η κυβέρνηση δεν μπορεί να το εκστομίσει στον εαυτό της. Μοιάζει με ζωγράφο που δεν τολμά να ζωγραφίσει το διάβολο γιατί ο πίνακας θα αποδειχθεί η αυτοπροσωπογραφία του.

Από την άλλη, η έλλειψη προτάσεων από τα επιστημονικά συνδικάτα είναι εξοργιστική. Παίρνω παράδειγμα τους δικηγόρους (εικάζω ότι παρόμοια ισχύουν για μηχανικούς και γιατρούς). Άραγε οι δικηγορικοί σύλλογοι υπερασπίζονται το «δικαίωμα» των ασφαλισμένων προ του 1993 να πληρώνουν γύρω στο 20% λιγότερες εισφορές από τους νεότερους συναδέλφους τους; Άραγε υπερασπίζονται το «δικαίωμα» των ίδιων παλιών ασφαλισμένων και συνταξιούχων να μην αγγίζεται από τους νεότερους ο κουμπαράς που δίνει την επικουρική σύνταξη; Αν ναι, να μας το πουν. Αν όχι, να μας πουν (πρώτοι οι ώριμοι κι όψιμοι ΣΥΡΙΖΑίοι συνδικαλιστές) με νούμερα τι διορθωτικό προτείνουν. Κι όταν λέω με νούμερα, το εννοώ: οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν ξοδέψει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ των μελών τους σε αναλογιστικές μελέτες που δε δημοσιοποιούνται. Άρα γνωρίζουν πολύ καλά ποια ποσά συντάξεων δεν αντιστοιχούν σε εισφορές και ποιες εισφορές πάνε σε συντάξεις άλλων.

Εξίσου εξοργιστική είναι η κατάσταση στα αγροτικά. Οι παράνομες επιδοτήσεις που επιστράφηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση εν μέσω κρίσης από τον πενιχρό κρατικό προϋπολογισμό (δηλαδή από όλους μας), έχουν συγκεκριμένα ΑΦΜ και ΑΜΚΑ, που ανήκουν και σε ΣΥΡΙΖΑίους αγροτοσυνδικαλιστές. Είναι έτοιμος κανείς (ΣΥΡΙΖΑίος) να προτείνει την καθιέρωση ασφαλιστικού πόρου υπέρ των νέων αγροτών που θα αποτελείται από την εξατομικευμένη επιστροφή κάθε παράνομης είσπραξης κοινοτικού χρήματος;

Κλείνω: το ασφαλιστικό είναι πολύ σοβαρή δουλειά για να την εμπιστευτούμε σε οποιονδήποτε αντιτάχθηκε στη μεταρρύθμιση Γιαννίτση. Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός όρος της οικουμενικής και συναινετικής αντιμετώπισης του προβλήματος της βιωσιμότητάς του.

* δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «καρφίτσα» στις 30.1.2016

wellcome_imageΣτις 16.3.2015 διοργανώθηκε στην Αθήνα επιμορφωτική ημερίδα των σπουδαστών της κατεύθυνσης Διοικητικής Δικαιοσύνης της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. Προσκλήθηκα ως ομιλητής από το Γενικό Διευθυντή της Σχολής κ. Μιχάλη Πικραμένο, Σύμβουλο Επικρατείας, τον οποίο ευχαριστώ θερμά και από αυτή τη θέση. Υπό την προεδρία του επίτιμου Αντιπροέδρου του ΣτΕ, κ. Γιώργου Σταυρόπουλου, εισηγήσεις ανέπτυξαν επίσης η Σύμβουλος Επικρατείας κα Σίση Χρυσικοπούλου και η Συνήγορος του Πολίτη, Καθηγήτρια κα Καλλιόπη Σπανού.

Η πρόσκληση να τοποθετηθώ για το θεσμό της επιθεώρησης από την οπτική του δικηγόρου της πράξης μου προκάλεσε αμηχανία. Η αμηχανία αυτή θα ήταν μικρότερη αν το ακροατήριο ήταν δικηγορικό, αφού τότε η προσέγγιση θα ήταν περισσότερο δικαιοπολιτική, δηλαδή ένας συνδυασμός θεωρίας και συνδικαλισμού (πάντα με την καλή έννοια).

Αντίθετα, ανάμεσα σε δικαστές και σπουδαστές της σχολής, οι αξιώσεις είναι διαφορετικές: ο λόγος οφείλει να είναι «πρακτικός» και οι προτάσεις εφαρμόσιμες εντός ενός δεδομένου νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου.

Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο από έναν δικηγόρο; Δύσκολα.

Εξηγούμαι:

Ο δικηγορικός κόσμος είναι πρακτικά αποκλεισμένος από τη διαδικασία της επιθεώρησης, όπως ακριβώς είναι αποκλεισμένος από την πειθαρχική δικαιοδοσία των δικαστικών λειτουργών, αλλά και την υπηρεσιακή τους εξέλιξη. Εξίσου αποκλεισμένος είναι και από τη διοίκηση των δικαστικών σχηματισμών, με μικρή εξαίρεση τη συμμετοχή των συλλόγων στη διαχείριση των δικαστικών κτιρίων.

Η συζήτηση για τη δυνατότητα ή τη σκοπιμότητα της συμμετοχής των δικηγόρων ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης σε όλα τα προηγούμενα είναι μεγάλη και πάντως όχι της παρούσης.

`Αρα τι απομένει; Απομένει η κατάθεση από τη μεριά μου του τρόπου, με τον οποίο οι συνάδελφοί μου προσλαμβάνουν τη λειτουργία του θεσμού. Διευκρινιστικά και απολογητικά προειδοποιώ ότι η κατάθεση αυτή είναι μοιραία υποκειμενική και αυστηρά προσωπική.

Απαριθμώ:

Ένα: Ο δικηγόρος θεωρεί την επιθεώρηση έναν προσχηματικό θεσμό. Είναι πεπεισμένος ότι η ενιαύσια θητεία των επιθεωρητών και η ανάδειξή τους με κλήρωση, στερούν από την επιθεώρηση οποιαδήποτε θεσμική σοβαρότητα.

Ακόμη κι αν πειστεί για το ζήλο και την εργατικότητα κάποιου επιθεωρητή, δύσκολα πείθεται ότι αυτός μπορεί να αξιολογήσει το σύνολο των υφισταμένων του. Όχι αδικαιολόγητα, η αναπόφευκτη αποσπασματικότητα ταυτίζεται με την αδικία.

Η αίσθηση της προσχηματικότητας επιτείνεται από την «πληροφορία» ότι οι εκθέσεις επιθεώρησης συντάσσονται με μεγάλη καθυστέρηση (σε κάποιες περιπτώσεις ποτέ) και στη βάση δύο (ακόμη κι αν είναι παραπάνω, αυτός ο αριθμός διαρρέει) αποφάσεων που ο ίδιος ο επιθεωρούμενος προσκομίζει στον επιθεωρητή.

Στο σημείο αυτό η δικηγορική απορία είναι εύλογη, άλλο τόσο εύλογη είναι και η πρόταση: Ο δικηγορικός κόσμος πρέπει να δικαιούται συγκροτημένα και ισότιμα να ενημερώνει τον επιθεωρητή για το δικαιοδοτικό έργο του επιθεωρούμενου με την προσκόμιση και το σχολιασμό των αποφάσεων που εκδίδει ή εισηγείται.

Κατά τη γνώμη μου από μια τέτοια δυνατότητα μόνο όφελος θα προκύψει. Θα αναπτυχθεί διάλογος που θα οδηγήσει σε μια συνολική αξιολόγηση του δικαστή που στόχο θα έχει όχι την τιμωρία του αλλά τη βελτίωσή του. Επίσης, ειδικά για την περίπτωση πολυμελών συνθέσεων, θα φέρει προ των ευθυνών τους την/τον πρόεδρο και το μη εισηγητικό μέλος. Εννοείται ότι προ των ευθυνών τους φέρονται και οι δικηγορικοί σύλλογοι, που η γνώμη τους για μεν τους δικαστές των σχηματισμών των μεγάλων πόλεων αγνοείται, ενώ στις μικρές πόλεις η γνώμη τους συχνά δεν απέχει από το κουτσομπολιό (αν δεν είναι προϊόν μικρής ή μεγάλης διαπλοκής).

Δύο: Ο δικηγόρος εκλαμβάνει την επιθεώρηση ως ένα από τα εργαλεία χειραγώγησης των κατώτερων δικαστών.

Επιτρέψτε μου να πω ότι η εντύπωση αυτή πηγάζει από τα λόγια των ίδιων των δικαστικών λειτουργών που συχνά δικαιολογούν «συντηρητικές», δηλαδή άτολμες, αποφάσεις με επίκληση του φόβου της επιθεώρησης.

Εξίσου όμως επιτείνεται από πληροφορίες που διαρρέουν κατά τη διενέργεια της επιθεώρησης, όπως για παράδειγμα η πληροφορία ότι ο τάδε επιθεωρητής ζήτησε τα ποσοστά των δεκτών αντιρρήσεων αλλοδαπών ή των προσωρινών διαταγών σε υποθέσεις υγειονομικών καταστημάτων. `Οσο κι αν είναι δικαιολογημένη μια τέτοια πληροφόρηση του επιθεωρητή, ο μέσος επιθεωρούμενος δύσκολα αποφεύγει τη σκέψη ότι με την απόρριψη σε τέτοιες υποθέσεις «έχει το κεφάλι του ήσυχο».

Γι` αυτό νομοθετικές ρυθμίσεις περί της αξιολόγησης του «σθένους» του δικαστή ηχούν στ` αυτιά των δικηγόρων ως κακόγουστα ανέκδοτα.

Τρία: Ο δικηγόρος θεωρεί ότι η αδιαφάνεια της επιθεώρησης υποθάλπει την αναξιοκρατία. Συχνά, όταν δεν μπορεί να κατανοήσει την υπηρεσιακή εξέλιξη συγκεκριμένων δικαστών ή την προκλητική ατιμωρησία τους, βγάζει το εύλογο συμπέρασμα είτε ότι η επιθεώρηση έγινε διεκπεραιωτικά και σε πνεύμα συναδελφικής αλληλεγγύης είτε ότι αποτελεί προϊόν πελατειακής συναλλαγής.

Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η εντύπωση αυτή επιτείνεται εξαιτίας του αποκλεισμού του δικηγορικού κόσμου από τη διαδικασία της επιθεώρησης, αλλά και από την πλήρη μυστικότητα των αποτελεσμάτων της (όσο πλήρης μπορεί να είναι στις εποχές μας). Είναι αλήθεια ότι οι αιτιάσεις αυτές είναι πιο έντονες στην πολιτική δικαιοσύνη, όπου επιθεωρητές και επιθεωρούμενοι ανήκουν στο ίδιο σώμα και συμμετέχουν στους ίδιους συνδικαλιστικούς φορείς.

Μάλιστα, δεν είναι σπάνιο το θεσμικά απαράδεκτο φαινόμενο να ταυτίζονται κατά καιρούς ρόλοι συνδικαλιστή, επιθεωρητή και πειθαρχικώς ή υπηρεσιακώς προϊστάμενου. Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω την εμβληματική περίπτωση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεόδωρου Στάθη που απολογούμενος για παθητική δωροδοκία επιδείκνυε τις άριστες εκθέσεις αξιολόγησής του. Το ενδιαφέρον είναι ότι ουδέποτε ελέγχθηκαν πειθαρχικά οι επιθεωρητές που τις συνέταξαν.

Αντίθετα στη διοικητική δικαιοσύνη οι αιτιάσεις αυτές διατυπώνονται με λιγότερη ένταση εξαιτίας της εκπλήρωσης του επιθεωρητικού έργου από λειτουργούς του ΣτΕ. Επιτρέψτε μου και πάλι για να γίνω κατανοητός μια απορία: πως άραγε βαθμολογήθηκαν στο πεδίο του σθένους όσοι πολιτικοί δικαστές δεν συμμετείχαν στην αντισυνταγματική δικαστική απεργία που κήρυξαν συνδικαλιστικά όργανα, στα οποία συμμετέχουν δυνάμει επιθεωρητές τους;

Κλείνω την τρίτη αυτή ενότητα με την παρατήρηση ότι η αδιαφάνεια της επιθεώρησης υπονομεύει το αυτοδιοίκητο των μεγάλων δικαστικών σχηματισμών, καθώς είναι έντονη η δικηγορική αίσθηση ότι ο εκλεγμένος προϊστάμενος αποτελεί ασπίδα του επιθεωρούμενου.

Τελειώνω με σημειολογικές παρατηρήσεις.

Η ορολογία ποτέ δεν είναι αθώα. Η λέξη «επιθεώρηση» έχει μόνο αρνητικούς συνειρμούς. Παραπέμπει είτε στον μπαμπούλα επιθεωρητή στο χώρο της εκπαίδευσης των παλαιότερων δεκαετιών είτε στην ανούσια στρατιωτική επιθεώρηση ευταξίας. Όπως είδαμε, η θεσμική συγκρότηση του θεσμού της δικαστικής επιθεώρησης δεν δίνει την εντύπωση ότι ξεφεύγει επιτυχώς και απολύτως από τα παραπάνω πρότυπα.

Γι αυτό θα συμφωνήσω κι εγώ ότι πρέπει τάχιστα και μεθοδικά να μεταβούμε σε ένα σύστημα αξιολόγησης προσώπων και δομών. Συστατικά του στοιχεία θα είναι το θεσμικό βάθος και η διαφάνεια, αρχικά στο εσωτερικό του δικαστικού σώματος και στη συνέχεια στην κοινωνία. Η τελευταία άλλωστε έχει την ανάγκη μιας αξιόπιστης και αποτελεσματικής δικαιοσύνης. Η έλλειψή της τα τελευταία χρόνια επιτάχυνε την επέλευση της κρίσης, η οποία δεν θα ξεπεραστεί επιτυχώς αν δεν βελτιωθεί η δικαιοδοτική λειτουργία.

Σας ευχαριστώ πολύ.

images (1)Η απόφαση 1636/2012 του Αρείου Πάγου πραγματεύεται το ακανθώδες ζήτημα της ανώμαλης εξέλιξης μιας σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου, που καταρτίστηκε για ορισμένο χρόνο, δηλαδή κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 63 παρ.5 εδ.α` και β` ΚωδΔ που ρητά απαγορεύουν, κατά τη γλαφυρή διατύπωση του Κώδικα από το 1954, «συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμίαν», και επιτάσσουν ότι η «τοιαύτη υπό προθεσμίαν σύμβασις … θεωρείται ως αορίστου χρόνου».
Με δυο λόγια, το πραγματικό της υπόθεσης (που δύσκολα, πάντως, μπορεί να συναχθεί από μία αρεοπαγιτική απόφαση χωρίς να αδικεί τους διαδίκους) είναι ότι ο εντολέας του δικηγόρου κατήγγειλε την ορισμένου χρόνου σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών χωρίς επίκληση σπουδαίου λόγου. Ο δικηγόρος από τη μεριά του ζήτησε να αποζημιωθεί κατά τα άρθρα 672 και 673 ΑΚ επειδή η καταγγελία έγινε χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος και, πάντως, καταχρηστικά. Ο `Αρειος Πάγος, όπως και τα δικαστήρια της ουσίας, έκρινε ότι η επίμαχη σύμβαση πρέπει να θεωρηθεί αορίστου χρόνου και, άρα, η καταγγελία της είναι αναιτιώδης. Με το σκεπτικό αυτό απέρριψε την αγωγή του δικηγόρου.

Η απόφαση επιδεικνύει αποκλειστική προσήλωση στη γραμματική ερμηνεία του Κώδικα Δικηγόρων και στις δογματικές αρχές που τον διέπουν. Θεωρεί ότι η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου έχει χαρακτήρα προσωπικό και εμπιστευτικό, πράγμα που συνεπάγεται τη μη εξάρτηση της καταγγελίας της από σπουδαίο λόγο. Μια τέτοια εξάρτηση, κατά την απόφαση, αφαιρεί τον προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσης. Ο χαρακτήρας αυτός, μάλιστα, δεν μπορεί να μεταβληθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη κατ` εφαρμογή της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ).

Η θέση αυτή επιδέχεται αντίλογο. Ο προσωπικός και εμπιστευτικός χαρακτήρας της έμμισθης εντολής και, συνακόλουθα, η αόριστη διάρκειά της προστατεύει παράλληλα το κύρος, την αξιοπρέπεια, την ανεξαρτησία και, κυρίως, την εργασιακή ασφάλεια του δικηγόρου. Αν αυτός δεν κατάφερε να αποτυπώσει τα παραπάνω στη σύμβαση με τον εντολέα του, δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποστεί ως κύρωση μια περαιτέρω απομείωση δικαιωμάτων. Από την άλλη, ο εντολέας, που επιβάλλει ένα συμβατικό πλαίσιο ορισμένου χρόνου, δεν είναι βέβαιο ότι πρέπει να του απονεμηθούν περισσότερα δικαιώματα από όσα έχει δυνάμει της σύμβασης που συνομολόγησε. Επίσης, δεν είναι απίθανο, στο εργασιακό πλαίσιο μεγάλων (και όχι μόνο) εντολέων μια έμμισθη εντολή προς δικηγόρο να μην έχει ως αντικείμενο ή κέντρο βάρους υπηρεσίες με έντονο το στοιχείο της εμπιστευτικότητας. Τέτοιες είναι για παράδειγμα η οργάνωση και οι υποστηρικτικές εργασίες του νομικού τμήματος του εντολέα και, άρα, σε αυτές η σχέση αορίστου χρόνου δεν πρέπει να θεωρείται πλέον αναγκαίο συστατικό τους. Τέλος, για τη ορθή αποτίμηση μιας έμμισθης εντολής δικηγόρου ορισμένου χρόνου δεν είναι αδιάφορες η συμφωνημένη διάρκεια ή η καταβαλλόμενη αμοιβή.

Ποιο είναι το συμπέρασμα του αντιλόγου; Κατά τη γνώμη μου η πολυτυπία των συμβατικών σχέσεων των δικηγόρων με τους εντολείς τους επιτάσσει στο δικηγόρο-διάδικο να αποτυπώνει πλέον με μεγάλη ακρίβεια την εργασιακή του συμφωνία με τον εντολέα του, έτσι ώστε να καταλείπεται στο δικαστή το περιθώριο να διαγνώσει τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό των δικαιωμάτων των μερών και να αξιολογήσει την άσκησή τους με εργαλεία ευρύτερα και λιγότερο αγκυλωτικά από τις δημοσίας τάξης διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Η προσέγγιση αυτή δεν είναι άγνωστη στη νομολογία, η οποία με επίκληση της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων έχει παγιώσει αρνητική στάση (ολΑΠ 10/2012) στη διεκδίκηση των νόμιμων δικηγορικών αμοιβών, όταν αυτές με άκυρη συμφωνία των μερών (άρθρο 92 παρ.1 ΚωδΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.6α του ν.3919/2011) έχουν περιοριστεί κάτω από τις κατά νόμο ελάχιστες.

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ τ.97 (Μάιος-Ιούνιος 2013)

6--15-thumb-largeΑς εξετάσουμε τον πνιγμό του Μανιτάκη στη μια κουταλιά της ΔΗΜΑΡ. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατοχυρώνει το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη. Στοιχείο μιας τέτοιας δίκης είναι η εύλογη διάρκειά της, έτσι ώστε η εκκρεμοδικία να μην εξοντώνει το διάδικο. Δικαίωμα στην εύλογη διάρκεια της δίκης έχει και ο διάδικος εργοδότης και ο διάδικος εργαζόμενος. Στην εσωτερική έννομη τάξη απαγορεύεται η προσωρινή προστασία των ασφαλιστικών μέτρων να φτάνει σε πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος του αιτούντος διαδίκου. Από αυτά τα στοιχειώδη προκύπτει ότι μια εργατική διαφορά πρέπει να περατώνεται δικαστικά αμέσως και ότι δεν επιτρέπεται να παρατείνεται εσαεί μια εργασιακή σχέση με προσωρινές διαταγές και αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων.

Συγχρόνως, το Σύνταγμα προβλέπει τη διάκριση των εξουσιών και το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. `Ετσι απαγορεύεται η νομοθετική ανατροπή δικαστικών αποφάσεων, ακόμη κι αν αυτές είναι προσωρινές διαταγές ή αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων. Και πάλι σε εφαρμογή της αξίωσης για εύλογη διάρκεια της δίκης και της απαγόρευσης πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος με ασφαλιστικά μέτρα, ο εργοδότης έχει το συνταγματικό δικαίωμα να επιδιώξει δικαστικά την ανάκλησή τους. `Αρα ο συνταγματολόγος Μανιτάκης, κι αν ακόμη διαπιστώνει καταστρατηγήσεις, δυσλειτουργίες και υπονόμευση της κυβερνητικής πολιτικής μέσω στρεψοδικιών, δεν είχε κανένα λόγο να πάει να πνιγεί, δηλαδή να εισηγηθεί νομοθετική παρέμβαση που φτάνει στην ανατροπή υφιστάμενων δικαστικών αποφάσεων. Αντίθετα ορθά προτείνει χρονικούς περιορισμούς στις σχετικές δίκες. Μόνο που κάνει τη μισή δουλειά γιατί δεν προτείνει να νομοθετηθεί ότι οι χρονικές προβλέψεις για σύντομο προσδιορισμό και σύντομη έκδοση αποφάσεων καταργούν κάθε αντίθετη πρόβλεψη των εσωτερικών κανονισμών των δικαστηρίων, μέσω των οποίων ο δικαστικός συνδικαλισμός ακυρώνει στην πράξη κάθε προσπάθεια επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύνης.

Από την άλλη, ο εργατολόγος Ρουπακιώτης, πνιγμένος σε άλλα, πιάνεται από τα μαλλιά του. Στην τρικυμία του αταξίδευτου Μανιτάκη, κάνει πως δεν γνωρίζει ότι το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι ΟΤΑ και, κυρίως, οι κρατικές επιχειρήσεις, πλειστάκις αντιδικούν τύποις και χαλαρά με τους εργαζόμενούς τους νίπτοντας βολικά τας χείρας, όταν προσωρινές διαταγές και αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων διατηρούν αναλλοίωτο το προσωπικό τους. Με πρόσχημα μια δικαστική απόφαση που όλοι την εύχονται, το σύμπαν είναι ανακουφισμένο: Η κυβέρνηση έχει νομοθετήσει αλλαγή εργασιακών σχέσεων, τα συνδικάτα έχουν αντιδράσει, οι διοικήσεις έκαναν ό,τι μπορούσαν, οι εργαζόμενοι πλήρωσαν κάτι παραπάνω, οι δικηγόροι αμείφθηκαν και όλοι μαζί δηλώνουν τον ανυπόκριτο σεβασμό τους στην ελληνική δικαιοσύνη. Και όταν όλοι μαζί είναι τόσο ευτυχείς και σίγουροι ότι οι ίδιοι, πάντως, έπραξαν το καθήκον τους, γιατί οι δικαστές να κάνουν τον κακό; Μήπως, αν όχι όλοι, δεν έχουν κάποιοι κι απ` αυτούς (συνδικαλιστική) ψυχή και (εργασιακά) δικαιώματα;

Επιμύθιο: Στο beach bar και τις παραλίες σίγουρα περνούν οι θαλασσόλυκοι που προτιμούν χαζολογώντας να απολαύσουν το ποτό τους, από εκείνους που δοκιμάζουν το κύμα με μπρατσάκια.

αναρτήθηκε στο egnatiapost στις 28.4.2013 http://www.egnatiapost.gr/index.php/opinions/item/7514-ο-πνιγμός-του-μανιτάκη-στο-beach-bar

images dikΕυχαριστώ την Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας -και ιδιαίτερα το φίλο Δημήτρη Χριστόπουλο- για την πρόσκληση να συντονίσω το σημερινό Κρίση-μο Σεμινάριο. Στις μέρες μας είναι σπάνια η χαρά του διαλόγου ανάμεσα σε κινήσεις και πρόσωπα με διαφορετικές πολιτικές τοποθετήσεις και είναι αληθινή πρόκληση κάθε συζήτηση που δεν θεωρεί καταστατική συνθήκη τη διαχωριστική γραμμή μνημόνιο – αντιμνημόνιο.
Εξίσου μεγάλη είναι η χαρά και η πρόκληση των σημερινών εισηγητών: Ο δικαστής στο Συμβούλιο Επικρατείας και πανεπιστημιακός στο ΑΠΘ Μιχάλης Πικραμένος διαθέτει το σπάνιο προσόν να συνδυάζει τη νομική θεωρία και πράξη με βαθιά γνώση της ιστορίας των θεσμών και, άρα, να διατυπώνει τον προβληματισμό του με συνείδηση της μακράς ιστορικής αφήγησης. Ο συνάδελφος δικηγόρος Αθηνών Δημήτρης Σαραφιανός από τη μεριά του είναι παλιά σταθερή αξία του δικηγορικού σώματος. Πολέμιος του προσχήματος «άλλο θεωρία άλλο πράξη» δίνει το ιδανικό παράδειγμα δημόσιας εφαρμοσμένης δικηγορικής δράσης που συναιρεί την τέχνη της αντιπαράθεσης με την τεχνική του συμβιβασμού.

Στο θέμα μας.
Η δικαιοσύνη σε κρίση. Η δικαιοσύνη στην κρίση. Το αποτελειώνεις εύκολα με δυο φράσεις. «Η δικαιοσύνη ήταν σε κρίση ήδη πριν από την κρίση», άρα δεν υπάρχει καμία δραματική αλλαγή που να δικαιολογεί τώρα μια ιδιαίτερη ενασχόληση με τα χρόνια προβλήματά της. Κι από την άλλη: είτε στην κρίση είτε στην ευημερία, η δικαιοσύνη έχει μόνο μια δουλειά να κάνει: να εφαρμόζει το νόμο. Οτιδήποτε άλλο είναι πολιτική κι αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης για λειτουργούς και συλλειτουργούς της δικαιοσύνης». Και για να μην αδικούμε τελείως το θέμα, υπάρχει και μια τρίτη φράση, εξίσου εύστοχη: «η κρίση είναι πολύ κακό πράγμα για τη δικαιοσύνη, γιατί αυξάνει τα προβλήματα της υλικοτεχνικής υποδομής, μειώνει μισθούς και διορισμούς και από πάνω ο κόσμος δεν έχει λεφτά και μειώθηκαν οι δουλειές μας».
Οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι ούτε αθώες ούτε αφελείς. Παρακάμπτουν δύο κρίσιμα και αμείλικτα ερωτήματα: «Θα είχε η κρίση την ίδια ένταση αν είχαμε μια άλλη δικαιοσύνη;» και «Μπορεί η δικαιοσύνη να απαλύνει τις συνέπειες της κρίσης και, γιατί όχι, να γίνει εργαλείο υπέρβασής της;». Χωρίς απάντηση στα ερωτήματα αυτά, το επόμενα βήματα σκέψης μοιάζουν εύλογα: «Αφού -λόγω κρίσης- έχουμε λιγότερα λεφτά για δικαιοσύνη, ας την περιορίσουμε» και «αφού -λόγω κρίσης πάντα- όλοι πρέπει να συμβάλλουμε με τον οβολό μας, όταν προσφεύγουμε σε δημόσιες υπηρεσίες, ας κάνουμε το ίδιο και στη δικαιοσύνη. Στο κάτω κάτω και χρήματα θα μαζέψουμε και πιο γρήγορη θα γίνει η απονομή της».

Εδώ προσοχή: Τα προαναφερθέντα δεν προέρχονται μόνο από τους κόλπους της αμήχανης μνημονιακής διαχείρισης. Απηχούν εξίσου μύχιους πόθους διάφορων περήφανων αντιμνημονιακών «όχι σε διάλογο με τη νέα βαυαροκρατία της τρόικας», που προέρχονται από ηγετικά κλιμάκια του δικαστικού και δικηγορικού συνδικαλισμού. Στα πρώτα, δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν δικαίωση του απεργιακού αγώνα την «κατάκτηση» «τουλάχιστον δουλεύουμε λιγότερο, αφού πληρωνόμαστε λιγότερο», ενώ στα δεύτερα, ουκ ολίγοι θεωρούν την ακριβή δικαιοσύνη ως ένα ακόμη μέσο βίαιης εξόδου από το δικηγορικό σώμα ενοχλητικών υπεράριθμων, κυρίως νέων, και, άρα, κατοχύρωσης του σημερινού τους κομματιού από την συρρικνούμενη επαγγελματική πίτα.

Εμείς θα το πάρουμε αλλιώς και θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια τολμηρή συζήτηση σε δύο άξονες:

Στον πρώτο (σχηματικά είναι ο άξονας «η δικαιοσύνη στην κρίση»), τίθεται προς έρευνα η εξής θέση: Η δικαιοσύνη, και με τη χρήση του όρου εδώ εννοείται η συνδικαλιστική και υπηρεσιακή δικαστική ηγεσία κυρίως στην ποινική και πολιτική δικαιοδοσία, όχι μόνο δεν αντιλήφθηκε το μέγεθος της επερχόμενης δημοσιονομικής και πολιτικής κρίσης, αλλά συνειδητά επιχείρησε να αποτελέσει οργανικό τμήμα του πολιτικού συστήματος που λίγο μετά κατέρρευσε.
Εξηγούμαι: Την προηγούμενη δεκαετία η δικαστική ηγεσία εξασφαλίζει στο πολιτικό σύστημα εκτεταμένη ατιμωρησία της διαφθοράς και ανοχή σε κάθε είδους πελατειακές πρακτικές (είτε αυτές προέρχονται από τα πάνω είτε από τα κάτω ως δίκαια αιτήματα επέκτασης παροχών) με αντάλλαγμα ασυνήθιστα υψηλές αποδοχές, φοροαπαλλαγές και κομβικές θέσεις εξουσίας για επιλεγμένα στελέχη της. Συγχρόνως φροντίζει για τη χειραγώγηση του δικαστικού σώματος με την ανεπίτρεπτη συγκέντρωση στα ίδια πρόσωπα της συνδικαλιστικής ιδιότητας και της πειθαρχικής και υπηρεσιακής δικαιοδοσίας.
Μόνο που οι συνέπειες τέτοιων συμφωνιών σπάνια μπορούν να περιοριστούν στην κορυφή. Αντίθετα αργά ή γρήγορα διαχέονται στο σύνολο του κοινωνικού σώματος. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η εξήγηση φαινομένων εκτεταμένης διαφθοράς που φτάνει μέχρι το χαμηλότατο επίπεδο των κρατικών λειτουργιών, ατιμωρησίας και πλήρους απαξίας κάθε είδους κυρωτικής διαδικασίας (και εδώ δεν αναφέρομαι στην ποινική καταστολή) που χαρακτηρίζουν το τέλος της προ κρίσης εποχής.
Σπεύδω να προλάβω την παρεξήγηση. Κατά το τέλος της προ κρίσης εποχής, κρίσιμο και χαρακτηριστικό είναι ότι τα φαινόμενα αυτά αφορούν στο mainstream τμήμα του κοινωνικού σώματος. Τελείως διαφορετική είναι η αντιμετώπιση περιθωριακών πολιτικών συμπεριφορών και κυρίως αλλοδαπών. Εδώ η εικόνα είναι η ακριβώς ανάποδη: Μια δικαιοσύνη που εξαντλεί την αυστηρότητά της με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι η πρώτη αναλογικά χώρα της Ευρωπαϊκής `Ενωσης σε ποινές ισόβιας κάθειρξης, ενώ καθείρξεις πέντε και δέκα ετών θεωρούνται από τα ποινικά δικαστήρια ρουτίνα.

Στο δεύτερο άξονα (σχηματικά «η δικαιοσύνη σε κρίση») πρέπει να αναζητήσουμε πειστικές αντιπροτάσεις απέναντι στη βαθιά πεποίθηση του πολίτη ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν τον υπηρετεί, αλλά και, προκλητικά, λειτουργεί με αυταρέσκεια και ιδιοτέλεια χάριν των επαγγελματικών/συντεχνιακών συμφερόντων δικαστών, δικηγόρων, υπαλλήλων και επιμελητών –εσχάτως και χάριν της συλλογής κρατικών εσόδων. «Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε», την αίσθηση της αυτάρεσκης ιδιοτέλειας παγίωσε η πρόσφατη απεργιακή κινητοποίηση των δικαστών –κι αυτό το τραύμα πολύ δύσκολα θα επουλωθεί.
Χρειάζονται λοιπόν πειστικές προτάσεις που να εξασφαλίζουν ταχύτητα και ποιότητα της δικαιοδοτικής κρίσης.
Κατά τη γνώμη μου, η επίτευξη αυτών των στόχων δεν επιτυγχάνεται με την τρέχουσα κυβερνητική συνταγή, δηλαδή με τις δικονομικές αλλαγές μεταφοράς αρμοδιοτήτων από πρωτοδικεία σε ειρηνοδικεία και τούμπαλιν ή με διατάξεις δικονομικού ωροσκοπίου που προβλέπουν σε πόσα φεγγάρια πρέπει να γίνεται ο προσδιορισμός και σε πόσα η έκδοση της απόφασης, χωρίς να υπολογίζουν τα ανάδρομα πινάκια και τον σκοτεινό Πλούτωνα, που κατοικεί στους κανονισμούς διοίκησης πρωτοδικείων και εφετείων.
Αντίθετα είναι αναγκαίες -από τη μια- βαθιές οργανωτικές αλλαγές που θα αξιοποιούν πλήρως τους ανθρώπινους πόρους (πχ ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με συγχώνευση σε μια βαθμίδα του ειρηνοδικείου και του πρωτοδικείου, επαναχάραξη του δικαστικού χάρτη της χώρας με κατάργηση δικαστικών σχηματισμών -υπάρχουν νομοί με τρία πρωτοδικεία!-, ενοποίηση σε ένα των δύο ανώτατων διοικητικών δικαστηρίων, καθιέρωση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο μονομελών συνθέσεων). Στις οργανωτικές αλλαγές πρέπει να εντάξουμε την ολοκλήρωση της ψηφιακής δίκης και την καθιέρωση δυνατότητας διεξαγωγής «τηλεδίκης».
Από την άλλη, χρειάζονται βαθιές τομές στο ουσιαστικό δίκαιο που θα απαλλάσσουν τον πολίτη από περιττή προσφυγή στο δικαιοδοτικό μηχανισμό. Προσπερνώ το γεγονός ότι η μνημονιακή νομοθεσία είναι και κακής νομοτεχνικής ποιότητας, που επιτείνει αντί να λύνει προβλήματα, και φέρνω λίγα παραδείγματα: Αντί να συζητούμε για την αρμοδιότητα μεταξύ ειρηνοδικείου και πρωτοδικείου της εκδίκασης των προσημειώσεων, ας αναρωτηθούμε για την εν γένει χρησιμότητα του θεσμού. 90 χρόνια πριν ο Ελευθέριος Βενιζέλος βοηθώντας την ανάπτυξη είχε καθιερώσει απλούστατο και αποτελεσματικότατο σύστημα εμπράγματης ασφάλειας των δανείων. Δεν διασφαλίζει τίποτα η δικαστική κρίση στη συναινετική λύση ενός γάμου. Δεν χρειάζεται δικαστική απόφαση για να δημοσιευτεί μια διαθήκη. Τα παραδείγματα δεν έχουν τέλος. Στο ίδιο μοτίβο και στο χώρο του μεγάλου ασθενούς που είναι η διοικητική/φορολογική δικαιοσύνη, πρέπει με τόλμη να καθιερώσουμε μια διαιτητική διαδικασία χωρίς συμμετοχή εφοριακών, η οποία θα μπορεί να κλείσει όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις εξωλογιστικών ελέγχων και προστίμων από πλαστά και εικονικά τιμολόγια.

Κλείνω με το σημαντικότερο, που ας μου επιτραπεί αποτελεί την τομή των δύο αξόνων. Η κρίση δοκιμάζει τις αντοχές του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Με αφορμή τη μνημονιακή νομοθεσία ο έλεγχος από διάχυτος συγκεντρώνεται γρήγορα στα ανώτατα δικαστήρια και, ιδίως στο ΣτΕ, άτυπα γίνεται κυρίως και όχι παρεμπιπτόντως, μοιραία δε, αφηρημένος και λιγότερο συγκεκριμένος. `Αρα, όσο κι αν δεν το θέλει, και πάλι η δικαιοσύνη παραμένει στο κέντρο του πολιτικού συστήματος.
Η συζήτησή μας θα αναδείξει το όριο προσδοκιών της κοινωνίας από τη δικαιοδοτική λειτουργία. `Ισως ο πραγματισμός επιβάλλει να παραδεχτούμε έναν αναγκαίο διαχωρισμό μεταξύ του -καλώς νοούμενου- δικαστικού ακτιβισμού, που διεξάγεται στα ακροατήρια των ανώτατων δικαστηρίων, και μιας επίπονης υπεράσπισης στις εξατομικευμένες προσβολές. Η τελευταία αφορά στα δικαστήρια της ουσίας και δεν μπορεί παρά να γίνει με τα παραδοσιακά εργαλεία του ελέγχου συνταγματικότητας και με τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης.

Σας ευχαριστώ και πάλι.

olomeleia_logo1Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη συμμετοχή μας στη διαβούλευση για το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων. Η πρότασή μας είναι απλή: Να καταργηθεί ως δευτεροβάθμιο όργανο η Ολομέλεια των Προέδρων και να θεσπιστεί ενιαία εκλογική διαδικασία σε πανελλαδικό επίπεδο. http://www.opengov.gr/ministryofjustice/?p=4147
Ντόρα Τσικαρδάνη, Δικηγόρος Κοζάνης, μέλος ΔΣ ΔΣΚοζ
Γιάννης Κωνσταντίνου, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, μέλος ΔΣ ΔΣΘ 1999-2010

«Συντάσσοντας το νέο Κώδικα Δικηγόρων, δηλαδή νομοθετώντας για τη δικηγορία, νομοθετούμε και για τη δικαιοσύνη. Η όποια νομοθετική μεταβολή στο ρυθμιστικό πλαίσιο της πρώτης, οφείλει να υπηρετεί τη σημερινή και μελλοντική λειτουργία της δεύτερης. Και οι δυο μαζί οφείλουν να αντιληφθούν και να εκπληρώσουν την εντολή της κοινωνίας, δηλαδή του αποδέκτη των υπηρεσιών τους.
Με άλλη διατύπωση, μεταρρύθμιση του Κώδικα περί Δικηγόρων δεν νοείται χωρίς η δικηγορία να προσδιορίσει τον εαυτό της στο πλαίσιο της δικαιοσύνης του 21ου αιώνα: ενιαία, αξιόπιστη κι αποτελεσματική δικαιοδοτική λειτουργία, με σύγχρονα μέσα στη διάθεσή της και, προπαντός, με την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων εν όψει, σημαίνει σύγχρονες, δικτυακά ενοποιημένες και συνεχώς αξιολογούμενες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές.
Η λειτουργία αυτή, μαζί με την ήδη προπορευόμενη πραγματικότητα της οικονομίας, επικαθορίζει και εκείνη της δικηγορίας: Δικηγορία σε εθνικό επίπεδο, με δικηγόρους κινούμενους και συνεργαζόμενους άνετα, απρόσκοπτα και γρήγορα ανά τη δικαστική επικράτεια, εκπροσωπώντας εντολείς, που ήδη κινούνται πιο άνετα και πιο γρήγορα, αναπτύσσοντας τις δραστηριότητές τους με τον τρόπο που εκείνοι επιλέγουν. Η πραγματικότητα των σύγχρονων μέσων συγκοινωνίας, το εθνικό οδικό δίκτυο και, βέβαια, τα ηλεκτρονικά μέσα (που, σαφώς αργά, τίθενται σιγά σιγά στην υπηρεσία της δικαιοσύνης), διαμορφώνουν το σύγχρονο πλαίσιο «κίνησης» της δικηγορίας, ώστε να είναι αυτή σε θέση να ανταποκρίνεται στα αιτήματα της σύγχρονης δικαιοσύνης.
Χωρίς περιστροφές, το πρωταρχικό ζητούμενο για τη σύγχρονη ελληνική δικηγορία είναι ένα: Η εγγυημένη διασφάλιση θεσμικού περιβάλλοντος, που επιτρέπει στο δικηγόρο την επαγγελματική του ανάπτυξη χωρίς περιττούς περιορισμούς, με όρους ισότητας στον ανταγωνισμό και, βέβαια, με τήρηση της αυστηρής δεοντολογίας που διασφαλίζει τη «λειτουργηματική» διάσταση του επαγγέλματος.
Τις εγγυήσεις ισότητας και μέσων ανά την επικράτεια (από τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και το δεοντολογικό έλεγχο, μέχρι την ενιαιοποίηση των εξόδων) οφείλει να τις παρέχει στο δικηγόρο ο θεσμικά οργανωμένος εαυτός του.
Είναι προφανές, ότι η σημερινή διάρθρωση των δικηγορικών συλλόγων, με δευτεροβάθμια εκπροσώπησή τους τη μεσαιωνικής εμπνεύσεως «Ολομέλεια των Προέδρων», η οποία διατηρείται ως έχει, δεν μπορεί να υπηρετήσει τους στόχους που περιγράψαμε. Αντίθετα, ενισχύει τον κατακερματισμό, τον απομονωτισμό και την ανισότητα των συναδέλφων, εις βάρος των ιδίων, των εντολέων τους, αλλά και της ίδιας της δικαιοσύνης. Ενώ αναγορεύει σε εκφραστή του σώματος σε εθνικό επίπεδο τον Πρόεδρο της Ολομέλειας, στην πραγματικότητα στερεί τη δικηγορία από μία δημοκρατικά νομιμοποιημένη, δυναμική κι αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση.
Η πρότασή μας στη διαβούλευση για το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων είναι απλή: ενιαία, εθνική διάρθρωση της εκπροσώπησης των δικηγόρων
 Με μικρότερο κύτταρο οργάνωσης την εφετειακή περιφέρεια και, αμέσως μετά την εθνική.
 Με διοικήσεις σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, αναδεικνυόμενες ενιαία, με εκλογές, στις οποίες θα συμμετέχουν εθνικές παρατάξεις, με ενιαία προγράμματα και, προφανώς, με απλή αναλογική.
 Με την ανάδειξη με άμεσες εκλογές, ενός ευρέος σώματος «διαρκούς συνεδρίου». Το δικηγορικό ανάλογο των επιμελητηρίων.
 Προφανώς, με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως και αυστηρό Κώδικα Δεοντολογίας.
Ρυθμίζοντας το θεσμικό πλαίσιο της σύγχρονης δικηγορίας, οφείλουμε να προβλέπουμε, να διευκολύνουμε και, κυρίως, να μη φοβόμαστε τη δυναμική του σώματος. Είναι λάθος να ξανακτίσουμε, και μάλιστα με τα παλαιότερα των υλικών, τα τείχη που μόλις μισογκρεμίσαμε…»

Επόμενη σελίδα: »