δικηγορικός σύλλογος


12705727_10203971545408250_4354805453582318268_n

 

Από των πρόλογο των επιμελητών:

«Η οικονομική κρίση και οι επεμβάσεις του νομοθέτη, αφενός, προς την κατεύθυνση της άρσης των -τοπικών ιδίως- περιορισμών στην αγορά των νομικών υπηρεσιών, αφετέρου με την αύξηση των ποικίλων δικαστικών δαπανημάτων, μετέβαλαν τις συνθήκες της δικηγορίας. Η απασχόληση του δικηγόρου σε αγοραπωλησίες ακινήτων μειώθηκε ουσιωδώς, τόσο λόγω της κατάργησης της υποχρεωτικής δικηγορικής παράστασης στα συμβόλαια όσο και εξαιτίας της ραγδαίας συρρίκνωσης της κτηματαγοράς. Μείωση ύλης παρατηρείται στην κλασική δικαστηριακή δικηγορία, αλλά και στην υποστήριξη εντολέων από τον επιχειρηματικό κλάδο. Η μείωση δεν αντισταθμίστηκε από την ενίσχυση της ύλης εξαιτίας ποικίλων μέτρων που λήφθηκαν την περίοδο της κρίσης στον τομέα της δημόσιας διοίκησης, των κοινωνικών ασφαλίσεων και της φορολογίας ή από τη δημιουργία νέας ύλης, όπως λ.χ. από την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και την επέκταση της κτηματογράφησης. Η κατάργηση των τοπικών περιορισμών ως προς το δικαίωμα δικαστικής παράστασης, παρά τις ισχυρές έως στρεψόδικες αντιστάσεις, ενοποιεί σε σημαντικό βαθμό την αγορά νομικών υπηρεσιών, εκθέτοντας πάντως την περιφέρεια σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό δικηγόρων από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα, στην παροχή νομικών υπηρεσιών (ακόμη και υπό αντιμισθία) επιβλήθηκε για πρώτη φορά Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, στην υψηλότερη μάλιστα κλίμακα του 23%, αυξάνοντας το κόστος της για τον μη επιτηδευματία εντολέα. Ο νέος Κώδικας Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208/27-9-2013) είναι αποτέλεσμα πολυετούς κυοφορίας μετά από αλλεπάλληλες, ενίοτε αντιφατικές, εξαγγελίες. Προσπάθησε σε ορισμένο βαθμό να ρυθμίσει τις παραπάνω αλλαγές αντικαθιστώντας ένα νομοθέτημα που αντιμετώπιζε το δικηγορικό λειτούργημα, αρχικά ως κλειστό και «αριστοκρατικό», με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, αλλά που, στη συνέχεια, μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις, απώλεσε την εσωτερική του συνοχή, αντιμετωπίζοντας αποσπασματικά το ποσοτικό άνοιγμα του επαγγέλματος.»

images (2)Στα μέτωπα του ασφαλιστικού και του αγροτικού η κυβέρνηση δε δυσκολεύεται στην αντιπαράθεσή της με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Το ζόρι της είναι η απλή κι αποτελεσματική στρατηγική ΣΥΡΙΖΑ. Το «καμιά αύξηση εισφορών και ορίων, καμιά μείωση συντάξεων» και το «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά», που με σθένος ο ΣΥΡΙΖΑ επαγγελλόταν, είναι για άλλη μια φορά η γραμμή Μαζινό των επιστημονικών συνδικαλιστικών φορέων και των αγροτικών μπλόκων. Στον παραλογισμό αυτών των συνθημάτων, η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντήσει με το θρυλικό κουτσογιωργικό «εσείς δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε» γιατί «εσείς μας φέρατε σε αυτήν την κατάσταση». Αν και είναι προφανές ότι «έτσι μας κατάντησαν» μαζί με «τα μνημόνια και τις τρόικες» και η απουσία συνδικαλιστικών επεξεργασιών στα θέματα της κοινωνικής ασφάλισης, η κυβέρνηση δεν μπορεί να το εκστομίσει στον εαυτό της. Μοιάζει με ζωγράφο που δεν τολμά να ζωγραφίσει το διάβολο γιατί ο πίνακας θα αποδειχθεί η αυτοπροσωπογραφία του.

Από την άλλη, η έλλειψη προτάσεων από τα επιστημονικά συνδικάτα είναι εξοργιστική. Παίρνω παράδειγμα τους δικηγόρους (εικάζω ότι παρόμοια ισχύουν για μηχανικούς και γιατρούς). Άραγε οι δικηγορικοί σύλλογοι υπερασπίζονται το «δικαίωμα» των ασφαλισμένων προ του 1993 να πληρώνουν γύρω στο 20% λιγότερες εισφορές από τους νεότερους συναδέλφους τους; Άραγε υπερασπίζονται το «δικαίωμα» των ίδιων παλιών ασφαλισμένων και συνταξιούχων να μην αγγίζεται από τους νεότερους ο κουμπαράς που δίνει την επικουρική σύνταξη; Αν ναι, να μας το πουν. Αν όχι, να μας πουν (πρώτοι οι ώριμοι κι όψιμοι ΣΥΡΙΖΑίοι συνδικαλιστές) με νούμερα τι διορθωτικό προτείνουν. Κι όταν λέω με νούμερα, το εννοώ: οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν ξοδέψει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ των μελών τους σε αναλογιστικές μελέτες που δε δημοσιοποιούνται. Άρα γνωρίζουν πολύ καλά ποια ποσά συντάξεων δεν αντιστοιχούν σε εισφορές και ποιες εισφορές πάνε σε συντάξεις άλλων.

Εξίσου εξοργιστική είναι η κατάσταση στα αγροτικά. Οι παράνομες επιδοτήσεις που επιστράφηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση εν μέσω κρίσης από τον πενιχρό κρατικό προϋπολογισμό (δηλαδή από όλους μας), έχουν συγκεκριμένα ΑΦΜ και ΑΜΚΑ, που ανήκουν και σε ΣΥΡΙΖΑίους αγροτοσυνδικαλιστές. Είναι έτοιμος κανείς (ΣΥΡΙΖΑίος) να προτείνει την καθιέρωση ασφαλιστικού πόρου υπέρ των νέων αγροτών που θα αποτελείται από την εξατομικευμένη επιστροφή κάθε παράνομης είσπραξης κοινοτικού χρήματος;

Κλείνω: το ασφαλιστικό είναι πολύ σοβαρή δουλειά για να την εμπιστευτούμε σε οποιονδήποτε αντιτάχθηκε στη μεταρρύθμιση Γιαννίτση. Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός όρος της οικουμενικής και συναινετικής αντιμετώπισης του προβλήματος της βιωσιμότητάς του.

* δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «καρφίτσα» στις 30.1.2016

olomeleia_logo1Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη συμμετοχή μας στη διαβούλευση για το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων. Η πρότασή μας είναι απλή: Να καταργηθεί ως δευτεροβάθμιο όργανο η Ολομέλεια των Προέδρων και να θεσπιστεί ενιαία εκλογική διαδικασία σε πανελλαδικό επίπεδο. http://www.opengov.gr/ministryofjustice/?p=4147
Ντόρα Τσικαρδάνη, Δικηγόρος Κοζάνης, μέλος ΔΣ ΔΣΚοζ
Γιάννης Κωνσταντίνου, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, μέλος ΔΣ ΔΣΘ 1999-2010

«Συντάσσοντας το νέο Κώδικα Δικηγόρων, δηλαδή νομοθετώντας για τη δικηγορία, νομοθετούμε και για τη δικαιοσύνη. Η όποια νομοθετική μεταβολή στο ρυθμιστικό πλαίσιο της πρώτης, οφείλει να υπηρετεί τη σημερινή και μελλοντική λειτουργία της δεύτερης. Και οι δυο μαζί οφείλουν να αντιληφθούν και να εκπληρώσουν την εντολή της κοινωνίας, δηλαδή του αποδέκτη των υπηρεσιών τους.
Με άλλη διατύπωση, μεταρρύθμιση του Κώδικα περί Δικηγόρων δεν νοείται χωρίς η δικηγορία να προσδιορίσει τον εαυτό της στο πλαίσιο της δικαιοσύνης του 21ου αιώνα: ενιαία, αξιόπιστη κι αποτελεσματική δικαιοδοτική λειτουργία, με σύγχρονα μέσα στη διάθεσή της και, προπαντός, με την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων εν όψει, σημαίνει σύγχρονες, δικτυακά ενοποιημένες και συνεχώς αξιολογούμενες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές.
Η λειτουργία αυτή, μαζί με την ήδη προπορευόμενη πραγματικότητα της οικονομίας, επικαθορίζει και εκείνη της δικηγορίας: Δικηγορία σε εθνικό επίπεδο, με δικηγόρους κινούμενους και συνεργαζόμενους άνετα, απρόσκοπτα και γρήγορα ανά τη δικαστική επικράτεια, εκπροσωπώντας εντολείς, που ήδη κινούνται πιο άνετα και πιο γρήγορα, αναπτύσσοντας τις δραστηριότητές τους με τον τρόπο που εκείνοι επιλέγουν. Η πραγματικότητα των σύγχρονων μέσων συγκοινωνίας, το εθνικό οδικό δίκτυο και, βέβαια, τα ηλεκτρονικά μέσα (που, σαφώς αργά, τίθενται σιγά σιγά στην υπηρεσία της δικαιοσύνης), διαμορφώνουν το σύγχρονο πλαίσιο «κίνησης» της δικηγορίας, ώστε να είναι αυτή σε θέση να ανταποκρίνεται στα αιτήματα της σύγχρονης δικαιοσύνης.
Χωρίς περιστροφές, το πρωταρχικό ζητούμενο για τη σύγχρονη ελληνική δικηγορία είναι ένα: Η εγγυημένη διασφάλιση θεσμικού περιβάλλοντος, που επιτρέπει στο δικηγόρο την επαγγελματική του ανάπτυξη χωρίς περιττούς περιορισμούς, με όρους ισότητας στον ανταγωνισμό και, βέβαια, με τήρηση της αυστηρής δεοντολογίας που διασφαλίζει τη «λειτουργηματική» διάσταση του επαγγέλματος.
Τις εγγυήσεις ισότητας και μέσων ανά την επικράτεια (από τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και το δεοντολογικό έλεγχο, μέχρι την ενιαιοποίηση των εξόδων) οφείλει να τις παρέχει στο δικηγόρο ο θεσμικά οργανωμένος εαυτός του.
Είναι προφανές, ότι η σημερινή διάρθρωση των δικηγορικών συλλόγων, με δευτεροβάθμια εκπροσώπησή τους τη μεσαιωνικής εμπνεύσεως «Ολομέλεια των Προέδρων», η οποία διατηρείται ως έχει, δεν μπορεί να υπηρετήσει τους στόχους που περιγράψαμε. Αντίθετα, ενισχύει τον κατακερματισμό, τον απομονωτισμό και την ανισότητα των συναδέλφων, εις βάρος των ιδίων, των εντολέων τους, αλλά και της ίδιας της δικαιοσύνης. Ενώ αναγορεύει σε εκφραστή του σώματος σε εθνικό επίπεδο τον Πρόεδρο της Ολομέλειας, στην πραγματικότητα στερεί τη δικηγορία από μία δημοκρατικά νομιμοποιημένη, δυναμική κι αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση.
Η πρότασή μας στη διαβούλευση για το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων είναι απλή: ενιαία, εθνική διάρθρωση της εκπροσώπησης των δικηγόρων
 Με μικρότερο κύτταρο οργάνωσης την εφετειακή περιφέρεια και, αμέσως μετά την εθνική.
 Με διοικήσεις σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, αναδεικνυόμενες ενιαία, με εκλογές, στις οποίες θα συμμετέχουν εθνικές παρατάξεις, με ενιαία προγράμματα και, προφανώς, με απλή αναλογική.
 Με την ανάδειξη με άμεσες εκλογές, ενός ευρέος σώματος «διαρκούς συνεδρίου». Το δικηγορικό ανάλογο των επιμελητηρίων.
 Προφανώς, με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως και αυστηρό Κώδικα Δεοντολογίας.
Ρυθμίζοντας το θεσμικό πλαίσιο της σύγχρονης δικηγορίας, οφείλουμε να προβλέπουμε, να διευκολύνουμε και, κυρίως, να μη φοβόμαστε τη δυναμική του σώματος. Είναι λάθος να ξανακτίσουμε, και μάλιστα με τα παλαιότερα των υλικών, τα τείχη που μόλις μισογκρεμίσαμε…»

Αναδημοσιεύω το κείμενο της συναδέφου Ντόρας Τσικαρδάνη, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης. Αν και περιττό, δηλώνω την πλήρη ταύτιση απόψεων και διαθέσεων..

Νέα Δικηγορία, Τώρα !

Μετά το (συνεχιζόμενο ακόμη) φιάσκο των κινητοποιήσεων του δικηγορικού σώματος (ξανα)τίθεται πλέον με κραυγαλέο τρόπο το θέμα της εκπροσώπησής του. Η συγκυρία της τροποποίησης του Κώδικα περί Δικηγόρων το καθιστά ακόμη πιο επίκαιρο, ενώ η πραγματικότητα της ελληνικής δικηγορίας, ακόμη πιο επείγον.  Η Ολομέλεια των Προέδρων, ως δευτεροβάθμιο όργανο, απέδειξε για πολλοστή συνεχιζόμενη φορά την ανεπάρκειά της να εκφράσει και να ηγηθεί του σώματος. Ο αντιμνημονιακός αγώνας δεν στάθηκε ικανός να συγκολλήσει τα διάφορα μέρη της, παρά μόνον συγκυριακά. Έτσι, πολύ γρήγορα, από την «ενότητα» στην έκφραση και τις κινητοποιήσεις, περιήλθε σε καθεστώς διάλυσης και ανυποληψίας, διαψεύδοντας εν τέλει, τον ίδιο της τον εαυτό.

Η Ολομέλεια λοιπόν, διέψευσε τον εαυτό της, πολύ απλά, γιατί ΔΕΝ διαθέτει εαυτό.Από συστάσεώς της αποτελούσε και αποτελεί τυχαίο άθροισμα των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων. Δικηγορικών Συλλόγων, διαφόρων μεγεθών και χαρακτηριστικών, με κύριο χαρακτηριστικό τους την αυτόνομη, προσδεδεμένη σε ένα Πρωτοδικείο λειτουργία, στα όρια του απομονωτισμού. Η λειτουργία αυτή…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 829 επιπλέον λέξεις

Αναρτάται το πρόσφατο πδ, με ο οποίο γίνεται το πρώτο θεσμικό βήμα προς την υλοποίηση της ψηφιακής δίκης. Αν και ακόμη βρισκόμαστε στο στάδιο της θέσπισης κανόνων πλαισίου κι απομένει πολύς δρόμος μέχρι την πρώτη ηλεκτρονική κατάθεση, αξίζει να κρατήσουμε τον κεντρικό ρόλο που απονέμεται στους δικηγορικούς συλλόγους και την εξαγγελία για ενοποίηση των διάσπαρτων πληροφοριακών συστημάτων που έχουν εγκατασταθεί στα επί μέρους δικαστήρια.   

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 25

Ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, χορήγηση πιστοποιητικών και λοιπών εγγράφων από τα Δικαστήρια της χώρας.

 Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις:

α) Των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 42 του ν. 3659/2008.

β) Των άρθρων 117 παρ. 2, 119 παρ. 4 και 215 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 8, 9 και 20, αντιστοίχως, του ν. 3994/2011.

γ) Του άρθρου 72 παρ. 7, 8 και 11 του ν. 3994/2011 «Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της Πολιτικής Δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 165).

δ) Του ν. 3979/2011 «Για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 138).

ε) Του ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α΄50).

στ) Του ν. 3471/2006 «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τροποποίηση του ν. 2472/1997» (Α΄ 133).

ζ) του π.δ/τος 150/2001 «Προσαρμογή στην Οδηγία 99/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές» (Α΄ 125).

2. Το γεγονός ότι η απόφαση αυτή δεν προκαλεί δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

3. Τη με αριθμό 19/2012 γνωμοδότηση του Συμβουλίουτης Επικρατείας μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,

Άρθρο 1

Αρχές − Προϋποθέσεις

Η καθιέρωση της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων έχει ως στόχους την αποφόρτιση των υπηρεσιών των δικαστηρίων, την απλοποίηση και ενοποίηση των διαδικασιών κατάθεσης δικογράφων και πληρωμής των προβλεπόμενων πόρων και τη διευκόλυνση των δικηγόρων κατά την παροχή των υπηρεσιών τους στους εντολείς τους.

Οι αρχές και προϋποθέσεις, στις οποίες βασίζεται η ηλεκτρονική κατάθεση είναι οι ακόλουθες:

α. Ενιαίο σύστημα ηλεκτρονικής κατάθεσης σε όλα τα πολιτικά δικαστήρια και τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας.

β. Για την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφου απαιτείται η χρήση προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής.

γ. Κατά την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφου θα διασφαλίζεται η διαφάνεια, ο έλεγχος της ορθότητας της διαδικασίας, η αξιοπιστία κάθε επί μέρους ενέργειας και η εξατομικευμένη ενημέρωση όλων των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων και φορέων.

δ. Διασφαλίζεται η συνέχεια της παρεχόμενης υπηρεσίας μέσω της δυνατότητας παρακολούθησης της πορείας της υπόθεσης μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης και την άσκηση ενδίκων μέσων.

ε. Οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες κατάθεσης υποστηρίζονται τεχνικά από τους εμπλεκόμενους φορείς.

Άρθρο 2

Διαδικασία ηλεκτρονικής κατάθεσης

1. Ο δικηγόρος για την εκκίνηση της διαδικασίας της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφου εισάγει τον αριθμό Μητρώου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, μέσω του οποίου ταυτοποιούνται και εμφανίζονται αυτόματα τα υπόλοιπα προσωπικά στοιχεία του, μεταξύ των οποίων ο Aριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και ο Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α). Στη συνέχεια λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες που περιγράφονται στην παράγραφο 2.

2α. Καταχωρίζει τα στοιχεία του εντολέα του, το είδος της διαδικασίας και τον αριθμό των αντιγράφων που επιθυμεί να του χορηγηθούν και πραγματοποιεί την ηλεκτρονική πληρωμή, για την έκδοση του γραμματίου προκαταβολής του αρμοδίου Δικηγορικού Συλλόγου και των προβλεπόμενων ενσήμων και παραβόλων υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α), του Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ) και του Δημοσίου, μετά δε τη δέσμευση των αντίστοιχων ποσών από τον τραπεζικό λογαριασμό του απευθύνεται στο αρμόδιο Δικαστήριο.

β. Επιλέγει το είδος του δικογράφου και το αντικείμενο της διαφοράς από τους αντίστοιχους πίνακες και στη συνέχεια επιλέγει ημερομηνία δικασίμου και αριθμό πινακίου και συμπληρώνει τα στοιχεία των διαδίκων, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζει ο Κανονισμός του Δικαστηρίου και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988 ΦΕΚ Α΄ 35/26.2.1988).

γ. Συμπληρώνει τα προαιρετικά πεδία όποτε είναι αναγκαίο κατά περίπτωση.

δ. Μετά την ολοκλήρωση της καταχώρισης όλων των αναγκαίων στοιχείων, επισυνάπτει το σώμα του δικογράφου, που φέρει την προηγμένη ηλεκτρονική του υπογραφή, και το αποστέλλει.

ε. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την αποστολή απάντησης από τη γραμματεία του δικαστηρίου, η οποία συνοδεύεται από τα αντίγραφα με την έκθεση κατάθεσης, που φέρει ημερομηνία, ώρα κατάθεσης και προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Χρόνος κατάθεσης θεωρείται η ημέρα και ώρα της κατά το προηγούμενο εδάφιο αποστολής απάντησης με αντίγραφο της έκθεσης κατάθεσης. Το ηλεκτρονικό δικόγραφο με την έκθεση κατάθεσης αναρτάται ταυτόχρονα στη σελίδα κατάθεσης της ιστοσελίδας του δικαστηρίου, σε σημείο, στο οποίο διαθέτει ασφαλή πρόσβαση μόνον ο καταθέσας δικηγόρος.

στ. Το εκτύπωμα του δικογράφου και της έκθεσης κατάθεσης, που αποστέλλονται από το δικαστήριο στον δικηγόρο και φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, λογίζονται ως επίσημο αντίγραφο.

Άρθρο 3

Αρμοδιότητες Δικηγορικών Συλλόγων

Ο αρμόδιος Δικηγορικός Σύλλογος στο πλαίσιο της διαγραφόμενης στο άρθρο 2 διαδικασίας:

α. Ταυτοποιεί τον δικηγόρο και ελέγχει εάν έχει, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, το δικαίωμα να καταθέσει το συγκεκριμένο δικόγραφο, διαπιστώνει την έλλειψη ασυμβίβαστου ή άλλου κωλύματος ή πειθαρχικής κύρωσης και επιτρέπει στο δικηγόρο να συνεχίσει τη διαδικασία της κατάθεσης.

β. Υποστηρίζει τεχνικά τις συναλλαγές για την έκδοση του γραμματίου προκαταβολής και την ηλεκτρονική πληρωμή των προβλεπόμενων ενσήμων και παραβόλων υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α), του Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ) και Δημοσίου.

γ. Διενεργεί την ηλεκτρονική είσπραξη των αντίστοιχων ποσών και τον διαφανή και ακριβή επιμερισμό και απόδοσή τους στους δικαιούχους φορείς.

δ. Διαβιβάζει τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά στοιχεία στο αρμόδιο Δικαστήριο ώστε να επιτραπεί στον πιστοποιούμενο δικηγόρο να ολοκληρώσει την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφου.

Άρθρο 4

Αρμοδιότητες Δικαστηρίων

Το αρμόδιο για την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφου Δικαστήριο:

α. Υποδέχεται από το ενιαίο σύστημα των Δικηγορικών Συλλόγων όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες που διασφαλίζουν την εγκυρότητα της επιχειρούμενης κατάθεσης.

β. Υποδέχεται το συνημμένο δικόγραφο.

γ. Ελέγχει την προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή.

δ. Επιτρέπει την επιλογή δικασίμου και αριθμού πινακίου.

ε. Αποστέλλει τα αντίγραφα που ζητήθηκαν μαζί με την έκθεση κατάθεσης, η οποία φέρει ημερομηνία, ώρα κατάθεσης και προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή.

στ. Ενημερώνει το ενιαίο σύστημα των Δικηγορικών Συλλόγων για την κατάθεση του δικογράφου.

Άρθρο 5

Χορήγηση πιστοποιητικών

1. Τα Δικαστήρια μπορούν να χορηγούν σε ψηφιακή μορφή κάθε είδους πιστοποιητικά, βεβαιώσεις ή άλλα έγγραφα κατόπιν αιτήσεων δικηγόρων.

2. Ο δικηγόρος καταχωρεί τα αναγκαία στοιχεία για την ταυτοποίησή του, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2, πραγματοποιεί την ηλεκτρονική πληρωμή των προβλεπόμενων πόρων για τη σήμανση της αίτησης και του ζητούμενου εγγράφου, όπως προβλέπεται στην περίπτωση α της παραγράφου 2 του άρθρου 2, επισυνάπτει την αίτηση που φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή και την αποστέλλει στο αρμόδιο δικαστήριο.

3. Το Δικαστήριο αποστέλλει στο δικηγόρο το αιτηθέν έγγραφο σε ψηφιακή μορφή με προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Το εκτύπωμα του πιστοποιητικού, που αποστέλλεται από το δικαστήριο στο δικηγόρο και φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, λογίζεται ως επίσημο αντίγραφο.

4. Αίτηση για τη χορήγηση των πιο πάνω εγγράφων μπορεί να απευθύνει προς τα Δικαστήρια σε ηλεκτρονική μορφή κάθε πολίτης, χωρίς να προβεί σε ηλεκτρονική πληρωμή της προβλεπόμενης σήμανσης. Το αιτηθέν έγγραφο χορηγείται σε έντυπη μορφή και κατά την παραλαβή από τον αιτούντα επικολλάται η σήμανση των προβλεπόμενων πόρων στην αίτηση και το αιτηθέν έγγραφο. 

Άρθρο 6

Αυτόματη ενημέρωση

Εάν προκληθεί τεχνικό σφάλμα κατά τη ροή της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφου, το σύστημα ενημερώνει αυτόματα το δικηγόρο ότι δεν είναι αποδεκτή η ολοκλήρωση της διαδικασίας και πρέπει να την επιχειρήσει εκ νέου, αν το επιθυμεί.

Άρθρο 7

Τήρηση ηλεκτρονικού αρχείου

Τα Δικαστήρια και οι Εισαγγελίες τηρούν ηλεκτρονικό αρχείο των δικογράφων που κατατίθενται, των εκθέσεων κατάθεσης και κάθε άλλου συναφούς ηλεκτρονικού εγγράφου που σχετίζεται με την κάθε υπόθεση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 42 του ν. 3659/2008. Η αναζήτηση των πληροφοριών από το ηλεκτρονικό αρχείο πραγματοποιείται κατά βάση με τη χρήση αλφαβητικού ευρετηρίου των διαδίκων και αριθμητικού ευρετηρίου των αριθμών κατάθεσης. Τα τηρούμενα ηλεκτρονικά αρχεία πρέπει να πληρούν τους όρους και προϋποθέσεις ασφαλείας και να εγγυώνται ιδίως την ακεραιότητα, αυθεντικότητα, εμπιστευτικότητα, και την ποιότητα των εγγράφων, καθώς και των δεδομένων και πληροφοριών που περιέχονται σε αυτά.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος Διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα 9 Μαρτίου 2012

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Για λόγους αρχείου παραθέτω την απόφαση της Ολομέλειας για τη νέα αποχή.. Για λόγους συνείδησης επισημαίνω ότι η γραφικότητα και η ανυποληψία των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας έχουν ξεπεράσει κάθε όριο. Ούτε λίγο ούτε πολύ, απεργούμε πλέον με αίτημα την άμεση διενέργεια εθνικών εκλογών! Για να μην επαναλαμβάνουμε τα αυτονόητα, ότι δηλαδή δεν νοείται «πολιτική απεργία» από συλλόγους, στους οποίους η συμμετοχή των μελών είναι εκ του νόμου υποχρεωτική, παραπέμπω στο κείμενο του Σταύρου Τσακυράκη «Απεργία με το ζόρι» στο http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.post&id=13036 .

Θεσσαλονίκη, 3-3-2012

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος κατά τη σημερινή συνεδρίασή της στη Θεσσαλονίκη αποφάσισε: α) την αποχή των Δικηγόρων της χώρας από τα καθήκοντά τους τη Δευτέρα 5, την Τρίτη 6 Μαρτίου 2012, την Πέμπτη 15 και την Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012,β) τη διενέργεια συμβολικού αποκλεισμού του Πρωτοδικείου Αθηνών την Παρασκευή 16 Μαρτίου, γ) τη διοργάνωση επιστημονικής ενημερωτικής ημερίδας στην Αθήνα με τη συμμετοχή ακαδημαϊκών Καθηγητών και λοιπών νομικών, με θέμα «Το “παρασύνταγμα” της τρόικας » και δ) την επανασύγκληση της Ολομέλειας των Προέδρων στην Αθήνα το Σάββατο 17 Μαρτίου.

Κατά την ως άνω συνεδρίασή της υιοθέτησε το από 16-2-2012 Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας. Στο πλαίσιο αυτό, η Δικηγορική κοινότητας της χώρας διατρανώνει την έντονη και νομικά τεκμηριωμένη αντίθεσή της στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης “για τη δίκαιη δίκη”, επισημαίνοντας εκ νέου την ασυμβατότητα σειράς ρυθμίσεων με βασικές συνταγματικές παραδοχές και εν γένει κατακτήσεις του δικαιικού μας πολιτισμού. Καταδικάζει τη διαρκώς επιχειρούμενη κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα πλήρη κατάλυση κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους και κράτους δικαίου, που προωθείται με την υιοθέτηση μέτρων “μνημονιακής” λογικής, πληττόντας βάναυσα – κατά τρόπο κοινωνικά άδικο και ανάλγητο – το μέσο πολίτη. Διατυπώνει επίσης τον έντονο νομικό προβληματισμό και τη θεσμική της ανησυχία για την παρατηρούμενη πλήρη αναντιστοιχία της λαϊκής ετυμηγορίας προς την τρέχουσα πολιτική κατάσταση και τον ισχύοντα κυβερνητικό σχηματισμό, εξέλιξη που θέτει υπό αμφισβήτηση τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Κυβέρνησης να λαμβάνει σημαντικότατες για το μέλλον των πολιτών και της χώρας αποφάσεις υπό την καθοδήγηση εξωθεσμικών παραγόντων, αποφεύγοντας συστηματικά – και υπό το κράτος αθέμιτων πιέσεων όπως εσχάτως αποδεικνύεται – την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Κοινοτικός τίτλος σπουδών νομικής ως προϋπόθεση διορισμού δικηγόρου (με αφορμή την ολΣτΕ 2771/2011)

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ, τ.88 Νοε-Δεκ 2011 

1. Η ολΣτΕ 2771/2011 αποτελεί έναν ακόμη ενδιάμεσο σταθμό στην υπερδεκαεξαετή εξώδικη και δικαστική διαδρομή ενός πτυχιούχου νομικής γαλλικού πανεπιστημίου με τελικό προορισμό την εγγραφή του στο μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στην παρούσα στάση κρίθηκε ότι συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας η σιωπηρή άρνηση του ΔΣΑ να χορηγήσει (το 2004!) στον (από το 1995!) ασκούμενό του το «πιστοποιητικό ασκήσεως», που προβλέπεται στο άρθρο 12 παρ.3 ΚωδΔ και προσκομίζεται από τον υποψήφιο δικηγόρο στο Γραμματέα της Εξεταστικής Επιτροπής.

Επόμενη στάση είναι η έκδοση του πιστοποιητικού από τον ΔΣΑ. Σ` αυτό, κατά τη σχολιαζόμενη απόφαση, πρέπει να αιτιολογηθεί αν αντιστοιχούν προς τα προσόντα του πτυχίου του ελληνικού νομικού τμήματος ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου, οι γνώσεις και τα προσόντα που προκύπτουν από το συγκεκριμένο, μη αναγνωρισμένο από ΔΙΚΑΤΣΑ ή ΔΟΑΤΑΠ, πτυχίο νομικής γαλλικού πανεπιστημίου, όπως συμπληρώνονται με άλλες σχετικές γνώσεις και εμπειρία που έχει τυχόν αποκτήσει ο συγκεκριμένος ασκούμενος.

Ανάλογα τώρα με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αυτού είναι ενδεχόμενο να ανοίξει νέα ακυρωτική δίκη με αντικείμενο τη νομιμότητα της αιτιολογίας του. Χωρίς υπερβολή, είναι πιθανό στο πρόσωπο του συγκεκριμένου ασκούμενου να συμπέσει χρονικά ο διορισμός του ως δικηγόρου με την ωρίμανση των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, αν βέβαια είχε την πρόνοια να ασφαλιστεί το 1995 στο Ταμείο Νομικών.

2. Το παραπάνω δια ταύτα είναι το αποτέλεσμα σειράς πολύ εύστοχων παραδοχών, που συνιστούν μία σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία κρίσιμων διατάξεων του ΚωδΔ, αλλά και έναν διακριτικό έλεγχο, πάντα υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, της διοικητικής πρακτικής που ορίζεται, αφενός, από τις εξαιρετικά αργές διαδικασίες αναγνώρισης αλλοδαπών τίτλων και, αφετέρου, από την αμηχανία των δικηγορικών συλλόγων στην αντιμετώπιση του μαζικού αιτήματος εγγραφής στα βιβλία ασκουμένων πτυχιούχων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Ας μην λησμονούμε ότι πολλά από αυτά προσφέρουν είτε πτυχία τριετούς φοίτησης είτε χρόνο φοίτησης στην Ελλάδα.

3. Η απόφαση δέχεται καταρχήν ότι από το άρθρο 10 παρ.1 ΚωδΔ, που δίνει στον ασκούμενο δικηγόρο το δικαίωμα «αυτόνομης» παράστασης σε συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες, συνάγεται ότι η άσκηση συνιστά επαγγελματική δραστηριότητα. Μάλιστα, προς επαλήθευση της θέσης αυτής γίνεται επίκληση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ για τον καθορισμό και την αναπροσαρμογή των αμοιβών των ασκούμενων δικηγόρων από τον δικηγόρο στον οποίον ασκούνται. Η δραστηριότητα αυτή, όμως, δεν είναι ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου και, άρα, δεν διέπεται από τις οδηγίες (δηλαδή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο) που ρυθμίζουν τη δικηγορική κινητικότητα εντός της Ευρωπαϊκής `Ενωσης. Επομένως, η προστασία της κινητικότητάς της θα αναζητηθεί στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή στην ελευθερία κυκλοφορίας και το δικαίωμα εγκατάστασης που κατοχυρώνονται στην Συνθήκη για την `Ιδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για μισθωτούς ή μη εργαζόμενους.

Ακριβώς από τα παραπάνω δικαιώματα προκύπτει ως βασική υποχρέωση των εθνικών αρχών των κρατών μελών της ΕΕ (εν προκειμένω του ΔΣΑ) να λαμβάνουν υπόψη τους τίτλους σπουδών που χορηγήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος (εν προκειμένω το γαλλικό πτυχίο νομικής), όταν εξετάζουν αίτημα ακόμη και δικού τους υπηκόου για άσκηση μίας επαγγελματικής δραστηριότητας (εν προκειμένω του ασκούμενου δικηγόρου).

4. Καινοτομία της σχολιαζόμενης απόφασης (κρίσιμη όπως θα φανεί σε επόμενο στάδιο) συνιστά η παραδοχή ότι, κατά την παραπάνω διαδικασία, η εξέταση του αιτήματος δεν περιορίζεται στον τυπικό έλεγχο της ύπαρξης ή μη ακαδημαϊκής αναγνώρισης από τον οικείο φορέα (ΔΙΚΑΤΣΑ/ΔΟΑΤΑΠ) ή από συμπληρωματικές σπουδές σε ημεδαπό ΑΕΙ. Αντίθετα, πρέπει να πραγματοποιείται για τον κάθε αιτούντα συγκεκριμένος έλεγχος για την αντιστοιχία των προσόντων που πιστοποιούνται με τον κοινοτικό τίτλο σε σχέση με τα προσόντα που πιστοποιεί ο ημεδαπός τίτλος. Αν ο κοινοτικός τίτλος υπολείπεται, τότε ο αιτών δικαιούται να αποδείξει ότι διαθέτει τα υπολειπόμενα προσόντα με άλλον τρόπο, όπως για παράδειγμα με πρακτική άσκηση, επαγγελματική πείρα κλπ.

5. Η απόφαση επισημαίνει ότι κατά τη διαδικασία χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως η νομιμότητα των λοιπών προϋποθέσεων της εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων. `Αρα, δεν είναι νόμιμη η άρνηση χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης με αιτιολογία την εκ των υστέρων κρίση για την (αν)επάρκεια του κοινοτικού τίτλου που προσκομίστηκε κατά την εγγραφή στο βιβλίο ασκουμένων. Στο σημείο αυτό αποδεικνύεται (κατ` αποτέλεσμα) σύμφωνη με το πνεύμα της κοινοτικής νομοθεσίας η πρακτική των δικηγορικών συλλόγων να δέχονται την εγγραφή ασκουμένων που διαθέτουν αλλοδαπούς τίτλους σπουδών χωρίς προσκόμιση βεβαίωσης ισοτιμίας με την (κατ` αποτέλεσμα) λανθασμένη σκέψη ότι θα απαγορεύσουν την πρόσβασή των ασκούμενων αυτών στις εξετάσεις αν δεν αποκτήσουν την ισοτιμία μέχρι τότε.

6. Σε συνέχεια των παραπάνω παραδοχών η τελική σκέψη της σχολιαζόμενης απόφασης είναι ότι η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 3 παρ.3 ΚωδΔ («δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου…») απαιτεί για τον υποψήφιο δικηγόρο, κάτοχο κοινοτικού τίτλου νομικής, που έχει ολοκληρώσει την άσκησή του, να εξετάζεται αν τα τυχόν ελλιπή προσόντα ενός τέτοιου τίτλου, σε σχέση με τον ημεδαπό τίτλο νομικής, συμπληρώνονται από τα ουσιαστικά προσόντα που αποκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαοκτάμηνης άσκησης.

7. Η κρίση αυτή πρέπει να συνδυαστεί με την απόφαση 3177/2007 επίσης της Ολομέλειας του ΣτΕ (σχολιάστηκε στο τ. 65 του Συνήγορου), η οποία εξήγησε ότι, αφού η εξεταστική διαδικασία για το διορισμό των δικηγόρων αρκεί για την τελική διάγνωση των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων, η απόλυτη απαγόρευση έναρξης άσκησης μετά την παρέλευση πενταετίας από τη λήψη του πτυχίου της νομικής (άρθρο 5 παρ.2 ΚωδΔ) παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Από το συνδυασμό αυτό, δηλαδή με ανάλογη ερμηνευτική αξιοποίηση της αρχής της αναλογικότητας και για την εξεταζόμενη περίπτωση, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι τα απαιτούμενα από την εθνική νομοθεσία ουσιαστικά προσόντα για τη συμμετοχή στην εξεταστική διαδικασία των υποψήφιων δικηγόρων, δηλαδή αυτά που πιστοποιεί η κατοχή ημεδαπού ή ισότιμου αλλοδαπού τίτλου σπουδών νομικής, ισοδυναμούν οπωσδήποτε με την κατοχή κοινοτικού τίτλου σπουδών νομικής που συμπληρώνεται με τις γνώσεις και την επαγγελματική εμπειρία της άσκησης. Μακάρι ο συλλογισμός αυτός να συντομεύσει τη διαδρομή προς την είσοδο στο δικηγορικό επάγγελμα του συναδέλφου που προκάλεσε τη σχολιαζόμενη σημαντική νομολογιακή εξέλιξη.

8. Κλείνω με την προσθήκη ότι όμοιες σκέψεις με αυτές της σχολιαζόμενης απόφασης διατυπώνονται και στην ολΣτΕ 2770/2011, η οποία ακύρωσε την άρνηση του ΔΣΑ να εγγράψει στο βιβλίο ασκουμένων κάτοχο βρετανικού πτυχίου -κατά τους ισχυρισμούς της- νομικής, η οποία είχε ήδη αποκτήσει, όμως, και την ιδιότητα της ασκούμενης δικηγόρου σε δικηγορικό σύλλογο του Ηνωμένου Βασιλείου, με μόνη (μη νόμιμη) αιτιολογία τη μη αναγνώριση του επικαλούμενου τίτλου σπουδών.

Ακολουθούν τα κείμενα των σχολιαζόμενων αποφάσεων (περισσότερα…)

Επόμενη σελίδα: »