Ευρώπη


Η συζήτηση για τη νομική φύση του ονόματος χώρου / domain name στην ελληνική έννομη τάξη ορίζεται από δύο σταθερές:
Πρώτη σταθερά είναι ο νομοθετικός ορισμός του όρου, ο οποίος περιέχεται στην απόφαση 693/9 του 2013 της ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ, δηλαδή στον «Κανονισμό Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (Domain Names) με κατάληξη .gr».
Δεύτερη είναι η πλέον πρόσφατη αρεοπαγιτική απόφαση 371/2012, η οποία αξιολογεί τη φύση και τη λειτουργία στις συναλλαγές του domain name αποδίδοντάς το ως «όνομα περιοχής». `Ηδη, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η επιλογή από τον `Αρειο Πάγο άλλης μετάφρασης στα ελληνικά του όρου domain («περιοχή») από αυτήν που επέλεξε δρώντας κανονιστικά η αρμόδια ανεξάρτητη αρχή («χώρος») έχει την υπόρρητη σημασία της.

afisaΑς ξεκινήσουμε με το νομοθετικό ορισμό: Το `Ονομα Χώρου πρόκειται για «έvα αλφαριθμητικό στοιχείο το οποίο εκχωρείται προς χρήση σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο με σκοπό την χρήση, από το συγκεκριμένο πρόσωπο ή με την συναίνεση του, πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου».
Ο τεχνικός ορισμός είναι σαφής και περιγράφει ένα μέσο άσκησης του δικαιώματος συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5Α του Συντάγματος. Επειδή τα γεγονότα είναι πρόσφατα και η Τουρκία πολύ κοντά μας, ας σημειώσουμε ότι η συνταγματική διάταξη και η διοικητική διαδικασία εκχώρησης ονομάτων χώρου δημιουργούν ένα ελάχιστο πληροφοριακό κεκτημένο και στην εσωτερική έννομη τάξη, το οποίο δεν μπορεί πλέον να παραβιαστεί. Χωρίς μακρηγορία, στην ελληνική έννομη τάξη είναι αδύνατο, για παράδειγμα, το γενικευμένο κατέβασμα ιστοσελίδων, όπως είναι αδύνατη και η διακοπή της εκχώρησης domain names.
Αν τώρα σκεφτούμε σε τι κατατείνει πρωταρχικά η χρήση από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο «πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου», η αυθόρμητη και αυτόματη απάντηση είναι ότι κατοχυρώνει έναν ψηφιακά εντοπίσιμο και εντοπισμένο, αλλά και «περιχαρακωμένο» και κυρίαρχο, χώρο κάθε είδους δράσης: απλής επικοινωνίας, διάδοσης ιδεών και, φυσικά, οικονομικής δραστηριότητας.

Ακριβώς εξαιτίας αυτής της πρωταρχικής άυλης χωρικότητας θεωρία και νομολογία ξεκίνησαν εξετάζοντας αν ο τρόπος εντοπισμού του ψηφιακού χώρου -με άλλη διατύπωση: η «ηλεκτρονική διεύθυνση»- αν, λοιπόν, είτε παραβιάζει άλλα έννομα αγαθά είτε πρέπει να περιορίσει την άσκηση άλλων δικαιωμάτων.
Εξηγούμαι: Από την πρώτη ελληνική νομολογιακή αναφορά σε «ηλεκτρονική διεύθυνση» (απόφαση 7569/1997 ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) μέχρι την απόφαση 371/2012 του ΑΠ που ορίζει τη φύση και τη λειτουργία του domain name, επειδή αμφότερες είχαν ως αντικείμενο τη σύγκρουση μεταξύ σήματος και domain name, πρώτο τους μέλημα είναι να διευκρινίσουν ότι, καταρχήν, η νομοθετική απαγόρευση (άρθρο 20 παρ.1 ν. 2239/1994 και ήδη άρθρο 126 παρ.1 ν. 4072/2012) παρεμπόδισης με χρήση σήματος τρίτων να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ενδείξεις σχετικές με τον χώρο άσκησης μίας δραστηριότητας, αφορά όχι μόνο σε μια γεωγραφική περιοχή ή διεύθυνση, αλλά και στις ψηφιακές «περιοχές» και τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που ορίζονται κυριαρχικά με τη χρήση ενός domain name.

Ολοκληρώνω με τη δεύτερη σταθερά. Η απόφαση 371/2012 του ΑΠ περνά από την «εμπράγματη» θεώρηση του ψηφιακού χώρου στην αντιμετώπισή του ως πεδίου άσκησης εμπορικής δραστηριότητας. Στο πεδίο αυτό κρίσιμη είναι η ένταξη του Ονόματος Χώρου στις γνωστές μας έννοιες του δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων. Οι διατυπώσεις και οι παραδοχές της απόφασης είναι χαρακτηριστικές.
Παραθέτω: «βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου [θα προσθέσω όχι μόνο ηλεκτρονικού], αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών.
Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το «domain name» (όνομα περιοχής), το οποίο κατ` ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ` επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα.
Το «domain name» δεν μπορεί κατ` αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία.
Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο «domain name» μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος».

Κλείνω με μία γενική παρατήρηση.
Η σημερινή ημερίδα για τα 10 χρόνια του κοινοτικού Ονόματος Χώρου .eu έχει αυτονόητη επικαιρότητα. Σε μία προεκλογική περίοδο ευρωεκλογών καλό είναι να θυμόμαστε και να τονίζουμε κάθε διαδικασία ενοποίησης και σύγκλισης του ευρωπαϊκού μας χώρου. Επιτρέψτε μου να θυμηθώ το όχι και τόσο μακρινό 2008. Τότε με αφορμή τις δικηγορικές εκλογές η παράταξη, στην οποία συμμετείχα, είχε κατοχυρώσει κοινοτικό `Ονομα Χώρου για την ιστοσελίδα της («ananeotiki.eu»). Σε ένα κλίμα μισαλόδοξου εθνικισμού, προδρομικού του σημερινού, η επιλογή αυτή είχε χαρακτηριστεί από μερίδα του τύπου ως ακραία ανθελληνική..

* Ομιλία στην επιστημονική ημερίδα «Το κοινοτικό όνομα χώρου .eu – Δέκα χρόνια λειτουργίας» (29.4.2014). Συνδιοργάνωση: Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (ΔΣΘ), Σύνδεσμος Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ), Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πληροφορικής Βορείου Ελλάδος (ΣΕΠΒΕ)

Advertisements

Κοινοτικός τίτλος σπουδών νομικής ως προϋπόθεση διορισμού δικηγόρου (με αφορμή την ολΣτΕ 2771/2011)

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ, τ.88 Νοε-Δεκ 2011 

1. Η ολΣτΕ 2771/2011 αποτελεί έναν ακόμη ενδιάμεσο σταθμό στην υπερδεκαεξαετή εξώδικη και δικαστική διαδρομή ενός πτυχιούχου νομικής γαλλικού πανεπιστημίου με τελικό προορισμό την εγγραφή του στο μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στην παρούσα στάση κρίθηκε ότι συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας η σιωπηρή άρνηση του ΔΣΑ να χορηγήσει (το 2004!) στον (από το 1995!) ασκούμενό του το «πιστοποιητικό ασκήσεως», που προβλέπεται στο άρθρο 12 παρ.3 ΚωδΔ και προσκομίζεται από τον υποψήφιο δικηγόρο στο Γραμματέα της Εξεταστικής Επιτροπής.

Επόμενη στάση είναι η έκδοση του πιστοποιητικού από τον ΔΣΑ. Σ` αυτό, κατά τη σχολιαζόμενη απόφαση, πρέπει να αιτιολογηθεί αν αντιστοιχούν προς τα προσόντα του πτυχίου του ελληνικού νομικού τμήματος ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου, οι γνώσεις και τα προσόντα που προκύπτουν από το συγκεκριμένο, μη αναγνωρισμένο από ΔΙΚΑΤΣΑ ή ΔΟΑΤΑΠ, πτυχίο νομικής γαλλικού πανεπιστημίου, όπως συμπληρώνονται με άλλες σχετικές γνώσεις και εμπειρία που έχει τυχόν αποκτήσει ο συγκεκριμένος ασκούμενος.

Ανάλογα τώρα με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αυτού είναι ενδεχόμενο να ανοίξει νέα ακυρωτική δίκη με αντικείμενο τη νομιμότητα της αιτιολογίας του. Χωρίς υπερβολή, είναι πιθανό στο πρόσωπο του συγκεκριμένου ασκούμενου να συμπέσει χρονικά ο διορισμός του ως δικηγόρου με την ωρίμανση των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, αν βέβαια είχε την πρόνοια να ασφαλιστεί το 1995 στο Ταμείο Νομικών.

2. Το παραπάνω δια ταύτα είναι το αποτέλεσμα σειράς πολύ εύστοχων παραδοχών, που συνιστούν μία σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία κρίσιμων διατάξεων του ΚωδΔ, αλλά και έναν διακριτικό έλεγχο, πάντα υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, της διοικητικής πρακτικής που ορίζεται, αφενός, από τις εξαιρετικά αργές διαδικασίες αναγνώρισης αλλοδαπών τίτλων και, αφετέρου, από την αμηχανία των δικηγορικών συλλόγων στην αντιμετώπιση του μαζικού αιτήματος εγγραφής στα βιβλία ασκουμένων πτυχιούχων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Ας μην λησμονούμε ότι πολλά από αυτά προσφέρουν είτε πτυχία τριετούς φοίτησης είτε χρόνο φοίτησης στην Ελλάδα.

3. Η απόφαση δέχεται καταρχήν ότι από το άρθρο 10 παρ.1 ΚωδΔ, που δίνει στον ασκούμενο δικηγόρο το δικαίωμα «αυτόνομης» παράστασης σε συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες, συνάγεται ότι η άσκηση συνιστά επαγγελματική δραστηριότητα. Μάλιστα, προς επαλήθευση της θέσης αυτής γίνεται επίκληση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ για τον καθορισμό και την αναπροσαρμογή των αμοιβών των ασκούμενων δικηγόρων από τον δικηγόρο στον οποίον ασκούνται. Η δραστηριότητα αυτή, όμως, δεν είναι ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου και, άρα, δεν διέπεται από τις οδηγίες (δηλαδή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο) που ρυθμίζουν τη δικηγορική κινητικότητα εντός της Ευρωπαϊκής `Ενωσης. Επομένως, η προστασία της κινητικότητάς της θα αναζητηθεί στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή στην ελευθερία κυκλοφορίας και το δικαίωμα εγκατάστασης που κατοχυρώνονται στην Συνθήκη για την `Ιδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για μισθωτούς ή μη εργαζόμενους.

Ακριβώς από τα παραπάνω δικαιώματα προκύπτει ως βασική υποχρέωση των εθνικών αρχών των κρατών μελών της ΕΕ (εν προκειμένω του ΔΣΑ) να λαμβάνουν υπόψη τους τίτλους σπουδών που χορηγήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος (εν προκειμένω το γαλλικό πτυχίο νομικής), όταν εξετάζουν αίτημα ακόμη και δικού τους υπηκόου για άσκηση μίας επαγγελματικής δραστηριότητας (εν προκειμένω του ασκούμενου δικηγόρου).

4. Καινοτομία της σχολιαζόμενης απόφασης (κρίσιμη όπως θα φανεί σε επόμενο στάδιο) συνιστά η παραδοχή ότι, κατά την παραπάνω διαδικασία, η εξέταση του αιτήματος δεν περιορίζεται στον τυπικό έλεγχο της ύπαρξης ή μη ακαδημαϊκής αναγνώρισης από τον οικείο φορέα (ΔΙΚΑΤΣΑ/ΔΟΑΤΑΠ) ή από συμπληρωματικές σπουδές σε ημεδαπό ΑΕΙ. Αντίθετα, πρέπει να πραγματοποιείται για τον κάθε αιτούντα συγκεκριμένος έλεγχος για την αντιστοιχία των προσόντων που πιστοποιούνται με τον κοινοτικό τίτλο σε σχέση με τα προσόντα που πιστοποιεί ο ημεδαπός τίτλος. Αν ο κοινοτικός τίτλος υπολείπεται, τότε ο αιτών δικαιούται να αποδείξει ότι διαθέτει τα υπολειπόμενα προσόντα με άλλον τρόπο, όπως για παράδειγμα με πρακτική άσκηση, επαγγελματική πείρα κλπ.

5. Η απόφαση επισημαίνει ότι κατά τη διαδικασία χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως η νομιμότητα των λοιπών προϋποθέσεων της εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων. `Αρα, δεν είναι νόμιμη η άρνηση χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης με αιτιολογία την εκ των υστέρων κρίση για την (αν)επάρκεια του κοινοτικού τίτλου που προσκομίστηκε κατά την εγγραφή στο βιβλίο ασκουμένων. Στο σημείο αυτό αποδεικνύεται (κατ` αποτέλεσμα) σύμφωνη με το πνεύμα της κοινοτικής νομοθεσίας η πρακτική των δικηγορικών συλλόγων να δέχονται την εγγραφή ασκουμένων που διαθέτουν αλλοδαπούς τίτλους σπουδών χωρίς προσκόμιση βεβαίωσης ισοτιμίας με την (κατ` αποτέλεσμα) λανθασμένη σκέψη ότι θα απαγορεύσουν την πρόσβασή των ασκούμενων αυτών στις εξετάσεις αν δεν αποκτήσουν την ισοτιμία μέχρι τότε.

6. Σε συνέχεια των παραπάνω παραδοχών η τελική σκέψη της σχολιαζόμενης απόφασης είναι ότι η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 3 παρ.3 ΚωδΔ («δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου…») απαιτεί για τον υποψήφιο δικηγόρο, κάτοχο κοινοτικού τίτλου νομικής, που έχει ολοκληρώσει την άσκησή του, να εξετάζεται αν τα τυχόν ελλιπή προσόντα ενός τέτοιου τίτλου, σε σχέση με τον ημεδαπό τίτλο νομικής, συμπληρώνονται από τα ουσιαστικά προσόντα που αποκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαοκτάμηνης άσκησης.

7. Η κρίση αυτή πρέπει να συνδυαστεί με την απόφαση 3177/2007 επίσης της Ολομέλειας του ΣτΕ (σχολιάστηκε στο τ. 65 του Συνήγορου), η οποία εξήγησε ότι, αφού η εξεταστική διαδικασία για το διορισμό των δικηγόρων αρκεί για την τελική διάγνωση των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων, η απόλυτη απαγόρευση έναρξης άσκησης μετά την παρέλευση πενταετίας από τη λήψη του πτυχίου της νομικής (άρθρο 5 παρ.2 ΚωδΔ) παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Από το συνδυασμό αυτό, δηλαδή με ανάλογη ερμηνευτική αξιοποίηση της αρχής της αναλογικότητας και για την εξεταζόμενη περίπτωση, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι τα απαιτούμενα από την εθνική νομοθεσία ουσιαστικά προσόντα για τη συμμετοχή στην εξεταστική διαδικασία των υποψήφιων δικηγόρων, δηλαδή αυτά που πιστοποιεί η κατοχή ημεδαπού ή ισότιμου αλλοδαπού τίτλου σπουδών νομικής, ισοδυναμούν οπωσδήποτε με την κατοχή κοινοτικού τίτλου σπουδών νομικής που συμπληρώνεται με τις γνώσεις και την επαγγελματική εμπειρία της άσκησης. Μακάρι ο συλλογισμός αυτός να συντομεύσει τη διαδρομή προς την είσοδο στο δικηγορικό επάγγελμα του συναδέλφου που προκάλεσε τη σχολιαζόμενη σημαντική νομολογιακή εξέλιξη.

8. Κλείνω με την προσθήκη ότι όμοιες σκέψεις με αυτές της σχολιαζόμενης απόφασης διατυπώνονται και στην ολΣτΕ 2770/2011, η οποία ακύρωσε την άρνηση του ΔΣΑ να εγγράψει στο βιβλίο ασκουμένων κάτοχο βρετανικού πτυχίου -κατά τους ισχυρισμούς της- νομικής, η οποία είχε ήδη αποκτήσει, όμως, και την ιδιότητα της ασκούμενης δικηγόρου σε δικηγορικό σύλλογο του Ηνωμένου Βασιλείου, με μόνη (μη νόμιμη) αιτιολογία τη μη αναγνώριση του επικαλούμενου τίτλου σπουδών.

Ακολουθούν τα κείμενα των σχολιαζόμενων αποφάσεων (περισσότερα…)

Η δημιουργία του ευρώ ήταν μια μικρή επανάσταση. Για πρώτη φορά στην ιστορία «κόβεται» ένα μη εθνικό νόμισμα, ένα νόμισμα που θα κυκλοφορεί σε μία περιοχή χωρίς ενιαία κρατική κυριαρχία. Με τη σημερινή του κρίση λήγει η πρώτη επαναστατική περίοδος -αισιόδοξη, δογματική, αφελής έως χαζοχαρούμενη αλλά και αυτοκαταστροφική, όπως συμβαίνει στην αρχή κάθε επανάστασης. Κοντά στα δέκα του, λοιπόν, το ευρώ περνά την πρώτη του σοβαρή παιδική ασθένεια (σύνηθες κι αυτό στις επαναστάσεις) και μένει να δούμε αν θα του αφήσει κάποιο ισόβιο κουσούρι ή αν θα το δυναμώσει ακόμη περισσότερο μετά την ίαση.

`Ηδη η συζήτηση για τη διάγνωση έχει προχωρήσει: Η μεσογειακή δημοσιονομική αναιμία βρήκε αδύναμο τον ευρωπαϊκό οργανισμό κι έδειξε ότι η προστασία του κοινού νομίσματος δεν μπορεί να επαφίεται στον a la carte ευρωπαϊκό πατριωτισμό των κατακερματισμένων εθνικών πολιτικών. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, τη στιγμή που ένα κράτος της ευρωζώνης αγωνίζεται να μαζέψει δημόσια έσοδα για να τηρήσει το σύμφωνο σταθερότητας, το παραδιπλανό του να προσφέρεται ως φορολογικός παράδεισος. Δεν μπορεί το κοινό νόμισμα να έχει διαφορετική εσωτερική αξία ανά κράτος είτε εξαιτίας διαφορετικών εισοδηματικών πολιτικών είτε εξαιτίας της ανυπαρξίας ενιαίων κανόνων αποτελεσματικής προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού είτε εξαιτίας της απουσίας κοινής αμυντικής πολιτικής.

Κι επειδή δεν μπορεί, αργά -μα πάρα πολύ αργά, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη των 27- ξεκινά και η συζήτηση για τη θεραπεία: Η κρίση αναπόφευκτα επιταχύνει την πολιτική ενοποίηση, δηλαδή την ενίσχυση της ενιαίας ευρωπαϊκής κυριαρχίας σε βάρος της κατ` ιδίαν εθνικής. (Παρένθεση απαραίτητη για να μην ξεχνιόμαστε στην καθ` ημάς ανατολή: Στην Ελλάδα οι ίδιοι που προ ετών ξιφουλκούσαν κατά του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, σήμερα διατρανώνουν ως αυτονόητη την αξίωση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης -πάντα, βέβαια, «με τα λεφτά των άλλων» για να θυμηθούμε την παλιά χρηματιστηριακή κομεντί με τον Ντάνυ Ντε Βίτο)

Μόνο που την πολιτική ενοποίηση δεν μπορεί να την κάνουν ούτε ο -tale quale Καραμανλής- Μπαρόζο ούτε το συμπαθές δίδυμο του Βέλγου πολιτευτού και της αγγλίδος βαρόνης ούτε βέβαια η γραφειοκρατία της ευρωΟΤΟΕ. Την κάνουν οι κυβερνήσεις που, καλές ή κακές, έχοντας την πολιτική νομιμοποίηση και την ευθύνη λογοδοσίας στους λαούς τους οφείλουν να τολμήσουν τομές και ρήξεις με τις κοντόφθαλμες αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Μια ματιά στην παγκόσμια γειτονιά αρκεί για να καταλάβουμε τι συνεπάγεται ο συνδυασμός ισχυρής πολιτικής νομιμοποίησης και ξεκάθαρου οράματος. Στις ΗΠΑ φέρνει καθολικό σύστημα υγείας και στην Τουρκία στέλνει το μισό στρατιωτικό κατεστημένο στη φυλακή, ενόσο στην Ευρώπη η εφαρμογή της συνθήκης της Λισαβόνας εξαρτάται από το δείκτη προστασίας του Πολωνού αγρότη και τις ψυχώσεις του Τσέχου προέδρου.

Griechenland EuroΟι εξελίξεις στην οικονομία δεν σηκώνουν ιδιαίτερο σχολιασμό. Το δύσκολο στοίχημα της αποφυγής επιπλέον -περιοριστικών του εισοδήματος- μέτρων ή της αύξησης των έμμεσων φόρων γίνεται ακόμη δυσκολότερο. `Οσο κι αν η στενή επαφή με το χάος που άφησε η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μας πείθει ότι η επιτυχία του προγράμματος σταθερότητας (… για ανάπτυξη άστο καλύτερα) εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό από την περιστολή άσκοπων και αντιπαραγωγικών κρατικών δαπανών, άλλο τόσο είναι προφανές ότι η χώρα δεν διαθέτει την απαραίτητη αξιοπιστία για να πείσει κι άλλους ότι ο στόχος αυτός είναι εφικτός. Με άλλα λόγια, στη δύσκολη εξίσωση που πρέπει να οδηγήσει σε μείωση του ελλείμματος κατά 4% μέσα στο 2010, ο «x» των κρατικών δαπανών για τους ξένους λύτες δεν είναι απλώς «άγνωστος» -είναι από ασυνάρτητος με λοιπά μεγέθη έως ανύπαρκτος στους υπολογισμούς. Αυτός είναι ο λόγος που οι εταίροι μας και υποψήφιοι εγγυητές μας προτάσσουν ως προαπαιτούμενο κάθε συζήτησης το απτό και μετρήσημο μέγεθος της περιστολής των μισθοδοτικών δαπανών του δημοσίου.

Ο άλλος λόγος -που δεν πρέπει να υποτιμάται- είναι η λογοδοσία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων προς την εγχώριά τους κοινή γνώμη. Σ` αυτήν την κοινή γνώμη -ιδίως τη γερμανική- είναι διάχυτη η άποψη ότι στην Ελλάδα ζούμε με ευμάρεια μεγαλύτερη απ` όση αναλογεί ακόμη και σε «γερμανικά» εισοδήματα. `Αρα το τίμημα της εισοδηματικής περιστολής στην Ελλάδα δείχνει δίκαιο στα μάτια του ευρωπαίου συμπολίτη μας, ο οποίος καταρχήν δεν βρίσκει για ποιον λόγο καλείται να μας στηρίξει με το δικό του εισόδημα.

Μήπως σε αντίστιξη με αυτήν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη όφείλουμε κι εμείς να αναδείξουμε ως κρίσιμο παράγοντα επιτυχίας του προγράμματος σταθερότητας την ενεργό συμμετοχή του πολίτη στην κρατική προσπάθεια; Το «κίνημα των αποδείξεων» (όπως εύστοχα το αποκάλεσε ο Γιάννης Βούλγαρης στα ΝΕΑ το Σάββατο 6.2.2010 http://images.tanea.gr/AssetService//Image.ashx?t=2&pg=299529), το οποίο τους προσεχείς μήνες αναμφίβολα θα καταγράψει μια πρώτη αύξηση εσόδων του ΦΠΑ, δείχνει το δρόμο. Αν το μεταφέρουμε στο πεδίο των κρατικών δαπανών, η ιδέα είναι να δημιουργηθεί ένα «παρατηρητήριο κατά της δημόσιας σπατάλης», στο οποίο κάθε πολίτης θα μπορεί να απευθύνεται επισημαίνοντας κάθε άσκοπη εκροή δημόσιου χρήματος είτε αυτή έχει ως αιτία βαθιά παγιωμένες αντιλήψεις ή αμετακίνητες συνήθειες είτε αυτή οφείλεται σε μικρής ή μεγάλης κλίμακας διαφθορά και ιδιοτελή εκμετάλλευση της δημόσιας περιουσίας. Ο καθένας μας γνωρίζει πολλά παραδείγματα και η περιπτωσιολογία δεν έχει τέλος.

Τι χρειάζεται για να αναληφθεί η πρωτοβουλία; `Ενα σαφές κίνητρο, δηλαδή την πολιτική δέσμευση ότι για κάθε ευρώ σπατάλης, που η κοινωνία των πολιτών καταφέρνει να περιστείλει υπερβαίνοντας τους στόχους του προγράμματος σταθερότητας, θα αντιστοιχεί ισόποση αύξηση συγκεκριμένων κοινωνικών δαπανών. Το όφελος είναι βέβαιο και το κλίμα ευνοϊκό αν μπορεί κανείς να κρίνει από τη δημοσκοπικά θετική απήχηση των μέτρων που ήδη ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός. Το πρόγραμμα σταθερότητας για να εφαρμοστεί δεν χρειάζεται μόνο όσους ελέγχουν γραμμή γραμμή τον προϋπολογισμό. Χρειάζεται και όλους εμάς που τον διαβάζουμε πίσω από τις γραμμές του.

ΥΓ. Για τη γερμανική κοινή γνώμη στο θέμα μας και τη σχέση οικονομικής διάσωσης και παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας αξίζει να διαβαστεί το προφητικό άρθρο της ZEIT στις 14.1.2010 με τον εύγλωττο τίτλο «τσουρουφλισμένοι στη Μεσόγειο» http://www.zeit.de/2010/03/Staatspleite?page=4

images (1) Ελληνοτουρκικά

Στα ελληνοτουρκικά η αντιπαράθεση Γ. Παπανδρέου – Κ. Καραμανλή στο μεταξύ τους dabate ήταν παραπάνω από διαφωτιστική. Ανέδειξε τη διαφορά μεταξύ της στρατηγικής του Ελσίνκι της τελευταίας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και του βλέποντας και κάνοντας τακτικισμού (στην καλύτερη περίπτωση) της απερχόμενης κυβέρνησης.

Με δυο λόγια, η επιτυχία του Ελσίνκι συνίσταται στην ευρωπαϊκή παραδοχή ότι η ενταξιακή διαδικασία για την Τουρκία δεν θα μπορούσε καν να αρχίσει αν προηγουμένως δεν είχε δρομολογηθεί δεσμευτική πορεία προόδου στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως π.χ. με την παραπομπή διαφορών σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Με άλλη διατύπωση, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αποτελούσαν κατά το Ελσίνκι πεδίο προκαταρκτικής και αυτοτελούς αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή `Ενωση.

Η κυβέρνηση Καραμανλή αντίθετα, όταν βρέθηκε μπροστά στην έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας, προτίμησε να συναινέσει στο ευρωπαϊκό της διαβατήριο χωρίς καμιά επιφύλαξη. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα το μόνο που απομένει στην ελληνική πλευρά ως μέσο της όποιας πίεσης προς την Τουρκία είναι η μίζερη εκδοχή της άσκησης βέτο κατά τα ενδιάμεσα στάδια αξιολόγησης της εναρμόνισής της προς το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Μόνο που τώρα για το βέτο της η ελληνική πλευρά δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί μία ευρωπαϊκή συμφωνία. `Ετσι, αν η Τουρκία πληρεί τα κριτήρια αξιολόγησης, η Ελλάδα, προβάλλοντας βέτο, θα δείχνει κακόπιστη, επειδή θα φαίνεται να διακόπτει τη διεύρυνση για ιδιοτελείς λόγους άσχετους με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές μιας υποψήφιας χώρας. Σ`αυτήν την περίπτωση, βέβαια, πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη ότι το βέτο προϋποθέτει μια Ελλάδα και απόλυτα συνεπή στις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις και χωρίς εκκρεμή αιτήματα προς την `Ενωση, έτσι ώστε η άσκησή του να μην «παζαρεύεται». Καθένας αντιλαμβάνεται πόσο λυσιτελής είναι αυτή η εκδοχή για την έξοδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων από το τέλμα και αν συνιστά αποτελεσματικό σχεδιασμό άσκησης της εξωτερικής πολιτικής.

(2) Το σχέδιο Ανάν

Η τοποθέτηση του Γιώργου Παπανδρέου για το σχέδιο Ανάν και το ελληνοκυπριακό δημοψήφισμα συνοψίστηκε στις φράσεις «είχα άποψη, πήρα σαφή θέση υπέρ και δεν μέτρησα το πολιτικό κόστος».

Διαφωνώ με την τελευταία. Στα «ευαίσθητα εθνικά θέματα» η σαφήνεια και η σταθερότητα δεν συνεπάγονται κόστος. Αποτελούν επένδυση, η οποία απλώς θέλει το χρόνο της για αποδώσει την υπεραξία της.

(3) Η ερώτηση της Παπαρήγα

Με αφορμή μία ανάρτησή μου στο twitter ο καλός blogger regimiento quinto σχολίασε:  «άστοχος ο συσχετισμός Παπαρήγα -Καρατζαφέρη κε συνάδελφε…  (λιγότερο άστοχος από την απάντηση Παπανδρέου βέβαια…) «.

Παραθέτω την απάντησή μου:

Αν και δεν συμφωνώ, σέβομαι το σχόλιό σου και σ` ευχαριστώ για την υποβολή του. Σου θυμίζω απλώς ότι η Παπαρήγα και ο Καρατζαφέρης ρώτησαν τον Παπανδρέου για το ίδιο θέμα, περίπου το ίδιο πράγμα. Ο λόγος του δικού μου σχόλιου στο twitter (επί λέξει: “Τα πράγματα με τ` όνομά τους: Η ερώτηση της Παπαρήγα στον Παπανδρέου έδειξε ότι το ΚΚΕ, αν θέλει, πάει άνετα χέρι-χέρι με Καρατζαφέρη) είναι η διαφωνία μου στη μονοσήμαντη ανάγνωση των θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας που θεωρεί πάντα δεδομένη την τουρκική προκλητικότητα και άλλο τόσο δεδομένη την ελληνική υποχωρητικότητα. Η ερώτηση της Παπαρήγα (θυμίζω: για τη δήθεν αδυναμία αντίδρασης της Ελλάδας στο ενδεχόμενο τουρκικών ερευνών στο Αιγαίο εξαιτίας του συμφώνου Σημίτη-Ντεμιρέλ) δείχνει αποδοχή αυτής της ανάγνωσης. Αν μη τι άλλο, στον Παπανδρέου οφείλεται η αναγνώριση ότι εργάστηκε για την αποκλιμάκωση της ελληνοτουρκικής έντασης και ότι πέτυχε ουσιαστική πρόοδο στις σχέσεις Ελλάδας Τουρκίας. Δεν ζητά κανείς από έναν αντίπαλο πολιτικό αρχηγό τη σχετική αναγνώριση, αλλά τουλάχιστον αξιώνει την μη συμπόρευση με ακραίους κύκλους που με κάθε τρόπο υπονομεύουν την πρόοδο αυτή. Προσωπικά, λοιπόν, επειδή δεν μπορώ να θεωρήσω ότι το ΚΚΕ έχει οποιοδήποτε λόγο για μια τέτοια (έστω χωρίς πρόθεση) συμπόρευση, βρήκα άστοχη την ερώτηση της Παπαρήγα. Και πάλι ειλικρινά σ` ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να “εξηγηθώ” ξεπερνώντας τα 140 χτυπήματα του twitter.

generalΤον Αύγουστο (που δεν υπάρχουν ειδήσεις) θέματα της εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας βρέθηκαν να έχουν την τιμητική τους. Με δύο αφορμές, τις αλλαγές στην ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και τη διαχείριση της έντασης στον εναέριο και θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου, η κυβέρνηση επιχείρησε να επιδείξει «ακλόνητη αποφασιστικότητα» στην προάσπιση των «παγίων εθνικών δικαιωμάτων». Οι χειρισμοί της, ωστόσο, γεννούν εύλογες αμφιβολίες τόσο για την σκοπιμότητα όσο και για την αποτελεσματικότητά τους. Εξηγούμαι:

Ι. Οι έκτακτες κρίσεις στο στράτευμα

Η αιφνιδιαστική αλλαγή του αρχηγού ΓΕΕΘΑ μέσα στο κατακαλόκαιρο δίνει εξ αντικειμένου την εντύπωση ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία υποβόσκουσα μείζονα κρίση εθνικής ασφάλειας. Η εντύπωση αυτή εντάθηκε με τη σχεδόν επίσημη διαρροή ότι η αλλαγή κρίθηκε επιβεβλημένη για την «αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας», της οποίας, μάλιστα, «αναμένεται επίταση τους προσεχείς μήνες».

Η απορία είναι προφανής. Ποιος λόγος, άραγε, ακόμη κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, υπαγορεύει στην κυβέρνηση και τον αρμόδιο υπουργό την ανάγκη να εμφανίσουν μια έμπρακτη αμφισβήτηση της επιχειρησιακής ικανότητας της απερχόμενης ηγεσίας του στρατεύματος; Ακόμη παραπάνω, πώς, άραγε, εξυπηρετείται η αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας με τη γενόμενη αλλαγή; Αν ο καθ` ύλην αρμόδιος για τις αναχαιτίσεις δεν τα πολυκατάφερε ως αρχηγός της αεροπορίας, γιατί να τα καταφέρει τώρα ως αρχηγός ΓΕΕΘΑ;

Τα ερωτήματα δεν θα απαντηθούν κι αυτό είναι κακό. Το χειρότερο, βέβαια, είναι ότι τέθηκαν και, μάλιστα, χωρίς λόγο. Δεν θα είχαν τεθεί, ίσως, αν ο κ. Μεϊμαράκης επέλεγε κι αυτό το καλοκαίρι βόλτες στα νησιά με το «νόμιμο και ηθικό» ιδιωτικό στόλο του φίλου του Γιώργου Βουλγαράκη. Σε τελική ανάλυση, οι αμέριμνες κρουαζιέρες στο Αιγαίο του Υπουργού Εθνικής `Αμυνας δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας μεγαλύτερο από αυτό που προκαλεί η άσκηση των καθηκόντων του.

ΙΙ. Η απάντηση στην ένταση

Παράλληλα με τον υπουργό άμυνας έντονα κινήθηκε και η υπουργός εξωτερικών με αφορμή τις υπερπτήσεις των τουρκικών μαχητικών αεροπλάνων στο Αιγαίο. Η αντίδρασή της ήταν η αναμενόμενη. Διαμήνυσε στην τουρκική πλευρά και ενημέρωσε τους εταίρους στην Ευρωπαϊκή `Ενωση ότι αυτή η συμπεριφορά δεν είναι συμβατή με την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, η οποία, αν πράγματι επιθυμεί την πρόοδο της ενταξιακής διαδικασίας, οφείλει να επιδείξει σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και καλή γειτονία με την Ελλάδα. Είναι κατανοητό ότι αυτό το στερεότυπο και μοναδικό μοτίβο αντίδρασης επιβεβαιώνει επικοινωνιακά (δηλαδή για τους γνωστούς λόγους εσωτερικής κατανάλωσης) την «ακλόνητη αποφασιστικότητα» της χώρας. Αναρωτιέμαι, όμως, για την αποτελεσματικότητά του, όταν χρησιμοποιείται αδιακρίτως σε κάθε περίσταση και, μάλιστα, χωρίς συμπληρωματικά μέσα.

Η ελληνική πλευρά αποφεύγει να αποδώσει την τουρκική δράση στο Αιγαίο ευθέως στην κυβέρνηση Ερντογάν γνωρίζοντας το περιθώριο δράσης που έχει το βαθύ κράτος και το στρατιωτικό κατεστημένο στον τομέα αυτό. Επίσης, η ελληνική πλευρά γνωρίζει ότι οι ισχυροί αυτοί παράγοντες της τουρκικής κρατικής πολιτικής δείχνουν, το λιγότερο, εξαιρετική δυσανεξία στην προοπτική της ευρωτουρκικής προσέγγισης που προωθεί η κυβέρνηση Ερντογάν.

Και πάλι η απορία είναι προφανής. Αν η ελληνική πλευρά διατηρεί την ορθή στρατηγική επιλογή της υποστήριξης της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας, ποιο μήνυμα εκπέμπεται στην απέναντι πλευρά με την στερεότυπη αντίδραση; Το μόνο σίγουρο είναι ότι αποτελεί μήνυμα επιβράβευσης της τακτικής του τουρκικού (παρα)κρατικού κατεστημένου, το οποίο αντιλαμβάνεται ότι καλά κάνει και επενδύει στην ελληνοτουρκική ένταση προκειμένου να εξυπηρετήσει τον μείζονα στόχο της, δηλαδή την τροχοπέδηση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι κρίμα για την ελληνική εξωτερική πολιτική η εξ αντικειμένου ταύτισή της με την τουρκική αντίδραση, μόνο και μόνο επειδή αδυνατεί να επιδείξει δημιουργικότητα και φαντασία στην κατάστρωση της τακτικής της;

euroELECTΗ τρέχουσα προεκλογική περίοδος ανέδειξε για πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική εποχή το φόβο της αποχής ως ουσιώδη παράγοντα της πολιτικής σκηνής. Η ελληνική αποχή δεν δείχνει να αποτελεί την τοπική εκδοχή της γενικευμένης αδιαφορίας για το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Εκφράζει μάλλον τη δυσαρέσκεια για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, ενώ συγχρόνως αποτυπώνει και μία διάχυτη αναποφασιστικότητα των πολιτών ως προς τις τελικές τους επιλογές για την ημεδαπή διακυβέρνηση.

`Οποιος κι αν είναι ο επιμέρους λόγος της, η Ευρωπαϊκή `Ενωση οφείλει να αντιμετωπίσει την αποχή από την ευρωκάλπη με ισχυρά θεσμικά αντίδοτα. Δεν αρκεί ούτε η επίκληση των στιβαρών δυτικοευρωαπαϊκών παραδόσεων ούτε η δίψα για δημοκρατία των νέων κρατών μελών. Πρωτίστως χρειάζεται μια θεσμική επιβράβευση της συμμετοχής που θα συνεπάγεται την ανάδειξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως του προνομιακού χώρου εκπροσώπησης των πολιτών που επιθυμούν, μέσα από συγκλίσεις και αντιπαραθέσεις, να υποδεικνύουν οι ίδιοι την ταχύτητα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η σκέψη είναι απλή. Σήμερα, η σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προκύπτει από έναν σταθερό αριθμό εδρών ανά κράτος μέλος που ακολουθεί το πληθυσμιακό κριτήριο. `Ετσι, με βάση τον πληθυσμό τους, σε σύνολο 736 ευρωβουλευτών η Γερμανία π.χ. διαθέτει 99, η Ελλάδα 22, η Κύπρος 6 κοκ. `Ισως είναι η ώρα να προταθεί ως εναλλακτικό κριτήριο για την κατανομή των εδρών μεταξύ των κρατών, όχι πλέον ο πληθυσμός τους, αλλά ο αριθμός των πολιτών τους που θα συμμετέχει στην εκλογική διαδικασία. Με την τεχνική αυτή, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση ο αριθμός των ευρωβουλευτών κάθε κράτους θα κυμαίνεται, καθώς οι έδρες θα κατανέμονται στα κράτη μέλη με τον τύπο της απλής αναλογικής. Αυτός ο τύπος θα αποδίδει σε κάθε κράτος μέλος ένα ποσοστό επί των 736 εδρών, απολύτως ανάλογο με το ποσοστό των ψηφοφόρων του επί του συνόλου των ευρωπαίων ψηφοφόρων.

Η θεσμική ενίσχυση της συμμετοχής έχει μία ακόμη συνέπεια. Με τα σημερινά δεδομένα τόσο η αποχή των ευρωσκεπτικιστών όσο και η αποχή για λόγους εσωτερικής διαμαρτυρίας τιμωρούν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς αφαιρώντας τους κύρος και νομιμοποίηση. Αφήνουν, όμως, ανέπαφες τις εθνικές πολιτικές που αναπτύσσονται εντός της Ευρωπαϊκής `Ενωσης. Επιβραβεύοντας τη συμμετοχή η εθνική εσωστρέφεια υφίσταται ως τιμωρία τουλάχιστον μια μερική απώλεια δυνάμεων στους συσχετισμούς του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι. Για αρχή είναι καλά.