θεσμοί


Ο κυβερνητικός Πρόεδρος (εφημερίδα Καρφίτσα, 12.12.2015)

Για πρώτη φορά στη λειτουργία της προεδρευόμενης δημοκρατίας μας παρατηρούμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να πολιτεύεται υπερβαίνοντας τις ρυθμιστικές του αρμοδιότητες –άλλοτε με την ανοχή, άλλοτε με την προτροπή κι άλλοτε με τη σύμφωνη γνώμη της, επίσης, πρώτη-φορά-αριστερής κυβέρνησης.

Στην εμφανή πλευρά, η αρχή έγινε με τη λήξη της συνόδου των πολιτικών αρχηγών αμέσως μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Τότε ο κ. Παυλόπουλος ανέλαβε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στη γνωστή επικοινωνία με τον πρόεδρο Ολάντ. Η κίνηση αυτή συνιστά αναμφισβήτητα άσκηση εξωτερικής πολιτικής, η οποία, εξίσου αναμφισβήτητα ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης. Συνεχίστηκε με τις προεδρικές παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό ζήτημα. Η επιλεκτική εκτίμησή του ότι το ασφαλιστικό σύστημα δέχτηκε καίριο πλήγμα από το PSI δείχνει μεροληπτική τοποθέτηση υπέρ της κυβερνητικής ρητορείας, αλλά και έμμεση αμφισβήτηση μιας διεθνούς συνθήκης που συνομολόγησε η χώρα. Ομοίως εκτός του ρυθμιστικού του ρόλου κινήθηκε αποδεχόμενος το κυβερνητικό αίτημα να συζητηθεί στην πρόσφατη σύνοδο των πολιτικών αρχηγών τόσο το ασφαλιστικό ζήτημα όσο και η κυβερνητική πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση. Πρόκειται για θέματα που η πραγμάτευσή τους οφείλει να γίνεται με διαφανείς κοινοβουλευτικές διαδικασίες, στις οποίες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει περιθώριο ανάμιξης. Ας μην ξεχνάμε, μάλιστα, ότι η ίδια η σύνοδος των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έχει διατηρηθεί στο ισχύον Σύνταγμα μόνο στη μετεκλογική περίπτωση αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης μετά από τρεις διερευνητικές εντολές. Άρα η σύγκλησή της πρέπει να γίνεται με απόλυτη φειδώ, όπως επιτάσσει το συνταγματικό έθιμο που την ανέχεται μόνο για κρίσιμα εθνικά θέματα και μόνο στο βαθμό που αυτά δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης.

Στον αθέατο κόσμο, είναι κοινό μυστικό ότι ο κ. Παυλόπουλος τοποτηρεί και εγγυάται την ανομολόγητη συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με την καραμανλική δεξιά και δι’ αυτής με το βαθύ κράτος. Αυτή η συμμαχία εξυπηρετείται με τοποθετήσεις σε κρίσιμες θέσεις προσώπων κοινής πολιτικής καταγωγής με τον Πρόεδρο. Οι πλέον εμβληματικές είναι οι περιπτώσεις του νυν Προέδρου του ΣτΕ, γνωστού για την ψήφο του υπέρ του Αχιλλέα Καραμανλή στο εκλογοδικείο, και του υφυπουργού δικαιοσύνης, διοικητή της ΕΥΠ επί Κώστα Καραμανλή.

Κλείνω με τη θέση ότι η πολιτεία Παυλόπουλου, όσο κι αν εξυπηρετεί τους καραμανλικούς επιγόνους, δεν τιμά την καραμανλική παράδοση. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θέλησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θεσμικό αντίβαρο στην αυθαιρεσία της κυβερνητικής παντοδυναμίας κι έτσι πορεύτηκε όσο ο ίδιος κατείχε το αξίωμα. Ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του ρόλο εξαπτέρυγου ή πολυτελούς κυβερνητικού εκπροσώπου.

——————————————————

Εκτός θεσμικού ελέγχου (εφημερίδα Καρφίτσα, 24.10.2015)

Να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές: Ο πρώτος μήνας της δεύτερης φοράς αριστερά δείχνει ότι σαφής πρόθεση της κυβέρνησης είναι η εξουδετέρωση κάθε ανεξάρτητου θεσμικού ελέγχου στην άσκηση της πολιτικής της. Επιδίωξή της, δηλαδή, δεν είναι μόνο η (έστω) θεμιτή πολιτική κυριαρχία, αλλά και μια επιπρόσθετη θεσμική μονοκρατορία που να της επιτρέπει απερίσπαστα την ανεξέλεγκτη διαχείριση κρίσιμων πόρων και την πελατειακή εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων και παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.
Για το αληθές του λόγου, απαριθμώ τις αποδείξεις: Η κυβέρνηση, αφού τοποθέτησε, μετά από τυπική διαβούλευση, νύκτα την κυρία Θάνου Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, εδώ και τέσσερις μήνες αποφεύγει την επιλογή Προέδρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει μια ιδιότυπη ομηρία των δύο αυτών ανώτατων δικαστηρίων, αφού θεωρεί ότι οι υποψήφιοι πρόεδροι (δηλαδή οι νυν αντιπρόεδροι) και οι υποψήφιοι αντιπρόεδροι (δηλαδή οι νυν εισηγητές) δύσκολα θα την «στενοχωρήσουν» σε κρίσιμες υποθέσεις. Παράλληλα, βέβαια, δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την αναβάθμιση της διοικητικής δικαιοσύνης που αποτελεί το φυσικό καταφύγιο του πολίτη έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας.
Ανάλογη είναι η κυβερνητική δυσανεξία στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές. Στο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου απουσιάζει οποιαδήποτε αναβάθμιση ή χορήγηση αρμοδιοτήτων τόσο στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης όσο και στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Αντ` αυτών ο Υπουργός Επικρατείας αναγορεύεται στον απόλυτο ρυθμιστή των αδειοδοτήσεων, αφού θα αποφασίζει για τον τελικό αριθμό των καναλιών, την τιμή εκκίνησης για την εκχώρηση των αδειών κοκ.
Στο πλαίσιο αυτό δεν προκαλεί εντύπωση ούτε η προσπάθεια εξώθησης σε παραίτηση της κυρίας Σαββαΐδου από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, δηλαδή της μόνης ίσως κρατικής υπηρεσίας που απολαμβάνει εγγυήσεις θεσμικής ανεξαρτησίας. Στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση η κυβέρνηση ξεπερνά τον εαυτό της. Την ίδια στιγμή που, με πρόσχημα το τεκμήριο της ποινικής αθωότητας, επιτρέπει την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία βαριά παραβατικών υπαλλήλων, αξιώνει από την κυρία Σαββαΐδου να εγκαταλείψει οικειοθελώς τη θέση της με μόνη δικαιολογία την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της. `Οποιος, όμως, μπει στον κόπο να διαβάσει τις αναλυτικές εξηγήσεις της κυρίας Σαββαΐδου, δεν μπορεί παρά να καταλάβει το έωλο της δίωξης, αλλά κυρίως να ανησυχήσει για την προθυμία εισαγγελικών λειτουργών να συνδράμουν την κυβερνητική μεθόδευση.
Κλείνω με τη διατύπωση της εύλογης απορίας: αν αυτό είναι το δείγμα της θεσμικής γραφής του ΣΥΡΙΖΑ, ποιο θα είναι άραγε το περιεχόμενο της πρότασής του για τη συνταγματική αναθεώρηση;

Η συζήτηση για τη νομική φύση του ονόματος χώρου / domain name στην ελληνική έννομη τάξη ορίζεται από δύο σταθερές:
Πρώτη σταθερά είναι ο νομοθετικός ορισμός του όρου, ο οποίος περιέχεται στην απόφαση 693/9 του 2013 της ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ, δηλαδή στον «Κανονισμό Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (Domain Names) με κατάληξη .gr».
Δεύτερη είναι η πλέον πρόσφατη αρεοπαγιτική απόφαση 371/2012, η οποία αξιολογεί τη φύση και τη λειτουργία στις συναλλαγές του domain name αποδίδοντάς το ως «όνομα περιοχής». `Ηδη, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η επιλογή από τον `Αρειο Πάγο άλλης μετάφρασης στα ελληνικά του όρου domain («περιοχή») από αυτήν που επέλεξε δρώντας κανονιστικά η αρμόδια ανεξάρτητη αρχή («χώρος») έχει την υπόρρητη σημασία της.

afisaΑς ξεκινήσουμε με το νομοθετικό ορισμό: Το `Ονομα Χώρου πρόκειται για «έvα αλφαριθμητικό στοιχείο το οποίο εκχωρείται προς χρήση σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο με σκοπό την χρήση, από το συγκεκριμένο πρόσωπο ή με την συναίνεση του, πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου».
Ο τεχνικός ορισμός είναι σαφής και περιγράφει ένα μέσο άσκησης του δικαιώματος συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5Α του Συντάγματος. Επειδή τα γεγονότα είναι πρόσφατα και η Τουρκία πολύ κοντά μας, ας σημειώσουμε ότι η συνταγματική διάταξη και η διοικητική διαδικασία εκχώρησης ονομάτων χώρου δημιουργούν ένα ελάχιστο πληροφοριακό κεκτημένο και στην εσωτερική έννομη τάξη, το οποίο δεν μπορεί πλέον να παραβιαστεί. Χωρίς μακρηγορία, στην ελληνική έννομη τάξη είναι αδύνατο, για παράδειγμα, το γενικευμένο κατέβασμα ιστοσελίδων, όπως είναι αδύνατη και η διακοπή της εκχώρησης domain names.
Αν τώρα σκεφτούμε σε τι κατατείνει πρωταρχικά η χρήση από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο «πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου», η αυθόρμητη και αυτόματη απάντηση είναι ότι κατοχυρώνει έναν ψηφιακά εντοπίσιμο και εντοπισμένο, αλλά και «περιχαρακωμένο» και κυρίαρχο, χώρο κάθε είδους δράσης: απλής επικοινωνίας, διάδοσης ιδεών και, φυσικά, οικονομικής δραστηριότητας.

Ακριβώς εξαιτίας αυτής της πρωταρχικής άυλης χωρικότητας θεωρία και νομολογία ξεκίνησαν εξετάζοντας αν ο τρόπος εντοπισμού του ψηφιακού χώρου -με άλλη διατύπωση: η «ηλεκτρονική διεύθυνση»- αν, λοιπόν, είτε παραβιάζει άλλα έννομα αγαθά είτε πρέπει να περιορίσει την άσκηση άλλων δικαιωμάτων.
Εξηγούμαι: Από την πρώτη ελληνική νομολογιακή αναφορά σε «ηλεκτρονική διεύθυνση» (απόφαση 7569/1997 ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) μέχρι την απόφαση 371/2012 του ΑΠ που ορίζει τη φύση και τη λειτουργία του domain name, επειδή αμφότερες είχαν ως αντικείμενο τη σύγκρουση μεταξύ σήματος και domain name, πρώτο τους μέλημα είναι να διευκρινίσουν ότι, καταρχήν, η νομοθετική απαγόρευση (άρθρο 20 παρ.1 ν. 2239/1994 και ήδη άρθρο 126 παρ.1 ν. 4072/2012) παρεμπόδισης με χρήση σήματος τρίτων να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ενδείξεις σχετικές με τον χώρο άσκησης μίας δραστηριότητας, αφορά όχι μόνο σε μια γεωγραφική περιοχή ή διεύθυνση, αλλά και στις ψηφιακές «περιοχές» και τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που ορίζονται κυριαρχικά με τη χρήση ενός domain name.

Ολοκληρώνω με τη δεύτερη σταθερά. Η απόφαση 371/2012 του ΑΠ περνά από την «εμπράγματη» θεώρηση του ψηφιακού χώρου στην αντιμετώπισή του ως πεδίου άσκησης εμπορικής δραστηριότητας. Στο πεδίο αυτό κρίσιμη είναι η ένταξη του Ονόματος Χώρου στις γνωστές μας έννοιες του δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων. Οι διατυπώσεις και οι παραδοχές της απόφασης είναι χαρακτηριστικές.
Παραθέτω: «βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου [θα προσθέσω όχι μόνο ηλεκτρονικού], αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών.
Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το «domain name» (όνομα περιοχής), το οποίο κατ` ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ` επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα.
Το «domain name» δεν μπορεί κατ` αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία.
Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο «domain name» μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος».

Κλείνω με μία γενική παρατήρηση.
Η σημερινή ημερίδα για τα 10 χρόνια του κοινοτικού Ονόματος Χώρου .eu έχει αυτονόητη επικαιρότητα. Σε μία προεκλογική περίοδο ευρωεκλογών καλό είναι να θυμόμαστε και να τονίζουμε κάθε διαδικασία ενοποίησης και σύγκλισης του ευρωπαϊκού μας χώρου. Επιτρέψτε μου να θυμηθώ το όχι και τόσο μακρινό 2008. Τότε με αφορμή τις δικηγορικές εκλογές η παράταξη, στην οποία συμμετείχα, είχε κατοχυρώσει κοινοτικό `Ονομα Χώρου για την ιστοσελίδα της («ananeotiki.eu»). Σε ένα κλίμα μισαλόδοξου εθνικισμού, προδρομικού του σημερινού, η επιλογή αυτή είχε χαρακτηριστεί από μερίδα του τύπου ως ακραία ανθελληνική..

* Ομιλία στην επιστημονική ημερίδα «Το κοινοτικό όνομα χώρου .eu – Δέκα χρόνια λειτουργίας» (29.4.2014). Συνδιοργάνωση: Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (ΔΣΘ), Σύνδεσμος Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ), Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πληροφορικής Βορείου Ελλάδος (ΣΕΠΒΕ)

ert_general-26-thumb-large
Αν δούμε το θέμα της κατάργησης της ΕΡΤ από την καθαρά τεχνική νομική πλευρά του, το συμπέρασμα είναι ότι η μετάδοση ενός ελάχιστου προγράμματος και η συνέχιση μέρους των λειτουργιών της είναι δυνατό να διασωθούν μόνο με δικαστική παρέμβαση.
Εξηγούμαι:
1. Τα νομοθετικά βήματα της κυβέρνησης ήταν τα εξής:
α) Το άρθρο 14Β παρ.1 του ν.3429/2005, όπως αυτό έχει νομοθετηθεί και τροποποιηθεί με μία σειρά διατάξεων της μνημονιακής νομοθεσίας, προέβλεπε ήδη τη δυνατότητα κατάργησης της ΕΡΤ ΑΕ και άλλων φορέων με κοινή απόφαση του υπουργού Οικονομικών και του καθ` ύλη αρμόδιου υπουργού (δηλαδή των Στουρνάρα και Κεδίκογλου, Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, αρμόδιου για την ΕΡΤ).
β) Η δεύτερη όμως παράγραφος του ίδιου άρθρου δεν «βόλευε» τους χειρισμούς γιατί, όπως ίσχυε μέχρι τις 11.6.2013, προέβλεπε σύμπραξη του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης (Μανιτάκης) στην περίπτωση που το δημόσιο διαδέχεται τον καταργούμενο φορέα.
γ) Ακριβώς για να αφαιρεθεί κάθε αρμοδιότητα από τον Μανιτάκη εκδίδεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, χωρίς συνυπογραφή των υπουργών του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 10-6-2013 (ΦΕΚ Α` 139/11.6.2013), που ορίζει μόνους αρμόδιους για την κατάργηση και τη διακοπή κάθε λειτουργίας του φορέα τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό.
δ) Αμέσως μετά οι δύο παραπάνω υπουργοί εκδίδουν την Κ.Υ.Α. αριθ. οικ. 02/11.6.2013 (ΦΕΚ Β’ 1414/11.6.2013), που καταργεί την ΕΡΤ ΑΕ και τις θυγατρικές της, διακόπτει τη μετάδοση του σήματός της, την έκδοση εντύπων και τη λειτουργία των ιστοσελίδων της και ορίζει ότι το δημόσιο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ.1 του Συντάγματος η ΠΝΠ ισχύει άμεσα και δεν καταργείται αναδρομικά ακόμη κι αν δεν κυρωθεί από τη βουλή εντός τριμήνου από την υποβολή της στην Ολομέλεια. Η υποβολή πρέπει να γίνει εντός σαράντα ημερών από τις 11.6.2013 ή (αν η βουλή διακόψει στο μεταξύ τη σύνοδό της) εντός σαράντα ημερών από τη νέα σύγκλιση της ολομέλειας. Επίσης, αν δεν γίνει κάτι στο μεταξύ, η επανάληψη των λειτουργιών της πρώην ΕΡΤ, ακόμη κι αν δεν κυρωθεί η ΠΝΠ, μπορεί να γίνει μόνο εφόσον ψηφιστεί νέος νόμος. Με το χαμό που θα `χει γίνει λόγω της μη κύρωσης, συμφωνία για νέο νόμο δεν προβλέπεται εύκολη.

3. Το κάτι που μπορεί να γίνει είναι μόνο προσβολή με αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ της απόφασης των Στουρνάρα – Κεδίκογλου (η ΠΝΠ δεν προσβάλλεται δικαστικά). Εννοείται ότι για να έχει νόημα και αποτέλεσμα η δικαστική κίνηση, μπορεί και πρέπει να ζητηθεί και η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης των υπουργών. Αν επιτευχθεί η αναστολή μέχρι τη συζήτηση στη βουλή της κύρωσης της ΠΝΠ, το κυβερνητικό σχέδιο ματαιώνεται αν η βουλή δεν κυρώσει τελικά την ΠΝΠ. Αν δεν επιτευχθεί η αναστολή, το κυβερνητικό σχέδιο θα έχει εν πολλοίς ολοκληρωθεί. Ένα είναι βέβαιο: το ΣτΕ θα βρεθεί σε μεγάλο δίλημμα.

4. Κατά τη γνώμη μου, η υπουργική απόφαση, με τον τρόπο που καταργεί την ΕΡΤ και διακόπτει τη λειτουργία της, ελέγχεται συνταγματικά γιατί παραβιάζει το άρθρο 15 παρ.2 που καθορίζει μια σειρά κρατικών υποχρεώσεων στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, και το άρθρο 5Α που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην πληροφόρηση και το δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Ιδίως η παράκαμψη των αρμοδιοτήτων του ΕΣΡ, η διακοπή της λειτουργίας της ιστοσελίδας της ΕΡΤ, η διακοπή της ψηφιακής μετάδοσης προγράμματός της, καθώς και η διακοπή του σήματος του BBC, της Deutsche Welle και του ΡΙΚ ενισχύουν τα επιχειρήματα περί της αντισυνταγματικότητας και διευρύνουν τον κύκλο των ατόμων που έχουν έννομο συμφέρον στην άσκηση της αίτησης ακύρωσης.

6--15-thumb-largeΑς εξετάσουμε τον πνιγμό του Μανιτάκη στη μια κουταλιά της ΔΗΜΑΡ. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατοχυρώνει το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη. Στοιχείο μιας τέτοιας δίκης είναι η εύλογη διάρκειά της, έτσι ώστε η εκκρεμοδικία να μην εξοντώνει το διάδικο. Δικαίωμα στην εύλογη διάρκεια της δίκης έχει και ο διάδικος εργοδότης και ο διάδικος εργαζόμενος. Στην εσωτερική έννομη τάξη απαγορεύεται η προσωρινή προστασία των ασφαλιστικών μέτρων να φτάνει σε πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος του αιτούντος διαδίκου. Από αυτά τα στοιχειώδη προκύπτει ότι μια εργατική διαφορά πρέπει να περατώνεται δικαστικά αμέσως και ότι δεν επιτρέπεται να παρατείνεται εσαεί μια εργασιακή σχέση με προσωρινές διαταγές και αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων.

Συγχρόνως, το Σύνταγμα προβλέπει τη διάκριση των εξουσιών και το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. `Ετσι απαγορεύεται η νομοθετική ανατροπή δικαστικών αποφάσεων, ακόμη κι αν αυτές είναι προσωρινές διαταγές ή αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων. Και πάλι σε εφαρμογή της αξίωσης για εύλογη διάρκεια της δίκης και της απαγόρευσης πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος με ασφαλιστικά μέτρα, ο εργοδότης έχει το συνταγματικό δικαίωμα να επιδιώξει δικαστικά την ανάκλησή τους. `Αρα ο συνταγματολόγος Μανιτάκης, κι αν ακόμη διαπιστώνει καταστρατηγήσεις, δυσλειτουργίες και υπονόμευση της κυβερνητικής πολιτικής μέσω στρεψοδικιών, δεν είχε κανένα λόγο να πάει να πνιγεί, δηλαδή να εισηγηθεί νομοθετική παρέμβαση που φτάνει στην ανατροπή υφιστάμενων δικαστικών αποφάσεων. Αντίθετα ορθά προτείνει χρονικούς περιορισμούς στις σχετικές δίκες. Μόνο που κάνει τη μισή δουλειά γιατί δεν προτείνει να νομοθετηθεί ότι οι χρονικές προβλέψεις για σύντομο προσδιορισμό και σύντομη έκδοση αποφάσεων καταργούν κάθε αντίθετη πρόβλεψη των εσωτερικών κανονισμών των δικαστηρίων, μέσω των οποίων ο δικαστικός συνδικαλισμός ακυρώνει στην πράξη κάθε προσπάθεια επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύνης.

Από την άλλη, ο εργατολόγος Ρουπακιώτης, πνιγμένος σε άλλα, πιάνεται από τα μαλλιά του. Στην τρικυμία του αταξίδευτου Μανιτάκη, κάνει πως δεν γνωρίζει ότι το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι ΟΤΑ και, κυρίως, οι κρατικές επιχειρήσεις, πλειστάκις αντιδικούν τύποις και χαλαρά με τους εργαζόμενούς τους νίπτοντας βολικά τας χείρας, όταν προσωρινές διαταγές και αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων διατηρούν αναλλοίωτο το προσωπικό τους. Με πρόσχημα μια δικαστική απόφαση που όλοι την εύχονται, το σύμπαν είναι ανακουφισμένο: Η κυβέρνηση έχει νομοθετήσει αλλαγή εργασιακών σχέσεων, τα συνδικάτα έχουν αντιδράσει, οι διοικήσεις έκαναν ό,τι μπορούσαν, οι εργαζόμενοι πλήρωσαν κάτι παραπάνω, οι δικηγόροι αμείφθηκαν και όλοι μαζί δηλώνουν τον ανυπόκριτο σεβασμό τους στην ελληνική δικαιοσύνη. Και όταν όλοι μαζί είναι τόσο ευτυχείς και σίγουροι ότι οι ίδιοι, πάντως, έπραξαν το καθήκον τους, γιατί οι δικαστές να κάνουν τον κακό; Μήπως, αν όχι όλοι, δεν έχουν κάποιοι κι απ` αυτούς (συνδικαλιστική) ψυχή και (εργασιακά) δικαιώματα;

Επιμύθιο: Στο beach bar και τις παραλίες σίγουρα περνούν οι θαλασσόλυκοι που προτιμούν χαζολογώντας να απολαύσουν το ποτό τους, από εκείνους που δοκιμάζουν το κύμα με μπρατσάκια.

αναρτήθηκε στο egnatiapost στις 28.4.2013 http://www.egnatiapost.gr/index.php/opinions/item/7514-ο-πνιγμός-του-μανιτάκη-στο-beach-bar

images dikΕυχαριστώ την Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας -και ιδιαίτερα το φίλο Δημήτρη Χριστόπουλο- για την πρόσκληση να συντονίσω το σημερινό Κρίση-μο Σεμινάριο. Στις μέρες μας είναι σπάνια η χαρά του διαλόγου ανάμεσα σε κινήσεις και πρόσωπα με διαφορετικές πολιτικές τοποθετήσεις και είναι αληθινή πρόκληση κάθε συζήτηση που δεν θεωρεί καταστατική συνθήκη τη διαχωριστική γραμμή μνημόνιο – αντιμνημόνιο.
Εξίσου μεγάλη είναι η χαρά και η πρόκληση των σημερινών εισηγητών: Ο δικαστής στο Συμβούλιο Επικρατείας και πανεπιστημιακός στο ΑΠΘ Μιχάλης Πικραμένος διαθέτει το σπάνιο προσόν να συνδυάζει τη νομική θεωρία και πράξη με βαθιά γνώση της ιστορίας των θεσμών και, άρα, να διατυπώνει τον προβληματισμό του με συνείδηση της μακράς ιστορικής αφήγησης. Ο συνάδελφος δικηγόρος Αθηνών Δημήτρης Σαραφιανός από τη μεριά του είναι παλιά σταθερή αξία του δικηγορικού σώματος. Πολέμιος του προσχήματος «άλλο θεωρία άλλο πράξη» δίνει το ιδανικό παράδειγμα δημόσιας εφαρμοσμένης δικηγορικής δράσης που συναιρεί την τέχνη της αντιπαράθεσης με την τεχνική του συμβιβασμού.

Στο θέμα μας.
Η δικαιοσύνη σε κρίση. Η δικαιοσύνη στην κρίση. Το αποτελειώνεις εύκολα με δυο φράσεις. «Η δικαιοσύνη ήταν σε κρίση ήδη πριν από την κρίση», άρα δεν υπάρχει καμία δραματική αλλαγή που να δικαιολογεί τώρα μια ιδιαίτερη ενασχόληση με τα χρόνια προβλήματά της. Κι από την άλλη: είτε στην κρίση είτε στην ευημερία, η δικαιοσύνη έχει μόνο μια δουλειά να κάνει: να εφαρμόζει το νόμο. Οτιδήποτε άλλο είναι πολιτική κι αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης για λειτουργούς και συλλειτουργούς της δικαιοσύνης». Και για να μην αδικούμε τελείως το θέμα, υπάρχει και μια τρίτη φράση, εξίσου εύστοχη: «η κρίση είναι πολύ κακό πράγμα για τη δικαιοσύνη, γιατί αυξάνει τα προβλήματα της υλικοτεχνικής υποδομής, μειώνει μισθούς και διορισμούς και από πάνω ο κόσμος δεν έχει λεφτά και μειώθηκαν οι δουλειές μας».
Οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι ούτε αθώες ούτε αφελείς. Παρακάμπτουν δύο κρίσιμα και αμείλικτα ερωτήματα: «Θα είχε η κρίση την ίδια ένταση αν είχαμε μια άλλη δικαιοσύνη;» και «Μπορεί η δικαιοσύνη να απαλύνει τις συνέπειες της κρίσης και, γιατί όχι, να γίνει εργαλείο υπέρβασής της;». Χωρίς απάντηση στα ερωτήματα αυτά, το επόμενα βήματα σκέψης μοιάζουν εύλογα: «Αφού -λόγω κρίσης- έχουμε λιγότερα λεφτά για δικαιοσύνη, ας την περιορίσουμε» και «αφού -λόγω κρίσης πάντα- όλοι πρέπει να συμβάλλουμε με τον οβολό μας, όταν προσφεύγουμε σε δημόσιες υπηρεσίες, ας κάνουμε το ίδιο και στη δικαιοσύνη. Στο κάτω κάτω και χρήματα θα μαζέψουμε και πιο γρήγορη θα γίνει η απονομή της».

Εδώ προσοχή: Τα προαναφερθέντα δεν προέρχονται μόνο από τους κόλπους της αμήχανης μνημονιακής διαχείρισης. Απηχούν εξίσου μύχιους πόθους διάφορων περήφανων αντιμνημονιακών «όχι σε διάλογο με τη νέα βαυαροκρατία της τρόικας», που προέρχονται από ηγετικά κλιμάκια του δικαστικού και δικηγορικού συνδικαλισμού. Στα πρώτα, δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν δικαίωση του απεργιακού αγώνα την «κατάκτηση» «τουλάχιστον δουλεύουμε λιγότερο, αφού πληρωνόμαστε λιγότερο», ενώ στα δεύτερα, ουκ ολίγοι θεωρούν την ακριβή δικαιοσύνη ως ένα ακόμη μέσο βίαιης εξόδου από το δικηγορικό σώμα ενοχλητικών υπεράριθμων, κυρίως νέων, και, άρα, κατοχύρωσης του σημερινού τους κομματιού από την συρρικνούμενη επαγγελματική πίτα.

Εμείς θα το πάρουμε αλλιώς και θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια τολμηρή συζήτηση σε δύο άξονες:

Στον πρώτο (σχηματικά είναι ο άξονας «η δικαιοσύνη στην κρίση»), τίθεται προς έρευνα η εξής θέση: Η δικαιοσύνη, και με τη χρήση του όρου εδώ εννοείται η συνδικαλιστική και υπηρεσιακή δικαστική ηγεσία κυρίως στην ποινική και πολιτική δικαιοδοσία, όχι μόνο δεν αντιλήφθηκε το μέγεθος της επερχόμενης δημοσιονομικής και πολιτικής κρίσης, αλλά συνειδητά επιχείρησε να αποτελέσει οργανικό τμήμα του πολιτικού συστήματος που λίγο μετά κατέρρευσε.
Εξηγούμαι: Την προηγούμενη δεκαετία η δικαστική ηγεσία εξασφαλίζει στο πολιτικό σύστημα εκτεταμένη ατιμωρησία της διαφθοράς και ανοχή σε κάθε είδους πελατειακές πρακτικές (είτε αυτές προέρχονται από τα πάνω είτε από τα κάτω ως δίκαια αιτήματα επέκτασης παροχών) με αντάλλαγμα ασυνήθιστα υψηλές αποδοχές, φοροαπαλλαγές και κομβικές θέσεις εξουσίας για επιλεγμένα στελέχη της. Συγχρόνως φροντίζει για τη χειραγώγηση του δικαστικού σώματος με την ανεπίτρεπτη συγκέντρωση στα ίδια πρόσωπα της συνδικαλιστικής ιδιότητας και της πειθαρχικής και υπηρεσιακής δικαιοδοσίας.
Μόνο που οι συνέπειες τέτοιων συμφωνιών σπάνια μπορούν να περιοριστούν στην κορυφή. Αντίθετα αργά ή γρήγορα διαχέονται στο σύνολο του κοινωνικού σώματος. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η εξήγηση φαινομένων εκτεταμένης διαφθοράς που φτάνει μέχρι το χαμηλότατο επίπεδο των κρατικών λειτουργιών, ατιμωρησίας και πλήρους απαξίας κάθε είδους κυρωτικής διαδικασίας (και εδώ δεν αναφέρομαι στην ποινική καταστολή) που χαρακτηρίζουν το τέλος της προ κρίσης εποχής.
Σπεύδω να προλάβω την παρεξήγηση. Κατά το τέλος της προ κρίσης εποχής, κρίσιμο και χαρακτηριστικό είναι ότι τα φαινόμενα αυτά αφορούν στο mainstream τμήμα του κοινωνικού σώματος. Τελείως διαφορετική είναι η αντιμετώπιση περιθωριακών πολιτικών συμπεριφορών και κυρίως αλλοδαπών. Εδώ η εικόνα είναι η ακριβώς ανάποδη: Μια δικαιοσύνη που εξαντλεί την αυστηρότητά της με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι η πρώτη αναλογικά χώρα της Ευρωπαϊκής `Ενωσης σε ποινές ισόβιας κάθειρξης, ενώ καθείρξεις πέντε και δέκα ετών θεωρούνται από τα ποινικά δικαστήρια ρουτίνα.

Στο δεύτερο άξονα (σχηματικά «η δικαιοσύνη σε κρίση») πρέπει να αναζητήσουμε πειστικές αντιπροτάσεις απέναντι στη βαθιά πεποίθηση του πολίτη ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν τον υπηρετεί, αλλά και, προκλητικά, λειτουργεί με αυταρέσκεια και ιδιοτέλεια χάριν των επαγγελματικών/συντεχνιακών συμφερόντων δικαστών, δικηγόρων, υπαλλήλων και επιμελητών –εσχάτως και χάριν της συλλογής κρατικών εσόδων. «Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε», την αίσθηση της αυτάρεσκης ιδιοτέλειας παγίωσε η πρόσφατη απεργιακή κινητοποίηση των δικαστών –κι αυτό το τραύμα πολύ δύσκολα θα επουλωθεί.
Χρειάζονται λοιπόν πειστικές προτάσεις που να εξασφαλίζουν ταχύτητα και ποιότητα της δικαιοδοτικής κρίσης.
Κατά τη γνώμη μου, η επίτευξη αυτών των στόχων δεν επιτυγχάνεται με την τρέχουσα κυβερνητική συνταγή, δηλαδή με τις δικονομικές αλλαγές μεταφοράς αρμοδιοτήτων από πρωτοδικεία σε ειρηνοδικεία και τούμπαλιν ή με διατάξεις δικονομικού ωροσκοπίου που προβλέπουν σε πόσα φεγγάρια πρέπει να γίνεται ο προσδιορισμός και σε πόσα η έκδοση της απόφασης, χωρίς να υπολογίζουν τα ανάδρομα πινάκια και τον σκοτεινό Πλούτωνα, που κατοικεί στους κανονισμούς διοίκησης πρωτοδικείων και εφετείων.
Αντίθετα είναι αναγκαίες -από τη μια- βαθιές οργανωτικές αλλαγές που θα αξιοποιούν πλήρως τους ανθρώπινους πόρους (πχ ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με συγχώνευση σε μια βαθμίδα του ειρηνοδικείου και του πρωτοδικείου, επαναχάραξη του δικαστικού χάρτη της χώρας με κατάργηση δικαστικών σχηματισμών -υπάρχουν νομοί με τρία πρωτοδικεία!-, ενοποίηση σε ένα των δύο ανώτατων διοικητικών δικαστηρίων, καθιέρωση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο μονομελών συνθέσεων). Στις οργανωτικές αλλαγές πρέπει να εντάξουμε την ολοκλήρωση της ψηφιακής δίκης και την καθιέρωση δυνατότητας διεξαγωγής «τηλεδίκης».
Από την άλλη, χρειάζονται βαθιές τομές στο ουσιαστικό δίκαιο που θα απαλλάσσουν τον πολίτη από περιττή προσφυγή στο δικαιοδοτικό μηχανισμό. Προσπερνώ το γεγονός ότι η μνημονιακή νομοθεσία είναι και κακής νομοτεχνικής ποιότητας, που επιτείνει αντί να λύνει προβλήματα, και φέρνω λίγα παραδείγματα: Αντί να συζητούμε για την αρμοδιότητα μεταξύ ειρηνοδικείου και πρωτοδικείου της εκδίκασης των προσημειώσεων, ας αναρωτηθούμε για την εν γένει χρησιμότητα του θεσμού. 90 χρόνια πριν ο Ελευθέριος Βενιζέλος βοηθώντας την ανάπτυξη είχε καθιερώσει απλούστατο και αποτελεσματικότατο σύστημα εμπράγματης ασφάλειας των δανείων. Δεν διασφαλίζει τίποτα η δικαστική κρίση στη συναινετική λύση ενός γάμου. Δεν χρειάζεται δικαστική απόφαση για να δημοσιευτεί μια διαθήκη. Τα παραδείγματα δεν έχουν τέλος. Στο ίδιο μοτίβο και στο χώρο του μεγάλου ασθενούς που είναι η διοικητική/φορολογική δικαιοσύνη, πρέπει με τόλμη να καθιερώσουμε μια διαιτητική διαδικασία χωρίς συμμετοχή εφοριακών, η οποία θα μπορεί να κλείσει όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις εξωλογιστικών ελέγχων και προστίμων από πλαστά και εικονικά τιμολόγια.

Κλείνω με το σημαντικότερο, που ας μου επιτραπεί αποτελεί την τομή των δύο αξόνων. Η κρίση δοκιμάζει τις αντοχές του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Με αφορμή τη μνημονιακή νομοθεσία ο έλεγχος από διάχυτος συγκεντρώνεται γρήγορα στα ανώτατα δικαστήρια και, ιδίως στο ΣτΕ, άτυπα γίνεται κυρίως και όχι παρεμπιπτόντως, μοιραία δε, αφηρημένος και λιγότερο συγκεκριμένος. `Αρα, όσο κι αν δεν το θέλει, και πάλι η δικαιοσύνη παραμένει στο κέντρο του πολιτικού συστήματος.
Η συζήτησή μας θα αναδείξει το όριο προσδοκιών της κοινωνίας από τη δικαιοδοτική λειτουργία. `Ισως ο πραγματισμός επιβάλλει να παραδεχτούμε έναν αναγκαίο διαχωρισμό μεταξύ του -καλώς νοούμενου- δικαστικού ακτιβισμού, που διεξάγεται στα ακροατήρια των ανώτατων δικαστηρίων, και μιας επίπονης υπεράσπισης στις εξατομικευμένες προσβολές. Η τελευταία αφορά στα δικαστήρια της ουσίας και δεν μπορεί παρά να γίνει με τα παραδοσιακά εργαλεία του ελέγχου συνταγματικότητας και με τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης.

Σας ευχαριστώ και πάλι.

images2 Απριλίου 2013

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ/ΣΕ ΚΡΙΣΗ

Εισηγήσεις:

Δημήτρης ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ (διδ. Νομικής, δικηγόρος Αθηνών),

Μιχάλης ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ (Συμβούλιο Επικρατείας, ΑΠΘ)

Συντονισμός:

Γιάννης ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (δικηγόρος Θεσσαλονίκης)

Τo σεμινάριo θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη στις 19.15, στο αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, Ακαδημίας 50 με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων.
http://www.koinonia-demo.gr/ http://tvxs.gr/news/

Επόμενη σελίδα: »