κοινωνική ασφάλιση


images (2)Στα μέτωπα του ασφαλιστικού και του αγροτικού η κυβέρνηση δε δυσκολεύεται στην αντιπαράθεσή της με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Το ζόρι της είναι η απλή κι αποτελεσματική στρατηγική ΣΥΡΙΖΑ. Το «καμιά αύξηση εισφορών και ορίων, καμιά μείωση συντάξεων» και το «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά», που με σθένος ο ΣΥΡΙΖΑ επαγγελλόταν, είναι για άλλη μια φορά η γραμμή Μαζινό των επιστημονικών συνδικαλιστικών φορέων και των αγροτικών μπλόκων. Στον παραλογισμό αυτών των συνθημάτων, η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντήσει με το θρυλικό κουτσογιωργικό «εσείς δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε» γιατί «εσείς μας φέρατε σε αυτήν την κατάσταση». Αν και είναι προφανές ότι «έτσι μας κατάντησαν» μαζί με «τα μνημόνια και τις τρόικες» και η απουσία συνδικαλιστικών επεξεργασιών στα θέματα της κοινωνικής ασφάλισης, η κυβέρνηση δεν μπορεί να το εκστομίσει στον εαυτό της. Μοιάζει με ζωγράφο που δεν τολμά να ζωγραφίσει το διάβολο γιατί ο πίνακας θα αποδειχθεί η αυτοπροσωπογραφία του.

Από την άλλη, η έλλειψη προτάσεων από τα επιστημονικά συνδικάτα είναι εξοργιστική. Παίρνω παράδειγμα τους δικηγόρους (εικάζω ότι παρόμοια ισχύουν για μηχανικούς και γιατρούς). Άραγε οι δικηγορικοί σύλλογοι υπερασπίζονται το «δικαίωμα» των ασφαλισμένων προ του 1993 να πληρώνουν γύρω στο 20% λιγότερες εισφορές από τους νεότερους συναδέλφους τους; Άραγε υπερασπίζονται το «δικαίωμα» των ίδιων παλιών ασφαλισμένων και συνταξιούχων να μην αγγίζεται από τους νεότερους ο κουμπαράς που δίνει την επικουρική σύνταξη; Αν ναι, να μας το πουν. Αν όχι, να μας πουν (πρώτοι οι ώριμοι κι όψιμοι ΣΥΡΙΖΑίοι συνδικαλιστές) με νούμερα τι διορθωτικό προτείνουν. Κι όταν λέω με νούμερα, το εννοώ: οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν ξοδέψει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ των μελών τους σε αναλογιστικές μελέτες που δε δημοσιοποιούνται. Άρα γνωρίζουν πολύ καλά ποια ποσά συντάξεων δεν αντιστοιχούν σε εισφορές και ποιες εισφορές πάνε σε συντάξεις άλλων.

Εξίσου εξοργιστική είναι η κατάσταση στα αγροτικά. Οι παράνομες επιδοτήσεις που επιστράφηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση εν μέσω κρίσης από τον πενιχρό κρατικό προϋπολογισμό (δηλαδή από όλους μας), έχουν συγκεκριμένα ΑΦΜ και ΑΜΚΑ, που ανήκουν και σε ΣΥΡΙΖΑίους αγροτοσυνδικαλιστές. Είναι έτοιμος κανείς (ΣΥΡΙΖΑίος) να προτείνει την καθιέρωση ασφαλιστικού πόρου υπέρ των νέων αγροτών που θα αποτελείται από την εξατομικευμένη επιστροφή κάθε παράνομης είσπραξης κοινοτικού χρήματος;

Κλείνω: το ασφαλιστικό είναι πολύ σοβαρή δουλειά για να την εμπιστευτούμε σε οποιονδήποτε αντιτάχθηκε στη μεταρρύθμιση Γιαννίτση. Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός όρος της οικουμενικής και συναινετικής αντιμετώπισης του προβλήματος της βιωσιμότητάς του.

* δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «καρφίτσα» στις 30.1.2016

[Παρακαλώ να διαβαστεί συνδυαστικά με την αμέσως προηγούμενη ανάρτηση «`Εβγαλα άκρη με το δικαστικό ένσημο (ή έτσι νομίζω..)» -κούνια που με κούναγε…]

I. 23 ημέρες κράτησε η ρύθμιση του τρίτου μνημόνιου για το δικαστικό ένσημο. `Ηδη με το άρθρο 16 παρ.16 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 4.12.2012 (ΦΕΚ 237Α`/5-12-2012) «το εδάφιο (β) της περίπτωσης 6 της παραγράφου ΙΓ του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του οικείου Ταμείου Υγείας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (8/οο) του δικαστικού ενσήμου.”».

ΙΙ. Κωδικοποιημένη η όλη διάταξη (άρθρο 2 παρ.1 του ν. ΓΠΟΗ/1912) έχει ως εξής [με πλάγια γράμματα ενσωματώνεται η νέα διατύπωση του β` εδαφίου]: «1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 %ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του οικείου Ταμείου Υγείας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (8/οο) του δικαστικού ενσήμου. Από την ισχύ της παρούσας διάταξης, παύει να ισχύει κάθε άλλη που αφορά καθορισμό του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εκτός της παραγράφου 1Α περίπτωση η` του άρθρου 10 του ν.δ. 1017/1971».

ΙΙΙ. Η νέα διάταξη επιφέρει τις ακόλουθες αλλαγές στις αλλαγές που είχαν μόλις προηγηθεί:

1. Το τελικό κόστος, το οποίο είχε ήδη υπερδιπλασιαστεί καθώς το 4 ο/οο του δικαστικού ενσήμου επί του κεφαλαίου της απαίτησης αυξήθηκε σε 8 ο/οο, υπερτριαπλασιάζεται εκ νέου, αφού σ` αυτό προστίθενται άλλο ένα 8 ο/οο (αντί του 0,8 ο/οο) ως κοινωνικός πόρος υπέρ του Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ, πρώην Ταμείο Νομικών) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) και άλλο ένα 8 ο/οο ως κοινωνικός πόρος «υπέρ του οικείου Ταμείου Υγείας Δικηγόρων». Αυτό το τελευταίο 8 ο/οο αντικαθιστά το 0,8 ο/οο που η τροποποιηθείσα διάταξη του τρίτου μνημόνιου είχε καθιερώσει υπέρ του «οικείου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων».

Πρακτικά αφαιρέθηκε ένας πόρος υπέρ του εφάπαξ των δικηγόρων Αθηνών για να προστεθεί δεκαπλασιασμένος ένας πόρος υπέρ της ιατρικής περίθαλψης των δικηγόρων όλης της χώρας.

2. Εντύπωση προκαλεί και πάλι η προχειρότητα της νομοθετικής διατύπωσης, αφού τα Ταμεία Υγείας των Δικηγόρων έχουν προ πολλού καταργηθεί και έχουν ενταχθεί ως «Τομείς» στο ΕΤΑΑ με το ν. 3655/2008 (γνωστό ως «ασφαλιστικό νόμο Πετραλιά»). Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα δήθεν οικεία «Ταμεία Υγείας Δικηγόρων» δεν είναι πλέον ούτε «Τομείς του ΕΤΑΑ», αφού με το άρθρο 13 παρ.17 του ν. 4052/2012 εντάχθηκαν οριστικά στον ΕΟΠΥΥ (είχε μεσολαβήσει η βραχύβια ανασταλτική της ένταξης διάταξη του άρθρου 44 παρ.14 του ν. 4075/2012, η οποία καταργήθηκε με το `Αρθρο Πρώτο, Παρ.ΙΒ. ΙΒ.1. 1β του ν. 4093/2012). `Αρα, ο συγκεκριμένος πόρος ενισχύει πλέον τον ΕΟΠΥΥ.

3. Συνυπολογίζοντας, τέλος, το χαρτόσημο 2,4% επί του 8 ο/οο του δικαστικού ενσήμου (ανέρχεται σε 0,192 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης) και την εισφορά 20% υπέρ ΤΑΧΔΙΚ και πάλι επί του 8 ο/οο του δικαστικού ενσήμου (ανέρχεται σε 1,6 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης), αθροιστικά η τελική επιβάρυνση επί του κεφαλαίου της απαίτησης μετά και τη νέα τροποποίηση ανέρχεται σε 25,792 ο/οο (ή 2,5792%)!.

Διατηρώ μια μικρή ελπίδα ότι η νέα ΠΝΠ περιέχει απλώς ένα αριθμητικό τυπογραφικό λάθος και ότι ο δαίμων του Εθνικού Τυπογραφείου μετέτρεψε το «0,8 ο/οο» σε «8 ο/οο». Πάντως, από χθεσινή μου ιδιωτική επικοινωνία με τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης συνάδελφο Νικόλα Κανελλόπουλο και συνεργάτη του διαπίστωσα ότι στο Υπουργείο επικρατεί μέγιστη και εγκληματική ασχετοσύνη μαζί με αμετροέπεια και αδυναμία αντίληψης των συνεπειών της προχειρότητας (άραγε τι χειρότερο θα συνέβαινε αν οι κύριοι Ρουπακιώτης, Καραγκούνης και Κανελλόπουλος δεν ήταν μάχιμοι συνάδελφοι;).

Αναρωτιέμαι, μαζί με πολλούς άλλους, αν πράγματι υπήρχε πολιτική βούληση για μια τέτοια αστρονομική επιβάρυνση. Αν ναι, πότε πρόεκυψε η βούληση αυτή και ποιος είναι ο υπερεπείγων λόγος για νομοθέτηση με τροπολογία εντός άσχετης πράξης νομοθετικού περιεχομένου; Κλείνω με τη μαύρη σκέψη των συνεπειών που θα υποστούν οι χιλιάδες οφειλέτες, που έχουν απέναντί τους δανειστές που δεν τσιγκουνεύονται τέτοιες επιβαρύνσεις, αλλά και τους κατεστραμμένους από φέσια, που χάνουν και την τελευταία ελπίδα να διαβούν έστω την πόρτα των ελληνικών δικαστηρίων.

Ι. Ο ν. 4093/2012 («`Εγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», ΦΕΚ 222Α`/12.11.2012) τροποποίησε τις διατάξεις για το ύψος του δικαστικού ενσήμου, το ύψος των προσαυξήσεών του και την κατανομή τους ως κοινωνικού πόρου σε διάφορα ταμεία, με την εξής διατύπωση «Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 (Α`3) αντικαθίσταται ως εξής: “1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 %ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του οικείου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (0,8 %ο) του δικαστικού ενσήμου. Από την ισχύ της παρούσας διάταξης, παύει να ισχύει κάθε άλλη που αφορά καθορισμό του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εκτός της παραγράφου 1Α περίπτωση η` του άρθρου 10 του ν.δ. 1017/1971”»(`Αρθρο Πρώτο, Παράγραφος ΙΓ, ΙΓ.1, 6).

ΙΙ. Η νέα διάταξη επιφέρει τις ακόλουθες αλλαγές:

1. Το δικαστικό ένσημο διπλασιάζεται από 4 ο/οο σε 8 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης.

2. Ο κοινωνικός πόρος υπέρ του Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ, πρώην Ταμείο Νομικών) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) προσδιορίζεται σε 0,8 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης (ή αλλιώς σε 10% επί του δικαστικού ενσήμου). Ο πόρος αυτός ενισχύει τις συνταξιοδοτικές παροχές του ΤΑΝ.

3. Καθιερώνεται ρητά κοινωνικός πόρος υπέρ του «οικείου» Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων ύψους 0,8 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης (ή αλλιώς σε 10% επί του δικαστικού ενσήμου). Μόνο που εδώ και καιρό δεν υπάρχουν «Ταμεία Προνοίας Δικηγόρων», αφού τα τρία που υπήρχαν (Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης) καταργήθηκαν με το ν. 3655/2008 (γνωστό ως «ασφαλιστικός νόμος Πετραλιά») και εντάχθηκαν ως «Τομείς Προνοίας Δικηγόρων» στο ΕΤΑΑ. Και πάλι όμως, επειδή έχουν καταργηθεί και οι Τομείς Πρόνοιας Πειραιώς και Θεσσαλονίκης (μετατράπηκαν στα ιδιωτικού δικαίου σωματεία «Τ.Α.Π.Δ.» και «Τ.Α.ΔΙ.Θ.» αντίστοιχα), ο πόρος αυτός εισπράττεται μόνο όταν το δικαστικό ένσημο καταβάλλεται από Δικηγόρο Αθηνών και αποδίδεται στον «Τομέα Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών» του ΕΤΑΑ. Ο πόρος αυτός ενισχύει κυρίως την παροχή εφάπαξ των Δικηγόρων Αθηνών.

4. Επί του δικαστικού ενσήμου (δηλαδή του 8 ο/οο του κεφαλαίου) καταβάλλεται χαρτόσημο ύψους 2,4% (η επιβάρυνση αυτή ανέρχεται σε 0,192 ο/οο επί του κεφαλαίου). Σε αυτό το 2,4% του χαρτοσήμου εμπεριέχεται η κλασική επιβάρυνση του 20% υπέρ ΟΓΑ.

5. Παραμένει η επιβάρυνση 20% επί του δικαστικού ενσήμου (δηλαδή του 8 ο/οο του κεφαλαίου) υπέρ ΤΑΧΔΙΚ (η επιβάρυνση αυτή ανέρχεται πλέον σε 1,6 ο/οο επί του κεφαλαίου) του νδ 1017/1971.

Αθροιστικά, επομένως, η επιβάρυνση επί του κεφαλαίου της απαίτησης ανέρχεται σε 11,392 ο/οο (ή 1,1392%) για τους δικηγόρους Αθηνών και σε 10,592 ο/οο (1,0592%) για τους λοιπούς δικηγόρους.

ΙΙΙ. Πρακτικά, από τα παραπάνω ποσά το δικαστικό ένσημο και το ΤΑΧΔΙΚ καταβάλλονται στο Δημόσιο Ταμείο οποιασδήποτε ΔΟΥ, ενώ τα ποσά υπέρ ΤΑΝ στην Εθνική Τράπεζα. Σήμερα (20.11.2012) στη Θεσσαλονίκη το Δημόσιο Ταμείο που βρίσκεται στο Δικαστικό Μέγαρο δεν εισέπραττε (κατά τη γνώμη μου λανθασμένα) το ποσό του χαρτοσήμου παραπέμποντας στην Εθνική Τράπεζα. Από τη μεριά του, το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στο Δικαστικό Μέγαρο επέμενε να εισπράττει και ποσοστό υπέρ Ταμείου Προνοίας αρνούμενο να καταλάβει ότι στη Θεσσαλονίκη αυτό έχει καταργηθεί (δυστυχώς η ιστοσελίδα του ΕΤΑΑ δεν βοηθά, διότι στην παρουσίαση των τομέων του εμφανίζει υφιστάμενο τον «Τομέα Πρόνοιας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης») και δεν εισέπραττε χαρτόσημο.

Τέλος, πρόβλημα υπάρχει με τα γνωστά αγωγόσημα (για απαιτήσεις μέχρι 15.000 ευρώ), διότι δεν εμπεριέχουν ποσό χαρτοσήμου και στην πίσω όψη τους επικολλούνται ένσημα του ΤΑΝ που αντιστοιχούν στο 20% της αξίας τους, πράγμα μη νόμιμο όταν το ένσημο καταβάλλεται από δικηγόρο εκτός Αθηνών.

Με το άρθρο 30 παρ.1 και 2 του νόμου 3904/2010 (ΦΕΚ Α` 218) για τον «εξορθολογισμό της ποινικής δικαιοσύνης» επεκτείνεται κι άλλο η μερική αποποινικοποίηση των πράξεων της μη καταβολής και της παρακράτησης ασφαλιστικών εισφορών. Είχαν προηγηθεί, αρχικά, το άρθρο 33 του νόμου 3346/2005, που καθιέρωσε ως όριο του μη αξιόποινου την οφειλή έως 2.000ευρώ, και, στη συνέχεια,  το άρθρο 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 16.9.2009 (κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του νόμου 3814/2010) που αύξησε το όριο στο ποσό των 5.000 ευρώ.

Η διατύπωση της νέας διάταξης είναι η εξής: «1. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967  απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. 2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967  απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζόμενων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ».

Από τη διατύπωση αυτή συνάγεται ότι ο ποινικός νομοθέτης αντιμετωπίζει πλέον με διαφοροποιημένο τρόπο τα αδικήματα που ανακύπτουν εξαιτίας οφειλών προς το ΙΚΑ, αφού εισάγει άλλο όριο του μη αξιόποινου για τη μη καταβολή των εργοδοτικών εισφορών (20.000 ευρώ) και άλλο -αυστηρότερο- όριο για την «υπεξαίρεση» από τον εργοδότη των εργατικών εισφορών (10.000 ευρώ). Η διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των δύο αδικημάτων αποτελεί σημαντική αλλαγή σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 33 του νόμου 3346/2005 και 4 της ΠΝΠ της 16.9.2009 (η τελευταία είχε ως εξής: «Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Φ.Ε.Κ. Α’ 136) απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ»), από τις οποίες συναγόταν γραμματικά ότι θεσπίζεται συνολικό όριο του μη αξιόποινου που αφορά στα δύο αδικήματα από κοινού. Επισημαίνεται ότι με τη νέα της διατύπωση η νομοθεσία εναρμονίζεται με την κρατούσα νομολογία (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 957/2006), η οποία, παρά το γράμμα των προηγούμενων διατάξεων, είχε καταλήξει ότι το ποσοτικό όριο αναφέρεται ξεχωριστά στο σύνολο της εργατικής και στο σύνολο της εργοδοτικής εισφοράς. Στην πράξη, άρα, η νομολογία ήδη αντιμετώπιζε ως δύο διαφορετικά «σύνολα» τα ποσά που αναγράφονται στο κατηγορητήριο αφενός για τις εργατικές και αφετέρου για τις εργοδοτικές εισφορές.

Παρά τη νέα τους διατύπωση και τη σημαντική αποποινικοποίηση που επιτυγχάνουν, οι διατάξεις δογματικά παραμένουν προβληματικές και άδικες όσο το όριο του μη αξιόποινου δεν συνδυάζεται και με τη νομοθετική πρόβλεψη ορισμένου συνολικού χρονικού διαστήματος, εντός του όποιου διαπράττονται οι συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις και παραλείψεις. `Ετσι, συνεχίζει το αξιόποινο να εξαρτάται από τυχαία γεγονότα. Αν, για παράδειγμα, υπάρχουν περισσότερες ΠΕΕ για διάφορα χρονικά διαστήματα και περιληφθούν όλες σε μία μήνυση του ΙΚΑ, μπορεί τα όρια να ξεπεραστούν, ενώ αν το ΙΚΑ υποβάλει ξεχωριστές μηνύσεις για κάθε ΠΕΕ μπορεί τα όρια να μην υπερβαίνονται. Επίσης, είναι πιθανό σε μία μικρή επιχείρηση με λίγους εργαζόμενους να γίνει έλεγχος του ΙΚΑ για διάστημα δύο ή και τριών ετών και να προκύψουν συνολικές οφειλές που υπερβαίνουν τα όρια, ενώ, αντίστροφα, σε μία μεγάλη επιχείρηση με πολλούς εργαζόμενους μπορεί να γίνονται τακτικοί έλεγχοι, που να αφορούν σε μικρά χρονικά διαστήματα, για κάθε ένα από τα οποία δεν παρουσιάζεται υπέρβαση των ορίων.

Οι πρακτικές (ευνοϊκές) συνέπειες της νέας διάταξης είναι σημαντικές:

1. Ως ευμενέστερη θα εφαρμοστεί σε κάθε εκκρεμή δίκη οποιουδήποτε βαθμού. `Αρα, όπου υπάρχει προθεσμία, πρέπει να ασκηθούν τα ένδικα μέσα της έφεσης ή της αναίρεσης για να ανατραπούν καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούν σε ποσά μικρότερα των νέων ορίων των 20.000 και 10.000 ευρώ.

2. Σε περίπτωση αμετάκλητων καταδικαστικών αποφάσεων για ποσά μικρότερα των νέων ορίων ο εισαγγελέας μετά από αίτηση του καταδικασθέντος εκδίδει διάταξη για τη μη εκτέλεση της ποινής. Η διάταξη αυτή, βέβαια, δεν αίρει τις υπόλοιπες συνέπειες της ποινής.

3. Στην πράξη αποποινικοποιείται το σύνολο των υποθέσεων που αφορούν σε εισφορές προς τον ΟΑΕΕ (πρώην ΤΕΒΕ, ΤΣΑ και ΤΑΕ), καθώς το ταμείο αυτό συνήθως περιλαμβάνει στις μηνύσεις του το ετήσιο ποσό της εισφοράς, το οποίο δύσκολα υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ.

1036904_bΜε το άρθρο 4 της πρόσφατης Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρύθμιση θεμάτων Φ.Π.Α., επισφαλών απαιτήσεων, ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, αναπροσαρμογή ποσού οφειλών προς ασφαλιστικά ταμεία και αναστολή πλειστηριασμών από πιστωτικά ιδρύματα» της 16.9.2009 (ΦΕΚ Α` 181) αυξήθηκε στο ποσό των 5.000 ευρώ το όριο του μη αξιόποινου για τα αδικήματα της μη καταβολής και της παρακράτησης ασφαλιστικών εισφορών. Το προηγούμενο όριο ανερχόταν στο ποσό των 2.000 ευρώ και είχε θεσπιστεί με το άρθρο 33 του νόμου 3346/2005. Η διατύπωση της νέας διάταξης είναι η εξής: «Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Φ.Ε.Κ. Α’ 136) απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ».

Από τη διατύπωση αυτή, η οποία είναι πανομοιότυπη με αυτή του άρθρου 33 του νόμου 3346/2005, η κρατούσα νομολογία (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 957/2006) συνάγει, για την πιο διαδεδομένη περίπτωση της οφειλής προς το ΙΚΑ, ότι το ποσοτικό όριο αναφέρεται ξεχωριστά στο σύνολο της εργατικής και στο σύνολο της εργοδοτικής εισφοράς. Στην πράξη, λοιπόν, η νομολογία αντιμετωπίζει ως δύο διαφορετικά «σύνολα» τα ποσά που αναγράφονται στο κατηγορητήριο αφενός για τις εργατικές και αφετέρου για τις εργοδοτικές εισφορές. Αν ένα από τα δύο σύνολα είναι μικρότερο του ορίου ο κατηγορούμενος αθωώνεται γι` αυτό.

Η παραπάνω ερμηνευτική εκδοχή είναι προβληματική και άδικη, γιατί, τελικά, εξαρτά το αξιόποινο από τυχαία γεγονότα. Αν, για παράδειγμα, υπάρχουν περισσότερες ΠΕΕ και περιληφθούν όλες σε μία μήνυση του ΙΚΑ, μπορεί το όριο να ξεπεραστεί, ενώ αν το ΙΚΑ υποβάλει ξεχωριστές μηνύσεις για κάθε ΠΕΕ μπορεί το όριο να μην υπερβαίνεται. Επίσης, είναι πιθανό σε μία μικρή επιχείρηση με έναν εργαζόμενο να γίνει έλεγχος του ΙΚΑ για διάστημα δύο ή και τριών ετών και να προκύψουν συνολικές οφειλές που υπερβαίνουν το όριο, ενώ, αντίστροφα, σε μία μεγάλη επιχείρηση με πολλούς εργαζόμενους μπορεί να γίνονται τακτικοί έλεγχοι, που να αφορούν σε μικρά χρονικά διαστήματα, για κάθε ένα από τα οποία δεν παρουσιάζεται υπέρβαση του ορίου.

Η νέα διάταξη, πάντως, έχει σημαντικές ευνοϊκές πρακτικές συνέπειες. Συγκεκριμένα:

1. Ως ευμενέστερη θα εφαρμοστεί σε κάθε εκκρεμή δίκη οποιουδήποτε βαθμού. `Αρα, όπου υπάρχει προθεσμία, πρέπει να ασκηθούν τα ένδικα μέσα της έφεσης ή της αναίρεσης για να ανατραπούν καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούν σε ποσά μικρότερα των 5.000 ευρώ.

2. Σε περίπτωση αμετάκλητων καταδικαστικών αποφάσεων για ποσά μικρότερα των 5.000 ευρώ ο εισαγγελέας μετά από αίτηση του καταδικασθέντος εκδίδει διάταξη για τη μη εκτέλεση της ποινής. Η διάταξη αυτή, βέβαια, δεν αίρει τις υπόλοιπες συνέπειες της ποινής.

3. Στην πράξη αποποινικοποιείται σχεδόν το σύνολο των υποθέσεων που αφορούν σε εισφορές προς τον ΟΑΕΕ (πρώην ΤΕΒΕ, ΤΣΑ και ΤΑΕ), καθώς το ταμείο αυτό συνήθως περιλαμβάνει στις μηνύσεις του το ετήσιο ποσό της εισφοράς, το οποίο πολύ σπάνια υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ.

 Ακολουθεί η μελέτη των Γιάννη Κωνσταντίνου και Σωτήρη Μπαλτά «Τα αδικήματα της μη καταβολής και της παρακράτησης ασφαλιστικών εισφορών», η οποία είναι δημοσιευμένη στον Αρμενόπουλο του 2006 (σελ. 1369). Σ` αυτή προτείνεται ως ερμηνευτική εκδοχή για την έννοια του «συνόλου» η κατά μήνα πρόσθεση των οφειλόμενων εργατικών και εργοδοτικών εισφορών. Μπορείτε να τη διαβάσετε ολόκληρη πατώντας το κουμπί «περισσότερα». (περισσότερα…)

assets_LARGE_t_420_137928_type11495Πέρυσι ο πρωθυπουργός «μεταρρύθμισε» το ασφαλιστικό σύστημα ενοποιώντας δεκάδες ταμεία. Πλείστα όσα ενσωματώθηκαν στο ΙΚΑ. Φέτος ως φαεινή μεταρρυθμιστική ιδέα εμφανίζει τη διάσπαση του ΙΚΑ σε δύο κλάδους, ένα για την υγεία και ένα συνταξιοδοτικό. Σε δουλειά να βρισκόμαστε; Όχι ακριβώς.

Η ημιεπίσημη αιτιολογία της εξαγγελίας είναι η πρόθεση της κυβέρνησης να αξιοποιήσει τις νοσηλευτικές δομές του ΙΚΑ στο πλαίσιο του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Γι` αυτό, άλλωστε, ακούστηκαν και πάλι οι γνωστές μεγαλοστομίες για τη δημιουργία Κέντρων Υγείας αστικού τύπου. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, δεν πρόκειται για μια απλή οργανωτική κίνηση, αλλά για την αναγκαστική εισφορά ενός περιουσιακού στοιχείου του μεγαλύτερου ασφαλιστικού φορέα προς το κράτος. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι η εξαγγελία δεν συνοδεύεται από καμία δέσμευση για τον αναλογιστικό υπολογισμό της εισφοράς αυτής. Απουσιάζει, άρα, κάθε πρόθεση αναπλήρωσης της περιουσίας που αφαιρείται από τον ασφαλιστικό φορέα.

Η οπισθοδρόμηση είναι προφανής και το έγκλημα επαναλαμβανόμενο. Μετά το σκάνδαλο των ομολόγων, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την προσήλωσή της στις πατροπαράδοτες πρακτικές της: ο ασφαλιστικός πλούτος, που αποταμιεύει η εργασία, οφείλει να αποτελεί τη μόνιμη πηγή χρηματοδότησης του ελληνικού κράτους και εξυπηρέτησης των πελατειακών του εξαρτήσεων.