Κώδικας Δικηγόρων


12705727_10203971545408250_4354805453582318268_n

 

Από των πρόλογο των επιμελητών:

«Η οικονομική κρίση και οι επεμβάσεις του νομοθέτη, αφενός, προς την κατεύθυνση της άρσης των -τοπικών ιδίως- περιορισμών στην αγορά των νομικών υπηρεσιών, αφετέρου με την αύξηση των ποικίλων δικαστικών δαπανημάτων, μετέβαλαν τις συνθήκες της δικηγορίας. Η απασχόληση του δικηγόρου σε αγοραπωλησίες ακινήτων μειώθηκε ουσιωδώς, τόσο λόγω της κατάργησης της υποχρεωτικής δικηγορικής παράστασης στα συμβόλαια όσο και εξαιτίας της ραγδαίας συρρίκνωσης της κτηματαγοράς. Μείωση ύλης παρατηρείται στην κλασική δικαστηριακή δικηγορία, αλλά και στην υποστήριξη εντολέων από τον επιχειρηματικό κλάδο. Η μείωση δεν αντισταθμίστηκε από την ενίσχυση της ύλης εξαιτίας ποικίλων μέτρων που λήφθηκαν την περίοδο της κρίσης στον τομέα της δημόσιας διοίκησης, των κοινωνικών ασφαλίσεων και της φορολογίας ή από τη δημιουργία νέας ύλης, όπως λ.χ. από την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και την επέκταση της κτηματογράφησης. Η κατάργηση των τοπικών περιορισμών ως προς το δικαίωμα δικαστικής παράστασης, παρά τις ισχυρές έως στρεψόδικες αντιστάσεις, ενοποιεί σε σημαντικό βαθμό την αγορά νομικών υπηρεσιών, εκθέτοντας πάντως την περιφέρεια σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό δικηγόρων από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα, στην παροχή νομικών υπηρεσιών (ακόμη και υπό αντιμισθία) επιβλήθηκε για πρώτη φορά Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, στην υψηλότερη μάλιστα κλίμακα του 23%, αυξάνοντας το κόστος της για τον μη επιτηδευματία εντολέα. Ο νέος Κώδικας Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208/27-9-2013) είναι αποτέλεσμα πολυετούς κυοφορίας μετά από αλλεπάλληλες, ενίοτε αντιφατικές, εξαγγελίες. Προσπάθησε σε ορισμένο βαθμό να ρυθμίσει τις παραπάνω αλλαγές αντικαθιστώντας ένα νομοθέτημα που αντιμετώπιζε το δικηγορικό λειτούργημα, αρχικά ως κλειστό και «αριστοκρατικό», με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, αλλά που, στη συνέχεια, μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις, απώλεσε την εσωτερική του συνοχή, αντιμετωπίζοντας αποσπασματικά το ποσοτικό άνοιγμα του επαγγέλματος.»

olomeleia_logo1Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη συμμετοχή μας στη διαβούλευση για το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων. Η πρότασή μας είναι απλή: Να καταργηθεί ως δευτεροβάθμιο όργανο η Ολομέλεια των Προέδρων και να θεσπιστεί ενιαία εκλογική διαδικασία σε πανελλαδικό επίπεδο. http://www.opengov.gr/ministryofjustice/?p=4147
Ντόρα Τσικαρδάνη, Δικηγόρος Κοζάνης, μέλος ΔΣ ΔΣΚοζ
Γιάννης Κωνσταντίνου, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, μέλος ΔΣ ΔΣΘ 1999-2010

«Συντάσσοντας το νέο Κώδικα Δικηγόρων, δηλαδή νομοθετώντας για τη δικηγορία, νομοθετούμε και για τη δικαιοσύνη. Η όποια νομοθετική μεταβολή στο ρυθμιστικό πλαίσιο της πρώτης, οφείλει να υπηρετεί τη σημερινή και μελλοντική λειτουργία της δεύτερης. Και οι δυο μαζί οφείλουν να αντιληφθούν και να εκπληρώσουν την εντολή της κοινωνίας, δηλαδή του αποδέκτη των υπηρεσιών τους.
Με άλλη διατύπωση, μεταρρύθμιση του Κώδικα περί Δικηγόρων δεν νοείται χωρίς η δικηγορία να προσδιορίσει τον εαυτό της στο πλαίσιο της δικαιοσύνης του 21ου αιώνα: ενιαία, αξιόπιστη κι αποτελεσματική δικαιοδοτική λειτουργία, με σύγχρονα μέσα στη διάθεσή της και, προπαντός, με την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων εν όψει, σημαίνει σύγχρονες, δικτυακά ενοποιημένες και συνεχώς αξιολογούμενες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές.
Η λειτουργία αυτή, μαζί με την ήδη προπορευόμενη πραγματικότητα της οικονομίας, επικαθορίζει και εκείνη της δικηγορίας: Δικηγορία σε εθνικό επίπεδο, με δικηγόρους κινούμενους και συνεργαζόμενους άνετα, απρόσκοπτα και γρήγορα ανά τη δικαστική επικράτεια, εκπροσωπώντας εντολείς, που ήδη κινούνται πιο άνετα και πιο γρήγορα, αναπτύσσοντας τις δραστηριότητές τους με τον τρόπο που εκείνοι επιλέγουν. Η πραγματικότητα των σύγχρονων μέσων συγκοινωνίας, το εθνικό οδικό δίκτυο και, βέβαια, τα ηλεκτρονικά μέσα (που, σαφώς αργά, τίθενται σιγά σιγά στην υπηρεσία της δικαιοσύνης), διαμορφώνουν το σύγχρονο πλαίσιο «κίνησης» της δικηγορίας, ώστε να είναι αυτή σε θέση να ανταποκρίνεται στα αιτήματα της σύγχρονης δικαιοσύνης.
Χωρίς περιστροφές, το πρωταρχικό ζητούμενο για τη σύγχρονη ελληνική δικηγορία είναι ένα: Η εγγυημένη διασφάλιση θεσμικού περιβάλλοντος, που επιτρέπει στο δικηγόρο την επαγγελματική του ανάπτυξη χωρίς περιττούς περιορισμούς, με όρους ισότητας στον ανταγωνισμό και, βέβαια, με τήρηση της αυστηρής δεοντολογίας που διασφαλίζει τη «λειτουργηματική» διάσταση του επαγγέλματος.
Τις εγγυήσεις ισότητας και μέσων ανά την επικράτεια (από τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και το δεοντολογικό έλεγχο, μέχρι την ενιαιοποίηση των εξόδων) οφείλει να τις παρέχει στο δικηγόρο ο θεσμικά οργανωμένος εαυτός του.
Είναι προφανές, ότι η σημερινή διάρθρωση των δικηγορικών συλλόγων, με δευτεροβάθμια εκπροσώπησή τους τη μεσαιωνικής εμπνεύσεως «Ολομέλεια των Προέδρων», η οποία διατηρείται ως έχει, δεν μπορεί να υπηρετήσει τους στόχους που περιγράψαμε. Αντίθετα, ενισχύει τον κατακερματισμό, τον απομονωτισμό και την ανισότητα των συναδέλφων, εις βάρος των ιδίων, των εντολέων τους, αλλά και της ίδιας της δικαιοσύνης. Ενώ αναγορεύει σε εκφραστή του σώματος σε εθνικό επίπεδο τον Πρόεδρο της Ολομέλειας, στην πραγματικότητα στερεί τη δικηγορία από μία δημοκρατικά νομιμοποιημένη, δυναμική κι αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση.
Η πρότασή μας στη διαβούλευση για το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων είναι απλή: ενιαία, εθνική διάρθρωση της εκπροσώπησης των δικηγόρων
 Με μικρότερο κύτταρο οργάνωσης την εφετειακή περιφέρεια και, αμέσως μετά την εθνική.
 Με διοικήσεις σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, αναδεικνυόμενες ενιαία, με εκλογές, στις οποίες θα συμμετέχουν εθνικές παρατάξεις, με ενιαία προγράμματα και, προφανώς, με απλή αναλογική.
 Με την ανάδειξη με άμεσες εκλογές, ενός ευρέος σώματος «διαρκούς συνεδρίου». Το δικηγορικό ανάλογο των επιμελητηρίων.
 Προφανώς, με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως και αυστηρό Κώδικα Δεοντολογίας.
Ρυθμίζοντας το θεσμικό πλαίσιο της σύγχρονης δικηγορίας, οφείλουμε να προβλέπουμε, να διευκολύνουμε και, κυρίως, να μη φοβόμαστε τη δυναμική του σώματος. Είναι λάθος να ξανακτίσουμε, και μάλιστα με τα παλαιότερα των υλικών, τα τείχη που μόλις μισογκρεμίσαμε…»

Αναδημοσιεύω το κείμενο της συναδέφου Ντόρας Τσικαρδάνη, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης. Αν και περιττό, δηλώνω την πλήρη ταύτιση απόψεων και διαθέσεων..

Νέα Δικηγορία, Τώρα !

Μετά το (συνεχιζόμενο ακόμη) φιάσκο των κινητοποιήσεων του δικηγορικού σώματος (ξανα)τίθεται πλέον με κραυγαλέο τρόπο το θέμα της εκπροσώπησής του. Η συγκυρία της τροποποίησης του Κώδικα περί Δικηγόρων το καθιστά ακόμη πιο επίκαιρο, ενώ η πραγματικότητα της ελληνικής δικηγορίας, ακόμη πιο επείγον.  Η Ολομέλεια των Προέδρων, ως δευτεροβάθμιο όργανο, απέδειξε για πολλοστή συνεχιζόμενη φορά την ανεπάρκειά της να εκφράσει και να ηγηθεί του σώματος. Ο αντιμνημονιακός αγώνας δεν στάθηκε ικανός να συγκολλήσει τα διάφορα μέρη της, παρά μόνον συγκυριακά. Έτσι, πολύ γρήγορα, από την «ενότητα» στην έκφραση και τις κινητοποιήσεις, περιήλθε σε καθεστώς διάλυσης και ανυποληψίας, διαψεύδοντας εν τέλει, τον ίδιο της τον εαυτό.

Η Ολομέλεια λοιπόν, διέψευσε τον εαυτό της, πολύ απλά, γιατί ΔΕΝ διαθέτει εαυτό.Από συστάσεώς της αποτελούσε και αποτελεί τυχαίο άθροισμα των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων. Δικηγορικών Συλλόγων, διαφόρων μεγεθών και χαρακτηριστικών, με κύριο χαρακτηριστικό τους την αυτόνομη, προσδεδεμένη σε ένα Πρωτοδικείο λειτουργία, στα όρια του απομονωτισμού. Η λειτουργία αυτή…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 829 επιπλέον λέξεις

Κοινοτικός τίτλος σπουδών νομικής ως προϋπόθεση διορισμού δικηγόρου (με αφορμή την ολΣτΕ 2771/2011)

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ, τ.88 Νοε-Δεκ 2011 

1. Η ολΣτΕ 2771/2011 αποτελεί έναν ακόμη ενδιάμεσο σταθμό στην υπερδεκαεξαετή εξώδικη και δικαστική διαδρομή ενός πτυχιούχου νομικής γαλλικού πανεπιστημίου με τελικό προορισμό την εγγραφή του στο μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στην παρούσα στάση κρίθηκε ότι συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας η σιωπηρή άρνηση του ΔΣΑ να χορηγήσει (το 2004!) στον (από το 1995!) ασκούμενό του το «πιστοποιητικό ασκήσεως», που προβλέπεται στο άρθρο 12 παρ.3 ΚωδΔ και προσκομίζεται από τον υποψήφιο δικηγόρο στο Γραμματέα της Εξεταστικής Επιτροπής.

Επόμενη στάση είναι η έκδοση του πιστοποιητικού από τον ΔΣΑ. Σ` αυτό, κατά τη σχολιαζόμενη απόφαση, πρέπει να αιτιολογηθεί αν αντιστοιχούν προς τα προσόντα του πτυχίου του ελληνικού νομικού τμήματος ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου, οι γνώσεις και τα προσόντα που προκύπτουν από το συγκεκριμένο, μη αναγνωρισμένο από ΔΙΚΑΤΣΑ ή ΔΟΑΤΑΠ, πτυχίο νομικής γαλλικού πανεπιστημίου, όπως συμπληρώνονται με άλλες σχετικές γνώσεις και εμπειρία που έχει τυχόν αποκτήσει ο συγκεκριμένος ασκούμενος.

Ανάλογα τώρα με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αυτού είναι ενδεχόμενο να ανοίξει νέα ακυρωτική δίκη με αντικείμενο τη νομιμότητα της αιτιολογίας του. Χωρίς υπερβολή, είναι πιθανό στο πρόσωπο του συγκεκριμένου ασκούμενου να συμπέσει χρονικά ο διορισμός του ως δικηγόρου με την ωρίμανση των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, αν βέβαια είχε την πρόνοια να ασφαλιστεί το 1995 στο Ταμείο Νομικών.

2. Το παραπάνω δια ταύτα είναι το αποτέλεσμα σειράς πολύ εύστοχων παραδοχών, που συνιστούν μία σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία κρίσιμων διατάξεων του ΚωδΔ, αλλά και έναν διακριτικό έλεγχο, πάντα υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, της διοικητικής πρακτικής που ορίζεται, αφενός, από τις εξαιρετικά αργές διαδικασίες αναγνώρισης αλλοδαπών τίτλων και, αφετέρου, από την αμηχανία των δικηγορικών συλλόγων στην αντιμετώπιση του μαζικού αιτήματος εγγραφής στα βιβλία ασκουμένων πτυχιούχων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Ας μην λησμονούμε ότι πολλά από αυτά προσφέρουν είτε πτυχία τριετούς φοίτησης είτε χρόνο φοίτησης στην Ελλάδα.

3. Η απόφαση δέχεται καταρχήν ότι από το άρθρο 10 παρ.1 ΚωδΔ, που δίνει στον ασκούμενο δικηγόρο το δικαίωμα «αυτόνομης» παράστασης σε συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες, συνάγεται ότι η άσκηση συνιστά επαγγελματική δραστηριότητα. Μάλιστα, προς επαλήθευση της θέσης αυτής γίνεται επίκληση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ για τον καθορισμό και την αναπροσαρμογή των αμοιβών των ασκούμενων δικηγόρων από τον δικηγόρο στον οποίον ασκούνται. Η δραστηριότητα αυτή, όμως, δεν είναι ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου και, άρα, δεν διέπεται από τις οδηγίες (δηλαδή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο) που ρυθμίζουν τη δικηγορική κινητικότητα εντός της Ευρωπαϊκής `Ενωσης. Επομένως, η προστασία της κινητικότητάς της θα αναζητηθεί στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή στην ελευθερία κυκλοφορίας και το δικαίωμα εγκατάστασης που κατοχυρώνονται στην Συνθήκη για την `Ιδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για μισθωτούς ή μη εργαζόμενους.

Ακριβώς από τα παραπάνω δικαιώματα προκύπτει ως βασική υποχρέωση των εθνικών αρχών των κρατών μελών της ΕΕ (εν προκειμένω του ΔΣΑ) να λαμβάνουν υπόψη τους τίτλους σπουδών που χορηγήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος (εν προκειμένω το γαλλικό πτυχίο νομικής), όταν εξετάζουν αίτημα ακόμη και δικού τους υπηκόου για άσκηση μίας επαγγελματικής δραστηριότητας (εν προκειμένω του ασκούμενου δικηγόρου).

4. Καινοτομία της σχολιαζόμενης απόφασης (κρίσιμη όπως θα φανεί σε επόμενο στάδιο) συνιστά η παραδοχή ότι, κατά την παραπάνω διαδικασία, η εξέταση του αιτήματος δεν περιορίζεται στον τυπικό έλεγχο της ύπαρξης ή μη ακαδημαϊκής αναγνώρισης από τον οικείο φορέα (ΔΙΚΑΤΣΑ/ΔΟΑΤΑΠ) ή από συμπληρωματικές σπουδές σε ημεδαπό ΑΕΙ. Αντίθετα, πρέπει να πραγματοποιείται για τον κάθε αιτούντα συγκεκριμένος έλεγχος για την αντιστοιχία των προσόντων που πιστοποιούνται με τον κοινοτικό τίτλο σε σχέση με τα προσόντα που πιστοποιεί ο ημεδαπός τίτλος. Αν ο κοινοτικός τίτλος υπολείπεται, τότε ο αιτών δικαιούται να αποδείξει ότι διαθέτει τα υπολειπόμενα προσόντα με άλλον τρόπο, όπως για παράδειγμα με πρακτική άσκηση, επαγγελματική πείρα κλπ.

5. Η απόφαση επισημαίνει ότι κατά τη διαδικασία χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως η νομιμότητα των λοιπών προϋποθέσεων της εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων. `Αρα, δεν είναι νόμιμη η άρνηση χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης με αιτιολογία την εκ των υστέρων κρίση για την (αν)επάρκεια του κοινοτικού τίτλου που προσκομίστηκε κατά την εγγραφή στο βιβλίο ασκουμένων. Στο σημείο αυτό αποδεικνύεται (κατ` αποτέλεσμα) σύμφωνη με το πνεύμα της κοινοτικής νομοθεσίας η πρακτική των δικηγορικών συλλόγων να δέχονται την εγγραφή ασκουμένων που διαθέτουν αλλοδαπούς τίτλους σπουδών χωρίς προσκόμιση βεβαίωσης ισοτιμίας με την (κατ` αποτέλεσμα) λανθασμένη σκέψη ότι θα απαγορεύσουν την πρόσβασή των ασκούμενων αυτών στις εξετάσεις αν δεν αποκτήσουν την ισοτιμία μέχρι τότε.

6. Σε συνέχεια των παραπάνω παραδοχών η τελική σκέψη της σχολιαζόμενης απόφασης είναι ότι η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 3 παρ.3 ΚωδΔ («δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου…») απαιτεί για τον υποψήφιο δικηγόρο, κάτοχο κοινοτικού τίτλου νομικής, που έχει ολοκληρώσει την άσκησή του, να εξετάζεται αν τα τυχόν ελλιπή προσόντα ενός τέτοιου τίτλου, σε σχέση με τον ημεδαπό τίτλο νομικής, συμπληρώνονται από τα ουσιαστικά προσόντα που αποκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαοκτάμηνης άσκησης.

7. Η κρίση αυτή πρέπει να συνδυαστεί με την απόφαση 3177/2007 επίσης της Ολομέλειας του ΣτΕ (σχολιάστηκε στο τ. 65 του Συνήγορου), η οποία εξήγησε ότι, αφού η εξεταστική διαδικασία για το διορισμό των δικηγόρων αρκεί για την τελική διάγνωση των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων, η απόλυτη απαγόρευση έναρξης άσκησης μετά την παρέλευση πενταετίας από τη λήψη του πτυχίου της νομικής (άρθρο 5 παρ.2 ΚωδΔ) παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Από το συνδυασμό αυτό, δηλαδή με ανάλογη ερμηνευτική αξιοποίηση της αρχής της αναλογικότητας και για την εξεταζόμενη περίπτωση, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι τα απαιτούμενα από την εθνική νομοθεσία ουσιαστικά προσόντα για τη συμμετοχή στην εξεταστική διαδικασία των υποψήφιων δικηγόρων, δηλαδή αυτά που πιστοποιεί η κατοχή ημεδαπού ή ισότιμου αλλοδαπού τίτλου σπουδών νομικής, ισοδυναμούν οπωσδήποτε με την κατοχή κοινοτικού τίτλου σπουδών νομικής που συμπληρώνεται με τις γνώσεις και την επαγγελματική εμπειρία της άσκησης. Μακάρι ο συλλογισμός αυτός να συντομεύσει τη διαδρομή προς την είσοδο στο δικηγορικό επάγγελμα του συναδέλφου που προκάλεσε τη σχολιαζόμενη σημαντική νομολογιακή εξέλιξη.

8. Κλείνω με την προσθήκη ότι όμοιες σκέψεις με αυτές της σχολιαζόμενης απόφασης διατυπώνονται και στην ολΣτΕ 2770/2011, η οποία ακύρωσε την άρνηση του ΔΣΑ να εγγράψει στο βιβλίο ασκουμένων κάτοχο βρετανικού πτυχίου -κατά τους ισχυρισμούς της- νομικής, η οποία είχε ήδη αποκτήσει, όμως, και την ιδιότητα της ασκούμενης δικηγόρου σε δικηγορικό σύλλογο του Ηνωμένου Βασιλείου, με μόνη (μη νόμιμη) αιτιολογία τη μη αναγνώριση του επικαλούμενου τίτλου σπουδών.

Ακολουθούν τα κείμενα των σχολιαζόμενων αποφάσεων (περισσότερα…)