λογοτεχνία


1812kaivevaiaallazei

Την Τετάρτη 27 Ιανουαρίου στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ στη Θεσσαλονίκη παρουσιάσαμε το βιβλίο της αγαπημένης Αγγέλας Καστρινάκη «Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση» (εκδ. Κίχλη). Υπό το συντονισμό του Μιχάλη Τριανταφυλλίδη και την παρουσία της συγγραφέως μίλησαν επίσης ο Γιώργος Καστούρας, ο Κώστας Κουτσομητέλης και ο Κώστας Αναγνωστόπουλος.

Παραθέτω την ημέτερη παρέμβαση:

«Με τον τρόπο της Ειρήνης

  1. Θέματα από τον Θουκυδίδη. Με ποιον είμαστε στον πόλεμο.

Ο -ας τον πούμε- Αντώνης ήταν πια βήτα λυκείου, ένα χρόνο ήδη στο Ρήγα και κοπτάτσια στο γραφείο μαθητών. Τρώγαν χρόνο αυτά κι ανησυχούσε για τις πανελλαδικές του χρόνου.  Ζήτησε από τη Μαρία, τη νεαρή καθηγήτριά του στο σχολείο, και τον Ντάνη, τον πανεπιστημιακό άντρα της, κάποιον να του κάνει λίγα αρχαία. «Θα πούμε στην Ειρήνη» είπε ο Ντάνης «είναι πολύ καλή φοιτήτρια και κάποτε μου `πε ότι θέλει να κάνει ιδιαίτερα». «Θα σου αρέσει. Είναι όμορφη κοπέλα και είστε και του ίδιου χώρου», πρόσθεσε η Μαρία. `Ετσι ήταν. Το μάθημα πήγαινε καλά, αμέσως τα βρήκαν και στα πολιτικά. Το άγνωστο που `καναν ήταν συνήθως Θουκυδίδης και λίγος Ξενοφώντας. Μια μέρα η Ειρήνη του είπε: «Όταν ήμουν στο σχολείο, διαβάζαμε με αγωνία τον πελοποννησιακό πόλεμο. Οι αριστεροί βλέπαμε την ήττα των Αθηναίων να `ρχεται, και σκεφτόμασταν με λύπη την ήττα στον εμφύλιο». «Κι εγώ με τους Αθηναίους είμαι» της απάντησε ο Αντώνης «οι Σπαρτιάτες μου μοιάζουν με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας». Τον κοίταξε λίγο υποτιμητικά, λίγο αμήχανα, ίσως και με λίγη πικρή ειρωνεία «δεν ήξερα ότι οι σημερινοί ρηγάδες μαθητές χαίρονται που νίκησαν οι άλλοι στον εμφύλιο» του πέταξε. Ο Αντώνης κατάπιε τη γλώσσα του μέχρι το δημοψήφισμα του Ιουλίου.

  1. Τυπογραφικά δοκίμια. «Πάροδος»

Τέλειωσαν το μάθημα και πήραν μαζί το λεωφορείο για το κέντρο. Πριν κατέβει στη Φλέμιγκ η Ειρήνη του `δειξε κάτι μασούρια με τυπωμένα κείμενα και σημειώσεις στην άκρη. «Τι `ναι αυτά;» τη ρώτησε. «Δεν έχεις ξαναδεί; Είναι τυπογραφικά δοκίμια. Βγάζω το τεύχος του περιοδικού και πάω στη φωτοσύνθεση τις διορθώσεις». Τη θαύμασε πιο πολύ κι από τον Γουτεμβέργιο. Του είπε για την «Πάροδο» που είχε φτάσει κιόλας στο τρίτο ή τέταρτο τεύχος. «Είναι της παράταξης;», τη ρώτησε. «Όχι ρε, αυτοί βγάζουν μια … άσε θα δεις». «Γιατί δεν έρχεσαι αύριο σπίτι που έχουμε συντακτική;». Ψήλωσε όσο ο Φασούλας. Σε λίγους μήνες του τα `μαθε όλα: τυπογραφεία, γραφιστικά, λειτουργία συντακτικής, πως γράφουμε και πως κόβουμε κείμενα. Αυτός τα `δειχνε στον αδερφό του που τέτοια γράμματα τα `παιρνε καλύτερα. Γνώσεις για μια ζωή και κυρίως για το δικό τους περιοδικό, ίδιο η «Πάροδος» της Ειρήνης.

  1. Δεξιά τάση. Τρίτο Συνέδριο

«Και γιατί ψήφισες λευκό στις θέσεις;» τη ρώτησε ο Αντώνης. «Κι άλλοι θα ψήφιζαν, αλλά δεν εκδηλώνονται ακόμη. Αυτά περί της νεολαίας που είναι τάχα εξ ορισμού προοδευτική κοινωνική δύναμη, είναι ξεπερασμένος αριστερισμός». «Δίκιο έχεις» της είπε «ήδη στα σχολεία η ΜΑΚΙ ανεβαίνει». Είπαν κι άλλα, δεν είναι της ώρας, αλλά όλοι τα ξέρετε. «Αν εκλεγώ σύνεδρος, θα πάμε μαζί στο συνέδριο;», «Εννοείται». Η συνεννόηση ήταν περίπλοκη: Ο Αντώνης θυμάται ότι πήραν το τρένο μέχρι τη Λάρισα. Εκεί μαζέψαν τον Πάρη, τον καλό της που τότε ήταν φαντάρος και τώρα είναι στα δεξιά σύννεφα του αριστερού ουρανού (ο ουρανός πάντα είναι μοιρασμένος, μας έλεγε τότε η Κρίστα Βολφ). Συνέχισαν με το κατσαριδάκι του Πάρη. Στη διαδρομή λύθηκαν και οι τελευταίες απορίες. Στο συνέδριο ο Αντώνης τόλμησε και μίλησε. Αν και η ομιλία του («θεσμοί», «μαθητικές κοινότητες», «να αλλάξουμε το σχολείο από τα μέσα») ήταν τέρμα δεξιά, όταν κατέβηκε τον πλησίασε ο γραμματέας της οργάνωσης. Κοντός, χοντρός, φαλακρός, του φαινόταν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μεγαλύτερός του -ήταν ο αρχηγός των άλλων. Μίλησαν πολύ ώρα. «Τι σου έλεγε αυτός», τον ρώτησε η Ειρήνη αυστηρά (όπως όταν έκανε λάθος στους παρελθοντικούς τύπους ή στον μέλλοντα που ήταν κιόλας συντελεσμένος). «Μου `πε ότι θέλει να με προτείνει για το Κου Σου». «Κι εσύ δέχτηκες;» «Όχι, είσαι καλά;» «Μπράβο μικρέ, δεν πήγαν χαμένες τόσες ώρες μάθημα».

Πράγματι δεν πήγαν Αγγέλα μου και σ` ευχαριστώ πολύ!»

 

Advertisements

13218001Το 2015 αφιερώθηκε στη μνήμη του Μανόλη Αναγνωστάκη με αφορμή τα δέκα χρόνια από το θάνατο του. Το αποχαιρετώ με ένα δικό μου κείμενο του 2005. Είχε δημοσιευτεί στη Μακεδονία στις 14.8.2005 με τον τίτλο «Σεμπρούν και Αναγνωστάκης».

Τον Αύγουστο, που «δεν υπάρχουν ειδήσεις», οι εφημερίδες συνηθίζουν να φιλοξενούν τις βιβλιοφιλικές προσεγγίσεις των συνεργατών τους. `Ετσι και οι σημερινές σκέψεις έχουν αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημα του Χόρχε Σεμπρούν «Είκοσι χρόνια και μια μέρα». `Αθελα, η ανάγνωσή του οδήγησε στον Μανόλη Αναγνωστάκη και τα λόγια του, που -θέλοντας και μη- θυμηθήκαμε διαβάζοντας κι ακούγοντάς τα σε λογιών λογιών επικήδειους στην αρχή του καλοκαιριού. Οι δυο τους μοιάζουν να ζουν βίους εντυπωσιακά παράλληλους: είναι συνομήλικοι (ο ΧΣ γεννήθηκε το 1923, ο ΜΑ το 1925), συμμετέχουν στην αντιφασιστική πάλη, εντάσσονται αντίστοιχα στο ισπανικό και το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα, μοιράζονται από την ίδια μεριά την εμπειρία του εμφύλιου πολέμου και του αντιδικτατορικού αγώνα και, κυρίως, διατηρούν ανεξίτηλο αμφότεροι (αν και μη Εβραίοι) το σημάδι του ολοκαυτώματος και το βίωμα μιας απροσδόκητης επιβίωσης (από τον εγκλεισμό σε ναζιστικό στρατόπεδο ο πρώτος, από τη θανατική του καταδίκη στα εμφυλιακά χρόνια ο δεύτερος). Ο Σεμπρούν, μάλιστα, συχνά υπενθυμίζει ότι η απώλεια των Εβραίων της Θεσσαλονίκης (Εβραίων και του Αναγνωστάκη) είναι μια απώλεια του ισπανικού πολιτισμού. Το 1964 ο Σεμπρούν διαγράφεται από το ισπανικό ΚΚ. Την ίδια χρονιά ο Αναγνωστάκης (επίσης διαγραμμένος), χωρίς ποτέ να αποστασιοποιείται από την αριστερά, ενθαρρύνει την άτυπη «γραμμή» εκλογικής στήριξης της `Ενωσης Κέντρου στις άγονες για την αριστερά εκλογικές περιφέρειες. 

            Ο παράλληλος βίος διαρκεί μέχρι τα εξήντα τους. Ο Αναγνωστάκης σιωπά λογοτεχνικά το 1983 εκδίδοντας ιδιωτικά σε 100 αντίτυπα το «ΥΓ» του (είναι τόσο ολιγόλογες οι φράσεις του, που σήμερα θα τις κυκλοφορούσε με SMS) και πολιτικά ελάχιστα χρόνια μετά. Αντίθετα, ο Σεμπρούν δεν έχει σταματατήσει μέχρι σήμερα ούτε τη λογοτεχνία ούτε την πολιτική. Το τελευταίο του μυθιστόρημα είναι προπέρσινο, το 1988 έγινε υπουργός πολιτισμού της ισπανικής σοσιαλιστικής κυβέρνησης, ενώ φέτος τοποθετήθηκε μαχητικά υπέρ του Ευρωπαϊκού Συντάγματος στο πλευρό των Γάλλων υποστηρικτών του.

            Πολλοί μίλησαν με ηχηρό τρόπο για την σιωπή του Αναγνωστάκη ερμηνεύοντάς την ως «εύγλωττη» συνηγορία των σημερινών τους επιλογών. Λιγότεροι προσπάθησαν να την αποκωδικοποιήσουν. Συμμερίζομαι την άποψη ότι η σιωπή του Αναγνωστάκη αποτελεί αποστράτευση μετά το τέλος δύο σημαντικών αποστολών: αφενός, του ανανεωτικού εγχειρήματος του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος -εγχείρημα το οποίο, δικαιωμένο, απλώς έκλεισε τον κύκλο του μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού- και, αφετέρου, του εκδημοκρατισμού του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ο οποίος αναμφίβολα ολοκληρώθηκε με τη μεταπολιτευτική δημοκρατία. Αντίθετα με τον Σεμπρούν, ο Αναγνωστάκης δεν στρατεύτηκε σε καμιά καινούργια αποστολή. Ούτε σ` αυτές κάποιων παλιών συντρόφων του, που τώρα μάχονται κατά της παγκοσμιοποίησης, υπέρ της ενότητας της αριστεράς κοκ. Το δικαίωμα στην αποστράτευση δεν ισοδυναμεί με ήττα, όπως πίστευε κάποτε η αριστερά. `Αλλωστε, και οι δύο αποστολές έληξαν με νικηφόρο αποτέλεσμα (κι αυτό λίγο δύσκολα το πιστεύει η αριστερά, η οποία επιδιώκει να συσπειρώνει δυνάμεις στη βάση των «αδικαίωτων αγώνων της»). Μόνη παράπλευρη (αλλά ευτυχώς βραχυπρόθεσμη) απώλεια, την οποία δεν θα υποστεί ο Σεμπρούν, είναι η αδυναμία διαχείρισης της επικήδειας διαδικασίας με σεβασμό σε όσα πράγματι σημαίνει η επιλογή της σιωπής και το χιούμορ που την ακολούθησε.

Screen Shot 2013-07-20 at 11.39.50 PMομιλία στην παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του Πάνου Θασίτη (8η Διεθνής `Εκθεση Βιβλίου, Θεσσαλονίκη 7 Μαϊου 2011)

Παρά τις εύστοχες κριτικές παρατηρήσεις του Αλέξη Ζήρα στην Εισαγωγή, είναι βολικό να αποδεχτούμε την καθιερωμένη ένταξη του Πάνου Θασίτη στην ομάδα των κοινωνικών ποιητών της Θεσσαλονίκης ή στους ποιητές της ήττας. Πρόκειται για μια διπλή ή τριπλή ήττα που αφορά πάντα στο «μισό». Είναι η πολιτική ήττα της αριστεράς –της μισής Ελλάδας, στην οποία προστίθεται η εσωτερική ήττα του ανανεωτικού μισού της αριστεράς από την άλλη μισή δογματική και λαϊκιστική εκδοχή της, κι ακόμη η ήττα των μισών που δεν ένιωσαν ποτέ βολικά (όχι κατ` ανάγκη επειδή δεν βολεύτηκαν) στο κρατικοδίαιτο μοντέλο της μεταπολεμικής ανάπτυξης που θρέφει τους άλλους μισούς.
Εκτιμώ ότι ο ανένταχτος Πάνος Θασίτης σιώπησε όταν θεώρησε ότι η ήττα αυτή ήταν πλέον αμετάκλητη (διαφορετική είναι η περίπτωση της σιωπής του Μανόλη Αναγνωστάκη που μάλλον οφείλεται στην ολοκλήρωση μιας παράλληλης ενταγμένης πολιτικής δράσης –αλλά αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης και μεγάλης κουβέντας). Επιχειρώντας μια υπέρβαση, που αφορά και στους δύο, αλλά περισσότερο στον πιο γήινο και καθημερινό μας Πάνο Θασίτη, αναρωτιέμαι αν σήμερα θα ξαναμιλούσαν.
Με το «σήμερα» υπαινίσσομαι την τρέχουσα ήττα –μια ήττα όχι πια του μισού αλλά του όλου. Γιατί σήμερα -εξίσου αμετάκλητα- ηττώνται και οι νικητές του χθες. Με τα λόγια του Πάνου Θασίτη, ηττώνται αυτοί που υποχώρησαν λίγο που ελίχθηκαν λιγάκι («Ας υποχωρούσαν λίγο»*, σελ. 142), οι γενναία μισθοδοτούμενοι απ` τον Ταμία-`Ηλιο (πρόκειται ίσως για την πιο εύστοχη ποιητική αναφορά στη δημοσιοϋπαλληλία –«Επιτυχόντες»**, σελ. 144), αλλά και ο ίδιος ο έπαρχος και οι προϊστάμενοί του στην «Ελληνική επαρχία μ.Χ.»*** (σελ. 146). Μόνο που η ήττα αυτή δεν είναι το αποτέλεσμα μιας μάχης, δεν είναι, ελληνιστί, το comeback των τότε ηττημένων μα δικαιωμένων: είναι απλώς μια σύμπασα κατάρρευση.
Επειδή ο Πάνος Θασίτης δεν θα μιλήσει, το ερώτημα είναι άλλο κι ευρύτερο. `Αραγε ποια ποίηση θα ξεπηδήσει από τη σημερινή ήττα; Στην 38η Διεθνή `Εκθεση Βιβλίου, το σωτήριο έτος 2041 μ.Χ., καλά να `μαστε ως τότε, είμαι βέβαιος ότι θα ξανασυζητήσουμε για τον Πάνο Θασίτη συγκρίνοντάς τον με την ποιητική γενιά της δικής μας περιπέτειας. Συνειδητά δεν αναφέρομαι στη «δική μας ήττα», γιατί τότε δεν θα μιλάμε με όρους νίκης/ήττας, αλλά απλώς για το παλιό και το νέο ή, όπως θα έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, για το χρόνο της προϊστορίας και το χρόνο της ιστορίας.

*Ας υποχωρούσαν λίγο

Τι θέλουν τώρα αυτοί και μας θυμώνουν;
Τι κουταμάρες λένε πάλι για δήθεν ύποπτους συνδυασμούς
γι’ ανόμως κερδισμένα;

Είναι ζηλιάρηδες, ανάγωγοι, ξυπόλητοι πάππου προς πάππον,
πεινασμένοι –και δικαίως τέτοιοι που ‘ναι–
δεν ξέρουν τι θα πει ζωή
–την πήρανε στα εύκολα ψωμοζητώντας–
και τώρα κάνουν τους ενάρετους,
παίζουν τους Ροβεσπιέρους!

Στο κάτω-κάτω, ας ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι,
ας άρπαζαν τις ευκαιρίες, ας σπρώχναν κι ας πατούσαν στην ανάγκη
αφού κανείς δεν τ’ απαγόρεψε αυτά
–όλοι με κάτι τέτοια ζούμε και περνούμε.

Τους έξυπνους μας κάνουν τώρα;

** Επιτυχόντες

Άγομεν ηλικίαν ώριμον
Ορθώς φρονούμεν
Ορθώς καθήμεθα –και ασφαλώς–
Δικαίως κεραυνοβολούμε τους παρίες
Σεβάσμιοι –και τρομεροί αν χρειαστεί– τοις πάσι.

Εμείς, δεν είμαστε άνθρωποι τυχαίοι.
Εδώ να φτάσουμε, ν’ αρπαχτούμε απ’ εδώ
να κρεμαστούμε ασθμαίνοντας, να επιπλεύσουμε όπως-όπως,
τι δεν απεμπολήσαμε,
θέλοντας μη θέλοντας τι δεν επράξαμε, οι καημένοι.

Ενάρετα γηράσκοντες, άξια διοικούντες τώρα
και –φυσικά– γενναία μισθοδοτούμενοι,
απ’ τον Ταμία – Ήλιο.

*** Ελληνική επαρχία μ.Χ.

Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι πού να το φανταστεί.
Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,
ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,
κάτι να περισώσει απ’ την καταστροφή.

Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα
τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου
την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή
φιλόπτωχο διοίκηση κ.λπ.
Μα δεν ανησυχήσαν. «Θα του περάσει» είπαν,
«κι άμα δεν του περάσει
και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,
τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,
τον εξαφανίζουμε στο κάτω-κάτω.

Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει
κι αν δεν του περάσει».

Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.
Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε
ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.

Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.

Και τα τρία ποιήματα ανήκουν στη συλλογή Ελεεινόν θέατρον (1980)

assets_LARGE_t_420_54244611Ρούλης, Θεσσαλονίκη του 2040 μ.Χ

Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Ρούλης πέθανε,
πήγα στο σύνδεσμο, μ’ όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Αρειανών τα στέκια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή βλέπουν ματς
-που `ναι το ίδιο.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι ομόθρησκοι του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες κίτρινοι,
και κάτι κύπελλα παλαιά ξεγανωμένα.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η προπονήσεις μας και τα εκτός
χωρίς τον Ρούλη δεν θ’ αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα μπουζούκια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ άδει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνάδικου ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι σκουλήκια, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Βικελίδη,
στους ώμους μου κρέμουνταν κίτρινο κασκώλ.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες της Κοινωνίας Μελών, κ’ έλεγαν συνθήματα
ενθέρμως και δεήσεις στον Κούη,
ή στον Φοιρόν (δεν θέλω ούτε τα ονόματα να λέω).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Ρούλης ήταν Αρειανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στη δική μας ομάδα είχε μπει.
Μα έπαιζεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο εύστοχος στα σουτ·
δείχνοντας αφειδώς το τάλαντό του στες αναμετρήσεις.
Για την υπόληψι των οπαδών μας ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετους χουλιγκάνους.
Ποτέ για τη δική του ομάδα δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στην τέσσαρα θύρα.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Κούδα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του Ποντίου,
του παμπλούτου Ιβάν Σαββίδου — ψιθύρισεν ο Ρούλης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Αρειανοί συνδεσμίται μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική, ετοιμάζονταν
όλα για να τον παν στου Χαριλάου.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Ρούλης·
αισθάνομουν που ενώθη, Αρειανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σύνδεσμο,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την αρειανοσύνη τους η θύμηση του Ρούλη.

http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=63&cat=1

… ευτυχισμένο το 2014!

Για λόγους στοιχειώδους ευγένειας (ήτοι μη αποκάλυψης της λύσης του μυστηρίου) δεν μπορώ να σας εξηγήσω γιατί προσωπικά με ενθουσίασε η «Περαίωση» του Πέτρου Μάρκαρη. Ας πω, τουλάχιστον, ότι έχει να κάνει με μια τυπική ελληνική ιστορία που έζησα από κοντά κατά τη διάρκεια της θητείας μου στη ΔΕΘ. `Οπως κι αυτή του μυθιστορήματος, είχε να κάνει με αρχαιολόγους και μουσεία, κομπιουτεράδες και γραφειοκρατία, άτολμους (το λιγότερο…) πολιτικούς και λοιπούς κρατικούς παράγοντες κοκ -άστο να πάει. Διαβάστε, λοιπόν, γρήγορα το βιβλίο για να μπορούμε να συζητήσουμε με άνεση το τέλος του. Εκτός των άλλων, με αφορμή την επαγγελματική εξέλιξη της κόρης Κατερίνας Χαρίτου ο Μάρκαρης μας χαρίζει ένα τόσο εύστοχο σχόλιο για τη σημερινή δικηγορία, που καθιστά το βιβλίο άξιο διανομής ως ένα και μοναδικό σύγγραμμα στις σύγχρονες νομικές σχολές της επικράτειας.

Η Σοφία Νικολαϊδου ποντάρει με ρίσκο: ξύνοντας το παλίμψηστο της Θεσσαλονίκης (εύστοχη η συνομιλία με «Το παλίμψηστο προαύλιο της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης», εκδ. Βάνιας, 1994, του Σάκη Σερέφα) οι παλιές εικόνες δεν είναι ευπρόσδεκτες όχι γιατί τάχα ξυπνούν παλιά μίση και πάθη της πόλης των φαντασμάτων. Απλώς αποδεικνύονται άβολες έτσι όπως αποκαλύπτονται χωρίς την καθαρότητα της σύγχρονης αγιογραφίας. Κι άμα ξεβολεύεις αγιογράφους κι αγιογραφούμενους, όχι μόνο απόψε δεν έχεις φίλους, αλλά από χθες θα κουράζεσαι να μετράς εχθρούς.

Το ρίσκο όμως της βγήκε γιατί το τελευταίο της μυθιστόρημα Απόψε δεν έχουμε φίλους (εκδόσεις Μεταίχμιο) δεν μένει στο γραμμικό ξεφλούδισμα της επιφάνειας. Ανακαλύπτει, αντίθετα, σε ποια υλικά κρύβονται «πρώτες ύλες» και, ακόμη καλύτερα, πώς καταντούν με την ανακύκλωση.

Δοσίλογοι, ταγματασφαλίτες και μαυραγορίτες κρύβονται χρόνια τώρα στο αρχείο του Εφετείου. Ο ιστορικός Στράτος Δορδανάς τους βρήκε εκεί. Στο δικό του βιβλίο (‘Ελληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο) τους περιγράφει έναν προς έναν. Από κει η Σοφία Νικολαϊδου ζωντανεύει τρεις και τους παρακολουθεί μέχρι σήμερα. Δεν εκδηλώνει μίσος, όχι επειδή επικροτεί τη λήθη ούτε επειδή με ψυχή βαθιά ανακαλύπτει την αξία της συμφιλίωσης. Απλώς τώρα, στην ανακύκλωσή τους, είναι αστείες αμετανόητες καρικατούρες. Φορούν μέχρι τα γεράματα τις γερμανικές τους στολές και παίζουν κάτι σαν στρατέγκο για να νικήσει η Βέρμαχτ. Γι` αυτό, χωρίς να συμψηφίζει τα άκρα, προτιμά να επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στις παράπλευρες απώλειες. Τέτοια απώλεια είναι, για παράδειγμα, η πορεία όσων -και δεν είναι λίγοι- αναγκάστηκαν να επιβιώσουν στο μεσαίο χώρο της ιστορίας. Είναι αυτοί που χάνοντας το φωτοστέφανο του ηρωισμού και της συνέπειας απώλεσαν το δικαίωμα στη δική τους μαρτυρία, όπως ο Ντόκος του μυθιστορήματος, ο σιωπηρός δικαστικός υπάλληλος, που πεθαίνει χωρίς να μιλήσει στην κόρη του ούτε για την αντιστασιακή του δράση ούτε για τη μετέπειτα συμπόρευσή του με τη δεξιά.

Το πανεπιστήμιο του νόμου πλαίσιο κάνει ό,τι μπορεί για να κρύψει τη νέα ιεραρχία που σιγά σιγά αναδείχτηκε στη θέση της έδρας. Η Σοφία Νικολαϊδου μιλά χωρίς δισταγμό για τη λογοκλοπή του μεγάλου σε βάρος της δουλειάς του μικρού, για την αυθεντία της κορυφής που στραγγαλίζει την έρευνα και για τις κυρώσεις που συνεπάγεται η επιμονή στην αποκλίνουσα γνώμη. Δεν ισοπεδώνει γιατί και πάλι ξέρει να μετρά τις εποχές. `Ο,τι ήταν κάποτε πρώτη ύλη ζωής ή θανάτου, τώρα η ανακύκλωσή του γεννά ένα παιχνίδι συσχετισμών με έπαθλο μια ματαιόδοξη ακαδημαϊκή εξουσία. Στις σχέσεις αυτές η συγγραφέας τοποθετεί την πιο ενδιαφέρουσα ανατροπή. Ερευνητικό ερέθισμα του υποψήφιου διδάκτορα γίνεται η αδυναμία του να αποδεχτεί την ιδέα της επιστημονικής του σύμπτωσης με τον αδίστακτο επιβλέποντα. Και πάλι η Νικολαϊδου γνωρίζει τις συνέπειες της ανακύκλωσης. Η οργή του ήρωά της που ζει στον κόσμο του χθες δεν επαρκεί για να αφεθεί στη δίνη της βίας του σήμερα. `Εξυπνα εγκιβωτίζει την αφήγηση στο Δεκέμβρη του 2008 και δείχνει ξανά τις μικρές αντοχές του αναγεννημένου υλικού. Στην αριστερή, λοιπόν, συζήτηση περί των «νέων δεκεμβριανών» δεν ερευνά το παλιό ερώτημα ποιοι και γιατί καταστρέφουν στο πανεπιστήμιο, αλλά ποιοι και γιατί απουσιάζουν από την υπεράσπισή του.

Κλείνω: παρά την αξία του μυθιστορήματός της η Νικολαϊδου δεν θα αποφύγει τους εχθρούς. Από αυτούς δεν θα γλύτωνε ακόμη κι αν παρέθετε το κλασικό «οποιαδήποτε ομοιότητα με γνωστά πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική».

Ο Στέφανος Κασιμάτης στην Καθημερινή ( http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_31/12/2009_385266 ) εισέφερε το πιο ευσύνοπτο επιχείρημα υπέρ της απόδοσης της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά που αποτελούν τη δεύτερη γενιά μεταναστών. Γράφει: «Πατρίδα είναι η παιδική ηλικία», διάβασα κάπου και δεν κουράζομαι να το επαναλαμβάνω. Η φράση (που κάποιοι την αποδίδουν στον Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, ίσως γιατί ταιριάζει στο Μικρό του Πρίγκηπα) ανήκει στον αυστροεβραίο συγγραφέα Ζαν Αμερύ (ψευδώνυνο του Hans Mayer), όπως μας πληροφορεί ο W.G. Sebald στη συγκλονιστική  «Φυσική Ιστορία της Καταστροφής» (κυκλοφορεί στα ελληνικά σε εξαιρετική μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ). Η ακριβής της διατύπωση, γραμμένη το 1977, είναι ακόμη πιο αφοπλιστική: «Πατρίδα είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας και της νιότης. `Οποιος τη χάσει, παραμένει χαμένος, ακόμη και αν κάποια στιγμή μάθει να μην τρεκλίζει άλλο σαν μεθυσμένος ζώντας σε ξένους τόπους».

Πέρα, για παράδειγμα, από τη ρήση του Ρίλκε «το να έχεις παιδική ηλικία σημαίνει να ζεις χίλιες ζωές πριν απ` τη μία» (στην ανθολόγηση του Ulrich Baer «Η σοφία του Ρίλκε», εκδόσεις Πατάκη), έχει κανείς να αντιτάξει κάτι; Μόνο, ίσως, να προσθέσει ότι, σαν τη γερμανική, οφείλει και η ελληνική διανόηση να σταθεί με σαφήνεια και αποφασιστικότητα στο πλευρό του `Αλλου και της πολιτικής που σήμερα δίνει με ονοματεπώνυμο τη μάχη για την ισότιμη αναγνώρισή του.

Επόμενη σελίδα: »