νέα νομοθεσία


12705727_10203971545408250_4354805453582318268_n

 

Από των πρόλογο των επιμελητών:

«Η οικονομική κρίση και οι επεμβάσεις του νομοθέτη, αφενός, προς την κατεύθυνση της άρσης των -τοπικών ιδίως- περιορισμών στην αγορά των νομικών υπηρεσιών, αφετέρου με την αύξηση των ποικίλων δικαστικών δαπανημάτων, μετέβαλαν τις συνθήκες της δικηγορίας. Η απασχόληση του δικηγόρου σε αγοραπωλησίες ακινήτων μειώθηκε ουσιωδώς, τόσο λόγω της κατάργησης της υποχρεωτικής δικηγορικής παράστασης στα συμβόλαια όσο και εξαιτίας της ραγδαίας συρρίκνωσης της κτηματαγοράς. Μείωση ύλης παρατηρείται στην κλασική δικαστηριακή δικηγορία, αλλά και στην υποστήριξη εντολέων από τον επιχειρηματικό κλάδο. Η μείωση δεν αντισταθμίστηκε από την ενίσχυση της ύλης εξαιτίας ποικίλων μέτρων που λήφθηκαν την περίοδο της κρίσης στον τομέα της δημόσιας διοίκησης, των κοινωνικών ασφαλίσεων και της φορολογίας ή από τη δημιουργία νέας ύλης, όπως λ.χ. από την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και την επέκταση της κτηματογράφησης. Η κατάργηση των τοπικών περιορισμών ως προς το δικαίωμα δικαστικής παράστασης, παρά τις ισχυρές έως στρεψόδικες αντιστάσεις, ενοποιεί σε σημαντικό βαθμό την αγορά νομικών υπηρεσιών, εκθέτοντας πάντως την περιφέρεια σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό δικηγόρων από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα, στην παροχή νομικών υπηρεσιών (ακόμη και υπό αντιμισθία) επιβλήθηκε για πρώτη φορά Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, στην υψηλότερη μάλιστα κλίμακα του 23%, αυξάνοντας το κόστος της για τον μη επιτηδευματία εντολέα. Ο νέος Κώδικας Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208/27-9-2013) είναι αποτέλεσμα πολυετούς κυοφορίας μετά από αλλεπάλληλες, ενίοτε αντιφατικές, εξαγγελίες. Προσπάθησε σε ορισμένο βαθμό να ρυθμίσει τις παραπάνω αλλαγές αντικαθιστώντας ένα νομοθέτημα που αντιμετώπιζε το δικηγορικό λειτούργημα, αρχικά ως κλειστό και «αριστοκρατικό», με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, αλλά που, στη συνέχεια, μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις, απώλεσε την εσωτερική του συνοχή, αντιμετωπίζοντας αποσπασματικά το ποσοτικό άνοιγμα του επαγγέλματος.»

Advertisements

Η συζήτηση για τη νομική φύση του ονόματος χώρου / domain name στην ελληνική έννομη τάξη ορίζεται από δύο σταθερές:
Πρώτη σταθερά είναι ο νομοθετικός ορισμός του όρου, ο οποίος περιέχεται στην απόφαση 693/9 του 2013 της ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ, δηλαδή στον «Κανονισμό Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (Domain Names) με κατάληξη .gr».
Δεύτερη είναι η πλέον πρόσφατη αρεοπαγιτική απόφαση 371/2012, η οποία αξιολογεί τη φύση και τη λειτουργία στις συναλλαγές του domain name αποδίδοντάς το ως «όνομα περιοχής». `Ηδη, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η επιλογή από τον `Αρειο Πάγο άλλης μετάφρασης στα ελληνικά του όρου domain («περιοχή») από αυτήν που επέλεξε δρώντας κανονιστικά η αρμόδια ανεξάρτητη αρχή («χώρος») έχει την υπόρρητη σημασία της.

afisaΑς ξεκινήσουμε με το νομοθετικό ορισμό: Το `Ονομα Χώρου πρόκειται για «έvα αλφαριθμητικό στοιχείο το οποίο εκχωρείται προς χρήση σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο με σκοπό την χρήση, από το συγκεκριμένο πρόσωπο ή με την συναίνεση του, πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου».
Ο τεχνικός ορισμός είναι σαφής και περιγράφει ένα μέσο άσκησης του δικαιώματος συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5Α του Συντάγματος. Επειδή τα γεγονότα είναι πρόσφατα και η Τουρκία πολύ κοντά μας, ας σημειώσουμε ότι η συνταγματική διάταξη και η διοικητική διαδικασία εκχώρησης ονομάτων χώρου δημιουργούν ένα ελάχιστο πληροφοριακό κεκτημένο και στην εσωτερική έννομη τάξη, το οποίο δεν μπορεί πλέον να παραβιαστεί. Χωρίς μακρηγορία, στην ελληνική έννομη τάξη είναι αδύνατο, για παράδειγμα, το γενικευμένο κατέβασμα ιστοσελίδων, όπως είναι αδύνατη και η διακοπή της εκχώρησης domain names.
Αν τώρα σκεφτούμε σε τι κατατείνει πρωταρχικά η χρήση από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο «πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου», η αυθόρμητη και αυτόματη απάντηση είναι ότι κατοχυρώνει έναν ψηφιακά εντοπίσιμο και εντοπισμένο, αλλά και «περιχαρακωμένο» και κυρίαρχο, χώρο κάθε είδους δράσης: απλής επικοινωνίας, διάδοσης ιδεών και, φυσικά, οικονομικής δραστηριότητας.

Ακριβώς εξαιτίας αυτής της πρωταρχικής άυλης χωρικότητας θεωρία και νομολογία ξεκίνησαν εξετάζοντας αν ο τρόπος εντοπισμού του ψηφιακού χώρου -με άλλη διατύπωση: η «ηλεκτρονική διεύθυνση»- αν, λοιπόν, είτε παραβιάζει άλλα έννομα αγαθά είτε πρέπει να περιορίσει την άσκηση άλλων δικαιωμάτων.
Εξηγούμαι: Από την πρώτη ελληνική νομολογιακή αναφορά σε «ηλεκτρονική διεύθυνση» (απόφαση 7569/1997 ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) μέχρι την απόφαση 371/2012 του ΑΠ που ορίζει τη φύση και τη λειτουργία του domain name, επειδή αμφότερες είχαν ως αντικείμενο τη σύγκρουση μεταξύ σήματος και domain name, πρώτο τους μέλημα είναι να διευκρινίσουν ότι, καταρχήν, η νομοθετική απαγόρευση (άρθρο 20 παρ.1 ν. 2239/1994 και ήδη άρθρο 126 παρ.1 ν. 4072/2012) παρεμπόδισης με χρήση σήματος τρίτων να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ενδείξεις σχετικές με τον χώρο άσκησης μίας δραστηριότητας, αφορά όχι μόνο σε μια γεωγραφική περιοχή ή διεύθυνση, αλλά και στις ψηφιακές «περιοχές» και τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που ορίζονται κυριαρχικά με τη χρήση ενός domain name.

Ολοκληρώνω με τη δεύτερη σταθερά. Η απόφαση 371/2012 του ΑΠ περνά από την «εμπράγματη» θεώρηση του ψηφιακού χώρου στην αντιμετώπισή του ως πεδίου άσκησης εμπορικής δραστηριότητας. Στο πεδίο αυτό κρίσιμη είναι η ένταξη του Ονόματος Χώρου στις γνωστές μας έννοιες του δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων. Οι διατυπώσεις και οι παραδοχές της απόφασης είναι χαρακτηριστικές.
Παραθέτω: «βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου [θα προσθέσω όχι μόνο ηλεκτρονικού], αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών.
Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το «domain name» (όνομα περιοχής), το οποίο κατ` ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ` επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα.
Το «domain name» δεν μπορεί κατ` αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία.
Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο «domain name» μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος».

Κλείνω με μία γενική παρατήρηση.
Η σημερινή ημερίδα για τα 10 χρόνια του κοινοτικού Ονόματος Χώρου .eu έχει αυτονόητη επικαιρότητα. Σε μία προεκλογική περίοδο ευρωεκλογών καλό είναι να θυμόμαστε και να τονίζουμε κάθε διαδικασία ενοποίησης και σύγκλισης του ευρωπαϊκού μας χώρου. Επιτρέψτε μου να θυμηθώ το όχι και τόσο μακρινό 2008. Τότε με αφορμή τις δικηγορικές εκλογές η παράταξη, στην οποία συμμετείχα, είχε κατοχυρώσει κοινοτικό `Ονομα Χώρου για την ιστοσελίδα της («ananeotiki.eu»). Σε ένα κλίμα μισαλόδοξου εθνικισμού, προδρομικού του σημερινού, η επιλογή αυτή είχε χαρακτηριστεί από μερίδα του τύπου ως ακραία ανθελληνική..

* Ομιλία στην επιστημονική ημερίδα «Το κοινοτικό όνομα χώρου .eu – Δέκα χρόνια λειτουργίας» (29.4.2014). Συνδιοργάνωση: Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (ΔΣΘ), Σύνδεσμος Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ), Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πληροφορικής Βορείου Ελλάδος (ΣΕΠΒΕ)

εκδηλωση αιγιαλού
Περίληψη της τοποθέτησής μου:
«Το νομοσχέδιο για τον αιγιαλό συνιστά σαφή του αλλαγή του επί δεκαετίες ισχύοντος παραδείγματος. Μέχρι σήμερα το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη χρήση του αιγιαλού και της παραλίας μόνο κατ` εξαίρεση αποκλείει τους πολίτες από την ακώλυτη πρόσβασή τους στα αγαθά αυτά. Η τομή που επιχειρείται μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα. Οι δυνατότητες παραχώρησης του αιγιαλού και της παραλίας στην ιδιωτική επιχειρηματική δράση διευρύνονται (άρθρο 2), καθώς δικαιολογούνται πλέον με την επίκληση «επιτακτικού» δημόσιου συμφέροντος (τέτοιο είναι το δημοσιονομικό συμφέρον) και των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας (τέτοιες είναι οι μνημονιακές). Ο σκοπός, μάλιστα, των παραχωρήσεων ανάγεται σε αυτοσκοπό, αφού για πρώτη φορά το συμφέρον που εξυπηρετείται με αυτές συγκρίνεται με το δικαίωμα χρήσης των πολιτών, το οποίο αποκλείεται αν «σταθμιστεί» ως υποδεέστερο (άρθρο 10). Το νέο νομοσχέδιο στην ουσία προαναγγέλθηκε το 2011 με τον ιδρυτικό νόμο του ΤΑΙΠΕΔ, στον οποίο προβλέπεται δυνατότητα παραχώρησης αιγιαλού και παραλίας για 99 χρόνια, ενώ η κοινή χρήση των παραχωρούμενων επιτρέπεται μόνο εφόσον προβλέπεται στη σχετική σύμβαση. Ωστόσο οι συνέπειες του νομοσχέδιου είναι αντιμετωπίσιμες. `Οσο κι αν η προσεκτική διατύπωση των διατάξεών του τις προστατεύει από προφανή αντισυνταγματικότητα, οι δράσεις που θα επιχειρηθούν κατ` εφαρμογή του, θα υποστούν συγκεκριμένο δικαστικό έλεγχο συνταγματικότητας και συμβατότητάς τους με την κοινή περιβαλλοντική νομοθεσία, η οποία δεν θίγεται με το νομοσχέδιο.»

Εκτενής παρουσίαση της εκδήλωσης σε άρθρο του Γιάννη Καρλιάμπα στην εφημερίδα «δρόμος της Αριστεράς», φύλλο 28.6.2014

ert_general-26-thumb-large
Αν δούμε το θέμα της κατάργησης της ΕΡΤ από την καθαρά τεχνική νομική πλευρά του, το συμπέρασμα είναι ότι η μετάδοση ενός ελάχιστου προγράμματος και η συνέχιση μέρους των λειτουργιών της είναι δυνατό να διασωθούν μόνο με δικαστική παρέμβαση.
Εξηγούμαι:
1. Τα νομοθετικά βήματα της κυβέρνησης ήταν τα εξής:
α) Το άρθρο 14Β παρ.1 του ν.3429/2005, όπως αυτό έχει νομοθετηθεί και τροποποιηθεί με μία σειρά διατάξεων της μνημονιακής νομοθεσίας, προέβλεπε ήδη τη δυνατότητα κατάργησης της ΕΡΤ ΑΕ και άλλων φορέων με κοινή απόφαση του υπουργού Οικονομικών και του καθ` ύλη αρμόδιου υπουργού (δηλαδή των Στουρνάρα και Κεδίκογλου, Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, αρμόδιου για την ΕΡΤ).
β) Η δεύτερη όμως παράγραφος του ίδιου άρθρου δεν «βόλευε» τους χειρισμούς γιατί, όπως ίσχυε μέχρι τις 11.6.2013, προέβλεπε σύμπραξη του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης (Μανιτάκης) στην περίπτωση που το δημόσιο διαδέχεται τον καταργούμενο φορέα.
γ) Ακριβώς για να αφαιρεθεί κάθε αρμοδιότητα από τον Μανιτάκη εκδίδεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, χωρίς συνυπογραφή των υπουργών του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 10-6-2013 (ΦΕΚ Α` 139/11.6.2013), που ορίζει μόνους αρμόδιους για την κατάργηση και τη διακοπή κάθε λειτουργίας του φορέα τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό.
δ) Αμέσως μετά οι δύο παραπάνω υπουργοί εκδίδουν την Κ.Υ.Α. αριθ. οικ. 02/11.6.2013 (ΦΕΚ Β’ 1414/11.6.2013), που καταργεί την ΕΡΤ ΑΕ και τις θυγατρικές της, διακόπτει τη μετάδοση του σήματός της, την έκδοση εντύπων και τη λειτουργία των ιστοσελίδων της και ορίζει ότι το δημόσιο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ.1 του Συντάγματος η ΠΝΠ ισχύει άμεσα και δεν καταργείται αναδρομικά ακόμη κι αν δεν κυρωθεί από τη βουλή εντός τριμήνου από την υποβολή της στην Ολομέλεια. Η υποβολή πρέπει να γίνει εντός σαράντα ημερών από τις 11.6.2013 ή (αν η βουλή διακόψει στο μεταξύ τη σύνοδό της) εντός σαράντα ημερών από τη νέα σύγκλιση της ολομέλειας. Επίσης, αν δεν γίνει κάτι στο μεταξύ, η επανάληψη των λειτουργιών της πρώην ΕΡΤ, ακόμη κι αν δεν κυρωθεί η ΠΝΠ, μπορεί να γίνει μόνο εφόσον ψηφιστεί νέος νόμος. Με το χαμό που θα `χει γίνει λόγω της μη κύρωσης, συμφωνία για νέο νόμο δεν προβλέπεται εύκολη.

3. Το κάτι που μπορεί να γίνει είναι μόνο προσβολή με αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ της απόφασης των Στουρνάρα – Κεδίκογλου (η ΠΝΠ δεν προσβάλλεται δικαστικά). Εννοείται ότι για να έχει νόημα και αποτέλεσμα η δικαστική κίνηση, μπορεί και πρέπει να ζητηθεί και η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης των υπουργών. Αν επιτευχθεί η αναστολή μέχρι τη συζήτηση στη βουλή της κύρωσης της ΠΝΠ, το κυβερνητικό σχέδιο ματαιώνεται αν η βουλή δεν κυρώσει τελικά την ΠΝΠ. Αν δεν επιτευχθεί η αναστολή, το κυβερνητικό σχέδιο θα έχει εν πολλοίς ολοκληρωθεί. Ένα είναι βέβαιο: το ΣτΕ θα βρεθεί σε μεγάλο δίλημμα.

4. Κατά τη γνώμη μου, η υπουργική απόφαση, με τον τρόπο που καταργεί την ΕΡΤ και διακόπτει τη λειτουργία της, ελέγχεται συνταγματικά γιατί παραβιάζει το άρθρο 15 παρ.2 που καθορίζει μια σειρά κρατικών υποχρεώσεων στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, και το άρθρο 5Α που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην πληροφόρηση και το δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Ιδίως η παράκαμψη των αρμοδιοτήτων του ΕΣΡ, η διακοπή της λειτουργίας της ιστοσελίδας της ΕΡΤ, η διακοπή της ψηφιακής μετάδοσης προγράμματός της, καθώς και η διακοπή του σήματος του BBC, της Deutsche Welle και του ΡΙΚ ενισχύουν τα επιχειρήματα περί της αντισυνταγματικότητας και διευρύνουν τον κύκλο των ατόμων που έχουν έννομο συμφέρον στην άσκηση της αίτησης ακύρωσης.

olomeleia_logo1Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη συμμετοχή μας στη διαβούλευση για το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων. Η πρότασή μας είναι απλή: Να καταργηθεί ως δευτεροβάθμιο όργανο η Ολομέλεια των Προέδρων και να θεσπιστεί ενιαία εκλογική διαδικασία σε πανελλαδικό επίπεδο. http://www.opengov.gr/ministryofjustice/?p=4147
Ντόρα Τσικαρδάνη, Δικηγόρος Κοζάνης, μέλος ΔΣ ΔΣΚοζ
Γιάννης Κωνσταντίνου, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, μέλος ΔΣ ΔΣΘ 1999-2010

«Συντάσσοντας το νέο Κώδικα Δικηγόρων, δηλαδή νομοθετώντας για τη δικηγορία, νομοθετούμε και για τη δικαιοσύνη. Η όποια νομοθετική μεταβολή στο ρυθμιστικό πλαίσιο της πρώτης, οφείλει να υπηρετεί τη σημερινή και μελλοντική λειτουργία της δεύτερης. Και οι δυο μαζί οφείλουν να αντιληφθούν και να εκπληρώσουν την εντολή της κοινωνίας, δηλαδή του αποδέκτη των υπηρεσιών τους.
Με άλλη διατύπωση, μεταρρύθμιση του Κώδικα περί Δικηγόρων δεν νοείται χωρίς η δικηγορία να προσδιορίσει τον εαυτό της στο πλαίσιο της δικαιοσύνης του 21ου αιώνα: ενιαία, αξιόπιστη κι αποτελεσματική δικαιοδοτική λειτουργία, με σύγχρονα μέσα στη διάθεσή της και, προπαντός, με την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων εν όψει, σημαίνει σύγχρονες, δικτυακά ενοποιημένες και συνεχώς αξιολογούμενες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές.
Η λειτουργία αυτή, μαζί με την ήδη προπορευόμενη πραγματικότητα της οικονομίας, επικαθορίζει και εκείνη της δικηγορίας: Δικηγορία σε εθνικό επίπεδο, με δικηγόρους κινούμενους και συνεργαζόμενους άνετα, απρόσκοπτα και γρήγορα ανά τη δικαστική επικράτεια, εκπροσωπώντας εντολείς, που ήδη κινούνται πιο άνετα και πιο γρήγορα, αναπτύσσοντας τις δραστηριότητές τους με τον τρόπο που εκείνοι επιλέγουν. Η πραγματικότητα των σύγχρονων μέσων συγκοινωνίας, το εθνικό οδικό δίκτυο και, βέβαια, τα ηλεκτρονικά μέσα (που, σαφώς αργά, τίθενται σιγά σιγά στην υπηρεσία της δικαιοσύνης), διαμορφώνουν το σύγχρονο πλαίσιο «κίνησης» της δικηγορίας, ώστε να είναι αυτή σε θέση να ανταποκρίνεται στα αιτήματα της σύγχρονης δικαιοσύνης.
Χωρίς περιστροφές, το πρωταρχικό ζητούμενο για τη σύγχρονη ελληνική δικηγορία είναι ένα: Η εγγυημένη διασφάλιση θεσμικού περιβάλλοντος, που επιτρέπει στο δικηγόρο την επαγγελματική του ανάπτυξη χωρίς περιττούς περιορισμούς, με όρους ισότητας στον ανταγωνισμό και, βέβαια, με τήρηση της αυστηρής δεοντολογίας που διασφαλίζει τη «λειτουργηματική» διάσταση του επαγγέλματος.
Τις εγγυήσεις ισότητας και μέσων ανά την επικράτεια (από τη χορήγηση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και το δεοντολογικό έλεγχο, μέχρι την ενιαιοποίηση των εξόδων) οφείλει να τις παρέχει στο δικηγόρο ο θεσμικά οργανωμένος εαυτός του.
Είναι προφανές, ότι η σημερινή διάρθρωση των δικηγορικών συλλόγων, με δευτεροβάθμια εκπροσώπησή τους τη μεσαιωνικής εμπνεύσεως «Ολομέλεια των Προέδρων», η οποία διατηρείται ως έχει, δεν μπορεί να υπηρετήσει τους στόχους που περιγράψαμε. Αντίθετα, ενισχύει τον κατακερματισμό, τον απομονωτισμό και την ανισότητα των συναδέλφων, εις βάρος των ιδίων, των εντολέων τους, αλλά και της ίδιας της δικαιοσύνης. Ενώ αναγορεύει σε εκφραστή του σώματος σε εθνικό επίπεδο τον Πρόεδρο της Ολομέλειας, στην πραγματικότητα στερεί τη δικηγορία από μία δημοκρατικά νομιμοποιημένη, δυναμική κι αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση.
Η πρότασή μας στη διαβούλευση για το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων είναι απλή: ενιαία, εθνική διάρθρωση της εκπροσώπησης των δικηγόρων
 Με μικρότερο κύτταρο οργάνωσης την εφετειακή περιφέρεια και, αμέσως μετά την εθνική.
 Με διοικήσεις σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, αναδεικνυόμενες ενιαία, με εκλογές, στις οποίες θα συμμετέχουν εθνικές παρατάξεις, με ενιαία προγράμματα και, προφανώς, με απλή αναλογική.
 Με την ανάδειξη με άμεσες εκλογές, ενός ευρέος σώματος «διαρκούς συνεδρίου». Το δικηγορικό ανάλογο των επιμελητηρίων.
 Προφανώς, με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως και αυστηρό Κώδικα Δεοντολογίας.
Ρυθμίζοντας το θεσμικό πλαίσιο της σύγχρονης δικηγορίας, οφείλουμε να προβλέπουμε, να διευκολύνουμε και, κυρίως, να μη φοβόμαστε τη δυναμική του σώματος. Είναι λάθος να ξανακτίσουμε, και μάλιστα με τα παλαιότερα των υλικών, τα τείχη που μόλις μισογκρεμίσαμε…»

[Παρακαλώ να διαβαστεί συνδυαστικά με την αμέσως προηγούμενη ανάρτηση «`Εβγαλα άκρη με το δικαστικό ένσημο (ή έτσι νομίζω..)» -κούνια που με κούναγε…]

I. 23 ημέρες κράτησε η ρύθμιση του τρίτου μνημόνιου για το δικαστικό ένσημο. `Ηδη με το άρθρο 16 παρ.16 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 4.12.2012 (ΦΕΚ 237Α`/5-12-2012) «το εδάφιο (β) της περίπτωσης 6 της παραγράφου ΙΓ του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του οικείου Ταμείου Υγείας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (8/οο) του δικαστικού ενσήμου.”».

ΙΙ. Κωδικοποιημένη η όλη διάταξη (άρθρο 2 παρ.1 του ν. ΓΠΟΗ/1912) έχει ως εξής [με πλάγια γράμματα ενσωματώνεται η νέα διατύπωση του β` εδαφίου]: «1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 %ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του οικείου Ταμείου Υγείας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (8/οο) του δικαστικού ενσήμου. Από την ισχύ της παρούσας διάταξης, παύει να ισχύει κάθε άλλη που αφορά καθορισμό του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εκτός της παραγράφου 1Α περίπτωση η` του άρθρου 10 του ν.δ. 1017/1971».

ΙΙΙ. Η νέα διάταξη επιφέρει τις ακόλουθες αλλαγές στις αλλαγές που είχαν μόλις προηγηθεί:

1. Το τελικό κόστος, το οποίο είχε ήδη υπερδιπλασιαστεί καθώς το 4 ο/οο του δικαστικού ενσήμου επί του κεφαλαίου της απαίτησης αυξήθηκε σε 8 ο/οο, υπερτριαπλασιάζεται εκ νέου, αφού σ` αυτό προστίθενται άλλο ένα 8 ο/οο (αντί του 0,8 ο/οο) ως κοινωνικός πόρος υπέρ του Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ, πρώην Ταμείο Νομικών) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) και άλλο ένα 8 ο/οο ως κοινωνικός πόρος «υπέρ του οικείου Ταμείου Υγείας Δικηγόρων». Αυτό το τελευταίο 8 ο/οο αντικαθιστά το 0,8 ο/οο που η τροποποιηθείσα διάταξη του τρίτου μνημόνιου είχε καθιερώσει υπέρ του «οικείου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων».

Πρακτικά αφαιρέθηκε ένας πόρος υπέρ του εφάπαξ των δικηγόρων Αθηνών για να προστεθεί δεκαπλασιασμένος ένας πόρος υπέρ της ιατρικής περίθαλψης των δικηγόρων όλης της χώρας.

2. Εντύπωση προκαλεί και πάλι η προχειρότητα της νομοθετικής διατύπωσης, αφού τα Ταμεία Υγείας των Δικηγόρων έχουν προ πολλού καταργηθεί και έχουν ενταχθεί ως «Τομείς» στο ΕΤΑΑ με το ν. 3655/2008 (γνωστό ως «ασφαλιστικό νόμο Πετραλιά»). Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα δήθεν οικεία «Ταμεία Υγείας Δικηγόρων» δεν είναι πλέον ούτε «Τομείς του ΕΤΑΑ», αφού με το άρθρο 13 παρ.17 του ν. 4052/2012 εντάχθηκαν οριστικά στον ΕΟΠΥΥ (είχε μεσολαβήσει η βραχύβια ανασταλτική της ένταξης διάταξη του άρθρου 44 παρ.14 του ν. 4075/2012, η οποία καταργήθηκε με το `Αρθρο Πρώτο, Παρ.ΙΒ. ΙΒ.1. 1β του ν. 4093/2012). `Αρα, ο συγκεκριμένος πόρος ενισχύει πλέον τον ΕΟΠΥΥ.

3. Συνυπολογίζοντας, τέλος, το χαρτόσημο 2,4% επί του 8 ο/οο του δικαστικού ενσήμου (ανέρχεται σε 0,192 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης) και την εισφορά 20% υπέρ ΤΑΧΔΙΚ και πάλι επί του 8 ο/οο του δικαστικού ενσήμου (ανέρχεται σε 1,6 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης), αθροιστικά η τελική επιβάρυνση επί του κεφαλαίου της απαίτησης μετά και τη νέα τροποποίηση ανέρχεται σε 25,792 ο/οο (ή 2,5792%)!.

Διατηρώ μια μικρή ελπίδα ότι η νέα ΠΝΠ περιέχει απλώς ένα αριθμητικό τυπογραφικό λάθος και ότι ο δαίμων του Εθνικού Τυπογραφείου μετέτρεψε το «0,8 ο/οο» σε «8 ο/οο». Πάντως, από χθεσινή μου ιδιωτική επικοινωνία με τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης συνάδελφο Νικόλα Κανελλόπουλο και συνεργάτη του διαπίστωσα ότι στο Υπουργείο επικρατεί μέγιστη και εγκληματική ασχετοσύνη μαζί με αμετροέπεια και αδυναμία αντίληψης των συνεπειών της προχειρότητας (άραγε τι χειρότερο θα συνέβαινε αν οι κύριοι Ρουπακιώτης, Καραγκούνης και Κανελλόπουλος δεν ήταν μάχιμοι συνάδελφοι;).

Αναρωτιέμαι, μαζί με πολλούς άλλους, αν πράγματι υπήρχε πολιτική βούληση για μια τέτοια αστρονομική επιβάρυνση. Αν ναι, πότε πρόεκυψε η βούληση αυτή και ποιος είναι ο υπερεπείγων λόγος για νομοθέτηση με τροπολογία εντός άσχετης πράξης νομοθετικού περιεχομένου; Κλείνω με τη μαύρη σκέψη των συνεπειών που θα υποστούν οι χιλιάδες οφειλέτες, που έχουν απέναντί τους δανειστές που δεν τσιγκουνεύονται τέτοιες επιβαρύνσεις, αλλά και τους κατεστραμμένους από φέσια, που χάνουν και την τελευταία ελπίδα να διαβούν έστω την πόρτα των ελληνικών δικαστηρίων.

Ι. Ο ν. 4093/2012 («`Εγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016», ΦΕΚ 222Α`/12.11.2012) τροποποίησε τις διατάξεις για το ύψος του δικαστικού ενσήμου, το ύψος των προσαυξήσεών του και την κατανομή τους ως κοινωνικού πόρου σε διάφορα ταμεία, με την εξής διατύπωση «Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 (Α`3) αντικαθίσταται ως εξής: “1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 %ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του οικείου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (0,8 %ο) του δικαστικού ενσήμου. Από την ισχύ της παρούσας διάταξης, παύει να ισχύει κάθε άλλη που αφορά καθορισμό του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εκτός της παραγράφου 1Α περίπτωση η` του άρθρου 10 του ν.δ. 1017/1971”»(`Αρθρο Πρώτο, Παράγραφος ΙΓ, ΙΓ.1, 6).

ΙΙ. Η νέα διάταξη επιφέρει τις ακόλουθες αλλαγές:

1. Το δικαστικό ένσημο διπλασιάζεται από 4 ο/οο σε 8 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης.

2. Ο κοινωνικός πόρος υπέρ του Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ, πρώην Ταμείο Νομικών) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) προσδιορίζεται σε 0,8 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης (ή αλλιώς σε 10% επί του δικαστικού ενσήμου). Ο πόρος αυτός ενισχύει τις συνταξιοδοτικές παροχές του ΤΑΝ.

3. Καθιερώνεται ρητά κοινωνικός πόρος υπέρ του «οικείου» Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων ύψους 0,8 ο/οο επί του κεφαλαίου της απαίτησης (ή αλλιώς σε 10% επί του δικαστικού ενσήμου). Μόνο που εδώ και καιρό δεν υπάρχουν «Ταμεία Προνοίας Δικηγόρων», αφού τα τρία που υπήρχαν (Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης) καταργήθηκαν με το ν. 3655/2008 (γνωστό ως «ασφαλιστικός νόμος Πετραλιά») και εντάχθηκαν ως «Τομείς Προνοίας Δικηγόρων» στο ΕΤΑΑ. Και πάλι όμως, επειδή έχουν καταργηθεί και οι Τομείς Πρόνοιας Πειραιώς και Θεσσαλονίκης (μετατράπηκαν στα ιδιωτικού δικαίου σωματεία «Τ.Α.Π.Δ.» και «Τ.Α.ΔΙ.Θ.» αντίστοιχα), ο πόρος αυτός εισπράττεται μόνο όταν το δικαστικό ένσημο καταβάλλεται από Δικηγόρο Αθηνών και αποδίδεται στον «Τομέα Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών» του ΕΤΑΑ. Ο πόρος αυτός ενισχύει κυρίως την παροχή εφάπαξ των Δικηγόρων Αθηνών.

4. Επί του δικαστικού ενσήμου (δηλαδή του 8 ο/οο του κεφαλαίου) καταβάλλεται χαρτόσημο ύψους 2,4% (η επιβάρυνση αυτή ανέρχεται σε 0,192 ο/οο επί του κεφαλαίου). Σε αυτό το 2,4% του χαρτοσήμου εμπεριέχεται η κλασική επιβάρυνση του 20% υπέρ ΟΓΑ.

5. Παραμένει η επιβάρυνση 20% επί του δικαστικού ενσήμου (δηλαδή του 8 ο/οο του κεφαλαίου) υπέρ ΤΑΧΔΙΚ (η επιβάρυνση αυτή ανέρχεται πλέον σε 1,6 ο/οο επί του κεφαλαίου) του νδ 1017/1971.

Αθροιστικά, επομένως, η επιβάρυνση επί του κεφαλαίου της απαίτησης ανέρχεται σε 11,392 ο/οο (ή 1,1392%) για τους δικηγόρους Αθηνών και σε 10,592 ο/οο (1,0592%) για τους λοιπούς δικηγόρους.

ΙΙΙ. Πρακτικά, από τα παραπάνω ποσά το δικαστικό ένσημο και το ΤΑΧΔΙΚ καταβάλλονται στο Δημόσιο Ταμείο οποιασδήποτε ΔΟΥ, ενώ τα ποσά υπέρ ΤΑΝ στην Εθνική Τράπεζα. Σήμερα (20.11.2012) στη Θεσσαλονίκη το Δημόσιο Ταμείο που βρίσκεται στο Δικαστικό Μέγαρο δεν εισέπραττε (κατά τη γνώμη μου λανθασμένα) το ποσό του χαρτοσήμου παραπέμποντας στην Εθνική Τράπεζα. Από τη μεριά του, το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στο Δικαστικό Μέγαρο επέμενε να εισπράττει και ποσοστό υπέρ Ταμείου Προνοίας αρνούμενο να καταλάβει ότι στη Θεσσαλονίκη αυτό έχει καταργηθεί (δυστυχώς η ιστοσελίδα του ΕΤΑΑ δεν βοηθά, διότι στην παρουσίαση των τομέων του εμφανίζει υφιστάμενο τον «Τομέα Πρόνοιας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης») και δεν εισέπραττε χαρτόσημο.

Τέλος, πρόβλημα υπάρχει με τα γνωστά αγωγόσημα (για απαιτήσεις μέχρι 15.000 ευρώ), διότι δεν εμπεριέχουν ποσό χαρτοσήμου και στην πίσω όψη τους επικολλούνται ένσημα του ΤΑΝ που αντιστοιχούν στο 20% της αξίας τους, πράγμα μη νόμιμο όταν το ένσημο καταβάλλεται από δικηγόρο εκτός Αθηνών.

Επόμενη σελίδα: »