Σύνταγμα


Ο κυβερνητικός Πρόεδρος (εφημερίδα Καρφίτσα, 12.12.2015)

Για πρώτη φορά στη λειτουργία της προεδρευόμενης δημοκρατίας μας παρατηρούμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να πολιτεύεται υπερβαίνοντας τις ρυθμιστικές του αρμοδιότητες –άλλοτε με την ανοχή, άλλοτε με την προτροπή κι άλλοτε με τη σύμφωνη γνώμη της, επίσης, πρώτη-φορά-αριστερής κυβέρνησης.

Στην εμφανή πλευρά, η αρχή έγινε με τη λήξη της συνόδου των πολιτικών αρχηγών αμέσως μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Τότε ο κ. Παυλόπουλος ανέλαβε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στη γνωστή επικοινωνία με τον πρόεδρο Ολάντ. Η κίνηση αυτή συνιστά αναμφισβήτητα άσκηση εξωτερικής πολιτικής, η οποία, εξίσου αναμφισβήτητα ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης. Συνεχίστηκε με τις προεδρικές παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό ζήτημα. Η επιλεκτική εκτίμησή του ότι το ασφαλιστικό σύστημα δέχτηκε καίριο πλήγμα από το PSI δείχνει μεροληπτική τοποθέτηση υπέρ της κυβερνητικής ρητορείας, αλλά και έμμεση αμφισβήτηση μιας διεθνούς συνθήκης που συνομολόγησε η χώρα. Ομοίως εκτός του ρυθμιστικού του ρόλου κινήθηκε αποδεχόμενος το κυβερνητικό αίτημα να συζητηθεί στην πρόσφατη σύνοδο των πολιτικών αρχηγών τόσο το ασφαλιστικό ζήτημα όσο και η κυβερνητική πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση. Πρόκειται για θέματα που η πραγμάτευσή τους οφείλει να γίνεται με διαφανείς κοινοβουλευτικές διαδικασίες, στις οποίες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει περιθώριο ανάμιξης. Ας μην ξεχνάμε, μάλιστα, ότι η ίδια η σύνοδος των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έχει διατηρηθεί στο ισχύον Σύνταγμα μόνο στη μετεκλογική περίπτωση αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης μετά από τρεις διερευνητικές εντολές. Άρα η σύγκλησή της πρέπει να γίνεται με απόλυτη φειδώ, όπως επιτάσσει το συνταγματικό έθιμο που την ανέχεται μόνο για κρίσιμα εθνικά θέματα και μόνο στο βαθμό που αυτά δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης.

Στον αθέατο κόσμο, είναι κοινό μυστικό ότι ο κ. Παυλόπουλος τοποτηρεί και εγγυάται την ανομολόγητη συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με την καραμανλική δεξιά και δι’ αυτής με το βαθύ κράτος. Αυτή η συμμαχία εξυπηρετείται με τοποθετήσεις σε κρίσιμες θέσεις προσώπων κοινής πολιτικής καταγωγής με τον Πρόεδρο. Οι πλέον εμβληματικές είναι οι περιπτώσεις του νυν Προέδρου του ΣτΕ, γνωστού για την ψήφο του υπέρ του Αχιλλέα Καραμανλή στο εκλογοδικείο, και του υφυπουργού δικαιοσύνης, διοικητή της ΕΥΠ επί Κώστα Καραμανλή.

Κλείνω με τη θέση ότι η πολιτεία Παυλόπουλου, όσο κι αν εξυπηρετεί τους καραμανλικούς επιγόνους, δεν τιμά την καραμανλική παράδοση. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θέλησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θεσμικό αντίβαρο στην αυθαιρεσία της κυβερνητικής παντοδυναμίας κι έτσι πορεύτηκε όσο ο ίδιος κατείχε το αξίωμα. Ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του ρόλο εξαπτέρυγου ή πολυτελούς κυβερνητικού εκπροσώπου.

——————————————————

Εκτός θεσμικού ελέγχου (εφημερίδα Καρφίτσα, 24.10.2015)

Να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές: Ο πρώτος μήνας της δεύτερης φοράς αριστερά δείχνει ότι σαφής πρόθεση της κυβέρνησης είναι η εξουδετέρωση κάθε ανεξάρτητου θεσμικού ελέγχου στην άσκηση της πολιτικής της. Επιδίωξή της, δηλαδή, δεν είναι μόνο η (έστω) θεμιτή πολιτική κυριαρχία, αλλά και μια επιπρόσθετη θεσμική μονοκρατορία που να της επιτρέπει απερίσπαστα την ανεξέλεγκτη διαχείριση κρίσιμων πόρων και την πελατειακή εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων και παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.
Για το αληθές του λόγου, απαριθμώ τις αποδείξεις: Η κυβέρνηση, αφού τοποθέτησε, μετά από τυπική διαβούλευση, νύκτα την κυρία Θάνου Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, εδώ και τέσσερις μήνες αποφεύγει την επιλογή Προέδρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει μια ιδιότυπη ομηρία των δύο αυτών ανώτατων δικαστηρίων, αφού θεωρεί ότι οι υποψήφιοι πρόεδροι (δηλαδή οι νυν αντιπρόεδροι) και οι υποψήφιοι αντιπρόεδροι (δηλαδή οι νυν εισηγητές) δύσκολα θα την «στενοχωρήσουν» σε κρίσιμες υποθέσεις. Παράλληλα, βέβαια, δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την αναβάθμιση της διοικητικής δικαιοσύνης που αποτελεί το φυσικό καταφύγιο του πολίτη έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας.
Ανάλογη είναι η κυβερνητική δυσανεξία στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές. Στο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου απουσιάζει οποιαδήποτε αναβάθμιση ή χορήγηση αρμοδιοτήτων τόσο στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης όσο και στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Αντ` αυτών ο Υπουργός Επικρατείας αναγορεύεται στον απόλυτο ρυθμιστή των αδειοδοτήσεων, αφού θα αποφασίζει για τον τελικό αριθμό των καναλιών, την τιμή εκκίνησης για την εκχώρηση των αδειών κοκ.
Στο πλαίσιο αυτό δεν προκαλεί εντύπωση ούτε η προσπάθεια εξώθησης σε παραίτηση της κυρίας Σαββαΐδου από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, δηλαδή της μόνης ίσως κρατικής υπηρεσίας που απολαμβάνει εγγυήσεις θεσμικής ανεξαρτησίας. Στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση η κυβέρνηση ξεπερνά τον εαυτό της. Την ίδια στιγμή που, με πρόσχημα το τεκμήριο της ποινικής αθωότητας, επιτρέπει την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία βαριά παραβατικών υπαλλήλων, αξιώνει από την κυρία Σαββαΐδου να εγκαταλείψει οικειοθελώς τη θέση της με μόνη δικαιολογία την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της. `Οποιος, όμως, μπει στον κόπο να διαβάσει τις αναλυτικές εξηγήσεις της κυρίας Σαββαΐδου, δεν μπορεί παρά να καταλάβει το έωλο της δίωξης, αλλά κυρίως να ανησυχήσει για την προθυμία εισαγγελικών λειτουργών να συνδράμουν την κυβερνητική μεθόδευση.
Κλείνω με τη διατύπωση της εύλογης απορίας: αν αυτό είναι το δείγμα της θεσμικής γραφής του ΣΥΡΙΖΑ, ποιο θα είναι άραγε το περιεχόμενο της πρότασής του για τη συνταγματική αναθεώρηση;

Advertisements

Η συζήτηση για τη νομική φύση του ονόματος χώρου / domain name στην ελληνική έννομη τάξη ορίζεται από δύο σταθερές:
Πρώτη σταθερά είναι ο νομοθετικός ορισμός του όρου, ο οποίος περιέχεται στην απόφαση 693/9 του 2013 της ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ, δηλαδή στον «Κανονισμό Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (Domain Names) με κατάληξη .gr».
Δεύτερη είναι η πλέον πρόσφατη αρεοπαγιτική απόφαση 371/2012, η οποία αξιολογεί τη φύση και τη λειτουργία στις συναλλαγές του domain name αποδίδοντάς το ως «όνομα περιοχής». `Ηδη, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η επιλογή από τον `Αρειο Πάγο άλλης μετάφρασης στα ελληνικά του όρου domain («περιοχή») από αυτήν που επέλεξε δρώντας κανονιστικά η αρμόδια ανεξάρτητη αρχή («χώρος») έχει την υπόρρητη σημασία της.

afisaΑς ξεκινήσουμε με το νομοθετικό ορισμό: Το `Ονομα Χώρου πρόκειται για «έvα αλφαριθμητικό στοιχείο το οποίο εκχωρείται προς χρήση σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο με σκοπό την χρήση, από το συγκεκριμένο πρόσωπο ή με την συναίνεση του, πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου».
Ο τεχνικός ορισμός είναι σαφής και περιγράφει ένα μέσο άσκησης του δικαιώματος συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5Α του Συντάγματος. Επειδή τα γεγονότα είναι πρόσφατα και η Τουρκία πολύ κοντά μας, ας σημειώσουμε ότι η συνταγματική διάταξη και η διοικητική διαδικασία εκχώρησης ονομάτων χώρου δημιουργούν ένα ελάχιστο πληροφοριακό κεκτημένο και στην εσωτερική έννομη τάξη, το οποίο δεν μπορεί πλέον να παραβιαστεί. Χωρίς μακρηγορία, στην ελληνική έννομη τάξη είναι αδύνατο, για παράδειγμα, το γενικευμένο κατέβασμα ιστοσελίδων, όπως είναι αδύνατη και η διακοπή της εκχώρησης domain names.
Αν τώρα σκεφτούμε σε τι κατατείνει πρωταρχικά η χρήση από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο «πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου», η αυθόρμητη και αυτόματη απάντηση είναι ότι κατοχυρώνει έναν ψηφιακά εντοπίσιμο και εντοπισμένο, αλλά και «περιχαρακωμένο» και κυρίαρχο, χώρο κάθε είδους δράσης: απλής επικοινωνίας, διάδοσης ιδεών και, φυσικά, οικονομικής δραστηριότητας.

Ακριβώς εξαιτίας αυτής της πρωταρχικής άυλης χωρικότητας θεωρία και νομολογία ξεκίνησαν εξετάζοντας αν ο τρόπος εντοπισμού του ψηφιακού χώρου -με άλλη διατύπωση: η «ηλεκτρονική διεύθυνση»- αν, λοιπόν, είτε παραβιάζει άλλα έννομα αγαθά είτε πρέπει να περιορίσει την άσκηση άλλων δικαιωμάτων.
Εξηγούμαι: Από την πρώτη ελληνική νομολογιακή αναφορά σε «ηλεκτρονική διεύθυνση» (απόφαση 7569/1997 ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) μέχρι την απόφαση 371/2012 του ΑΠ που ορίζει τη φύση και τη λειτουργία του domain name, επειδή αμφότερες είχαν ως αντικείμενο τη σύγκρουση μεταξύ σήματος και domain name, πρώτο τους μέλημα είναι να διευκρινίσουν ότι, καταρχήν, η νομοθετική απαγόρευση (άρθρο 20 παρ.1 ν. 2239/1994 και ήδη άρθρο 126 παρ.1 ν. 4072/2012) παρεμπόδισης με χρήση σήματος τρίτων να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ενδείξεις σχετικές με τον χώρο άσκησης μίας δραστηριότητας, αφορά όχι μόνο σε μια γεωγραφική περιοχή ή διεύθυνση, αλλά και στις ψηφιακές «περιοχές» και τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις που ορίζονται κυριαρχικά με τη χρήση ενός domain name.

Ολοκληρώνω με τη δεύτερη σταθερά. Η απόφαση 371/2012 του ΑΠ περνά από την «εμπράγματη» θεώρηση του ψηφιακού χώρου στην αντιμετώπισή του ως πεδίου άσκησης εμπορικής δραστηριότητας. Στο πεδίο αυτό κρίσιμη είναι η ένταξη του Ονόματος Χώρου στις γνωστές μας έννοιες του δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων. Οι διατυπώσεις και οι παραδοχές της απόφασης είναι χαρακτηριστικές.
Παραθέτω: «βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου [θα προσθέσω όχι μόνο ηλεκτρονικού], αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο, όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών.
Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το «domain name» (όνομα περιοχής), το οποίο κατ` ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ` επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα.
Το «domain name» δεν μπορεί κατ` αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία.
Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο «domain name» μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος».

Κλείνω με μία γενική παρατήρηση.
Η σημερινή ημερίδα για τα 10 χρόνια του κοινοτικού Ονόματος Χώρου .eu έχει αυτονόητη επικαιρότητα. Σε μία προεκλογική περίοδο ευρωεκλογών καλό είναι να θυμόμαστε και να τονίζουμε κάθε διαδικασία ενοποίησης και σύγκλισης του ευρωπαϊκού μας χώρου. Επιτρέψτε μου να θυμηθώ το όχι και τόσο μακρινό 2008. Τότε με αφορμή τις δικηγορικές εκλογές η παράταξη, στην οποία συμμετείχα, είχε κατοχυρώσει κοινοτικό `Ονομα Χώρου για την ιστοσελίδα της («ananeotiki.eu»). Σε ένα κλίμα μισαλόδοξου εθνικισμού, προδρομικού του σημερινού, η επιλογή αυτή είχε χαρακτηριστεί από μερίδα του τύπου ως ακραία ανθελληνική..

* Ομιλία στην επιστημονική ημερίδα «Το κοινοτικό όνομα χώρου .eu – Δέκα χρόνια λειτουργίας» (29.4.2014). Συνδιοργάνωση: Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης (ΔΣΘ), Σύνδεσμος Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ), Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πληροφορικής Βορείου Ελλάδος (ΣΕΠΒΕ)

εκδηλωση αιγιαλού
Περίληψη της τοποθέτησής μου:
«Το νομοσχέδιο για τον αιγιαλό συνιστά σαφή του αλλαγή του επί δεκαετίες ισχύοντος παραδείγματος. Μέχρι σήμερα το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη χρήση του αιγιαλού και της παραλίας μόνο κατ` εξαίρεση αποκλείει τους πολίτες από την ακώλυτη πρόσβασή τους στα αγαθά αυτά. Η τομή που επιχειρείται μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα. Οι δυνατότητες παραχώρησης του αιγιαλού και της παραλίας στην ιδιωτική επιχειρηματική δράση διευρύνονται (άρθρο 2), καθώς δικαιολογούνται πλέον με την επίκληση «επιτακτικού» δημόσιου συμφέροντος (τέτοιο είναι το δημοσιονομικό συμφέρον) και των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας (τέτοιες είναι οι μνημονιακές). Ο σκοπός, μάλιστα, των παραχωρήσεων ανάγεται σε αυτοσκοπό, αφού για πρώτη φορά το συμφέρον που εξυπηρετείται με αυτές συγκρίνεται με το δικαίωμα χρήσης των πολιτών, το οποίο αποκλείεται αν «σταθμιστεί» ως υποδεέστερο (άρθρο 10). Το νέο νομοσχέδιο στην ουσία προαναγγέλθηκε το 2011 με τον ιδρυτικό νόμο του ΤΑΙΠΕΔ, στον οποίο προβλέπεται δυνατότητα παραχώρησης αιγιαλού και παραλίας για 99 χρόνια, ενώ η κοινή χρήση των παραχωρούμενων επιτρέπεται μόνο εφόσον προβλέπεται στη σχετική σύμβαση. Ωστόσο οι συνέπειες του νομοσχέδιου είναι αντιμετωπίσιμες. `Οσο κι αν η προσεκτική διατύπωση των διατάξεών του τις προστατεύει από προφανή αντισυνταγματικότητα, οι δράσεις που θα επιχειρηθούν κατ` εφαρμογή του, θα υποστούν συγκεκριμένο δικαστικό έλεγχο συνταγματικότητας και συμβατότητάς τους με την κοινή περιβαλλοντική νομοθεσία, η οποία δεν θίγεται με το νομοσχέδιο.»

Εκτενής παρουσίαση της εκδήλωσης σε άρθρο του Γιάννη Καρλιάμπα στην εφημερίδα «δρόμος της Αριστεράς», φύλλο 28.6.2014

656Ομιλία στη παρουσίαση του βιβλίου του «Στο ρίσκο της κρίσης. Στρατηγικές της Αριστεράς των δικαιωμάτων» (εκδ. Αλεξάνδρεια)
Θεσσαλονίκη 20.12.2013, βιβλιοπωλείο ΒιβλιοΡΥΘΜΟΣ*

Βρεθήκαμε για να συστήσουμε ένα πολιτικό βιβλίο και να μιλήσουμε για πολιτική.
Αφήνω τους προλόγους για το τέλος και μπαίνω στην ουσία: Ο Δημήτρης έγραψε το βιβλίο του με δύο αγωνίες: Η πρώτη είναι πώς η αριστερά θα κερδίσει την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και η δεύτερη είναι πώς δεν θα καταρρεύσει ασκώντας εξουσία.
`Ηδη η ορολογία προδίδει την τακτική που θέτει στην υπηρεσία της στρατηγικής του αγωνίας. Μιλά για την Αριστερά και όχι για τον ΣΥΡΙΖΑ μόλο που δεν κρύβει τη συμπόρευσή του μ` αυτόν. Συστήνει δηλαδή χωρίς περιστροφές πολιτικές ευρύτερων συμμαχιών τόσο για το πριν όσο και για το μετά.
Αξίζει να δούμε την τόλμη με την οποία ανοίγει τη συζήτηση.
Παίρνει δύο «τζιζ» για την αριστερά έννοιες, τις μεταρρυθμίσεις και την ασφάλεια, και με θάρρος τις τοποθετεί στην καρδιά της αριστερής ατζέντας, χωρίς να μένει στα εύκολα διαδικαστικά ευχολόγια περί διαλόγου. Αντίθετα προτείνει θέσεις συμβιβασμού και συμπόρευσης. Στέκομαι στις μεταρρυθμίσεις.
Ο Δημήτρης εισάγει δύο θέσεις.
Η πρώτη είναι ο διαχωρισμός του δικαιώματος από το κεκτημένο και όλοι καταλαβαίνουμε τι εννοεί. Εμένα μου αρέσει και λεκτικά: το δικαίωμα είναι μία διαρκής διεκδίκηση, μία έννοια δυναμική, σε αντίθεση με τη στατικότητα της κτήσης και τη βαρβαρότητας της κατάκτησης. Και πάλι είναι σαφής: πρέπει να αναζητήσουμε το περιεχόμενο της νέας μεταμνημονιακής λιτότητας και κλείνει το μάτι στην έννοια της δίκαιης λιτότητας που εισηγείται ο έτερος φίλος Μάνος Ματσαγγάνης. `Αρα, με γνώμονα την αλληλεγγύη των αδύναμων, θα θυσιαστούν κεκτημένα για να εξασφαλιστεί το ισοδύναμο σε δικαιώματα. Συμφωνώ και επαυξάνω. Αυτή η αναδιανομή νομιμοποιεί και δικαιώνει τη υπεράσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων και την υπεράσπιση του πλούτου που πρέπει να παραμείνει στη δημόσια κυριότητα, αλλά συγχρόνως πρέπει και να αφαιρεθεί από την ιδιοτελή νομή του απαξιωμένου πολιτικού και συνδικαλιστικού προσωπικού.
Η δεύτερη θέση είναι εξίσου προκλητική. Πρέπει, λέει, να αναζητήσουμε το περιεχόμενου ενός κρίσιμου 20% που διαστρέφει τη μεταρρυθμιστική πορεία της χώρας, που ακόμη και ορθές επί της αρχής πολιτικές τις καταντά εξουθενωτικές για τους πολίτες και αναποτελεσματικές για τη διοίκηση.
Ο Δημήτρης αποδίδει τη διαστροφή σε ένα νεοφιλελεύθερο ισοπεδωτικό σχέδιο. Δεν συμμερίζομαι πλήρως την ένταση αυτής της θέσης. Η δική μου γνώμη είναι ότι η διαστρέβλωση οφείλεται σε όχι ευκαταφρόνητο βαθμό στο πελατειακό βάρος και τη διαφθορά που φέρει ένα πολιτικό προσωπικό, το οποίο καλείται να μεταρρυθμίσει κάτι που το ίδιο έφτιαξε και εντός του οποίου εξετράφη. Αυτή είναι η αιτία των οριζόντιων μέτρων, με τα οποία τελειώνει διαδικαστικά και απαξιώνεται ουσιαστικά κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.
`Οσα προηγήθηκαν εξηγούν και μία άλλη πεποίθησή μου. Ο Δημήτρης σπάνια αυτοσυστήνεται ως νομικός. Επιτρέψτε μου όμως να πω ότι είναι από τους λίγους που υπερασπίζονται την τιμή της επιστήμης του συνταγματικού δικαίου στη χώρα. Γι αυτό έχει ιδιαίτερη αξία το κεφάλαιο του βιβλίου που αναφέρεται στο συνταγματικό βερμπαλισμό. Εκεί δείχνει πόσο δημιουργικά έχει ενσωματώσει στη σκέψη του τη διδασκαλία του Μάνεση προτείνοντας την υπεράσπιση του ισχύοντος συντάγματος τόσο έναντι της παραβίασής του από την κυβερνητική πολιτική όσο και έναντι της εξ αριστερών απαξίωσής του που περιέχεται στο δήθεν επαναστατικό αίτημα για ένα νέο σύνταγμα. Δεν επεκτείνομαι γιατί το θέμα ανήκει στην Ιφιγένεια Καμτσίδου. `Αλλωστε τα όρια αυτού του βερμπαλισμού, για τον οποίο ο Δημήτρης μίλησε έγκαιρα, εμφανίστηκαν πρόσφατα στις οθόνες μας υπό τη μορφή του Κατρουγκάλου σε εκπομπή του Πρετεντέρη. Προσθέτω μόνο ότι, μαζί με τον τρέχοντα βερμπαλισμό και δικαστικό ακτιβισμό, αξίζει να ξαναδούμε κριτικά τη συνταγματική νομολογία της εποχής των παχέων αγελάδων, όταν τα στοιχειώδη της κοινωνικής αλληλεγγύης (ΛΑΦΚΑ, πλαφόν στα εφάπαξ κλπ, όλα θεσμικές πρωτοβουλίες της επάρατης για το Δημήτρη κεντροαριστεράς) κρίνονταν αντισυνταγματικά.
Κλείνω με τον πρόλογο που έπρεπε να προηγηθεί. Ο Δημήτρης ξεχωρίζει γιατί ξέρει να ενώνει και όχι να συγκολλά. Ξέρει όχι μόνο να βρίσκει τους κοινούς τόπους αλλά και να στρατολογεί σε κοινές δράσεις. Ξέρει να μετουσιώνει τις ιδέες σε υλοποιήσιμους στόχους. Δεν περιφρονεί τις μικρές νίκες γιατί ξέρει να τις εντάσσει στο συνολικό σχέδιο.
Το βιβλίο του συμπυκνώνει αυτές ακριβώς τις αρετές και γι` αυτό τον ευχαριστώ που με κάλεσε να το παρουσιάσω.
Ευχαριστώ επίσης όλες και όλους εσάς!

* Στην ίδια εκδήλωση για το βιβλίο κατά σειρά μίλησαν οι Ιφιγένεια Καμτσίδου, Μιχάλης Μπαρτζίδης και Γεράσιμος Βώκος. Η παρουσίαση έκλεισε με τις παρατηρήσεις του συγγραφέα.

ert_general-26-thumb-large
Αν δούμε το θέμα της κατάργησης της ΕΡΤ από την καθαρά τεχνική νομική πλευρά του, το συμπέρασμα είναι ότι η μετάδοση ενός ελάχιστου προγράμματος και η συνέχιση μέρους των λειτουργιών της είναι δυνατό να διασωθούν μόνο με δικαστική παρέμβαση.
Εξηγούμαι:
1. Τα νομοθετικά βήματα της κυβέρνησης ήταν τα εξής:
α) Το άρθρο 14Β παρ.1 του ν.3429/2005, όπως αυτό έχει νομοθετηθεί και τροποποιηθεί με μία σειρά διατάξεων της μνημονιακής νομοθεσίας, προέβλεπε ήδη τη δυνατότητα κατάργησης της ΕΡΤ ΑΕ και άλλων φορέων με κοινή απόφαση του υπουργού Οικονομικών και του καθ` ύλη αρμόδιου υπουργού (δηλαδή των Στουρνάρα και Κεδίκογλου, Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, αρμόδιου για την ΕΡΤ).
β) Η δεύτερη όμως παράγραφος του ίδιου άρθρου δεν «βόλευε» τους χειρισμούς γιατί, όπως ίσχυε μέχρι τις 11.6.2013, προέβλεπε σύμπραξη του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης (Μανιτάκης) στην περίπτωση που το δημόσιο διαδέχεται τον καταργούμενο φορέα.
γ) Ακριβώς για να αφαιρεθεί κάθε αρμοδιότητα από τον Μανιτάκη εκδίδεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, χωρίς συνυπογραφή των υπουργών του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 10-6-2013 (ΦΕΚ Α` 139/11.6.2013), που ορίζει μόνους αρμόδιους για την κατάργηση και τη διακοπή κάθε λειτουργίας του φορέα τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό.
δ) Αμέσως μετά οι δύο παραπάνω υπουργοί εκδίδουν την Κ.Υ.Α. αριθ. οικ. 02/11.6.2013 (ΦΕΚ Β’ 1414/11.6.2013), που καταργεί την ΕΡΤ ΑΕ και τις θυγατρικές της, διακόπτει τη μετάδοση του σήματός της, την έκδοση εντύπων και τη λειτουργία των ιστοσελίδων της και ορίζει ότι το δημόσιο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ.1 του Συντάγματος η ΠΝΠ ισχύει άμεσα και δεν καταργείται αναδρομικά ακόμη κι αν δεν κυρωθεί από τη βουλή εντός τριμήνου από την υποβολή της στην Ολομέλεια. Η υποβολή πρέπει να γίνει εντός σαράντα ημερών από τις 11.6.2013 ή (αν η βουλή διακόψει στο μεταξύ τη σύνοδό της) εντός σαράντα ημερών από τη νέα σύγκλιση της ολομέλειας. Επίσης, αν δεν γίνει κάτι στο μεταξύ, η επανάληψη των λειτουργιών της πρώην ΕΡΤ, ακόμη κι αν δεν κυρωθεί η ΠΝΠ, μπορεί να γίνει μόνο εφόσον ψηφιστεί νέος νόμος. Με το χαμό που θα `χει γίνει λόγω της μη κύρωσης, συμφωνία για νέο νόμο δεν προβλέπεται εύκολη.

3. Το κάτι που μπορεί να γίνει είναι μόνο προσβολή με αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ της απόφασης των Στουρνάρα – Κεδίκογλου (η ΠΝΠ δεν προσβάλλεται δικαστικά). Εννοείται ότι για να έχει νόημα και αποτέλεσμα η δικαστική κίνηση, μπορεί και πρέπει να ζητηθεί και η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης των υπουργών. Αν επιτευχθεί η αναστολή μέχρι τη συζήτηση στη βουλή της κύρωσης της ΠΝΠ, το κυβερνητικό σχέδιο ματαιώνεται αν η βουλή δεν κυρώσει τελικά την ΠΝΠ. Αν δεν επιτευχθεί η αναστολή, το κυβερνητικό σχέδιο θα έχει εν πολλοίς ολοκληρωθεί. Ένα είναι βέβαιο: το ΣτΕ θα βρεθεί σε μεγάλο δίλημμα.

4. Κατά τη γνώμη μου, η υπουργική απόφαση, με τον τρόπο που καταργεί την ΕΡΤ και διακόπτει τη λειτουργία της, ελέγχεται συνταγματικά γιατί παραβιάζει το άρθρο 15 παρ.2 που καθορίζει μια σειρά κρατικών υποχρεώσεων στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, και το άρθρο 5Α που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην πληροφόρηση και το δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Ιδίως η παράκαμψη των αρμοδιοτήτων του ΕΣΡ, η διακοπή της λειτουργίας της ιστοσελίδας της ΕΡΤ, η διακοπή της ψηφιακής μετάδοσης προγράμματός της, καθώς και η διακοπή του σήματος του BBC, της Deutsche Welle και του ΡΙΚ ενισχύουν τα επιχειρήματα περί της αντισυνταγματικότητας και διευρύνουν τον κύκλο των ατόμων που έχουν έννομο συμφέρον στην άσκηση της αίτησης ακύρωσης.

6--15-thumb-largeΑς εξετάσουμε τον πνιγμό του Μανιτάκη στη μια κουταλιά της ΔΗΜΑΡ. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατοχυρώνει το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη. Στοιχείο μιας τέτοιας δίκης είναι η εύλογη διάρκειά της, έτσι ώστε η εκκρεμοδικία να μην εξοντώνει το διάδικο. Δικαίωμα στην εύλογη διάρκεια της δίκης έχει και ο διάδικος εργοδότης και ο διάδικος εργαζόμενος. Στην εσωτερική έννομη τάξη απαγορεύεται η προσωρινή προστασία των ασφαλιστικών μέτρων να φτάνει σε πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος του αιτούντος διαδίκου. Από αυτά τα στοιχειώδη προκύπτει ότι μια εργατική διαφορά πρέπει να περατώνεται δικαστικά αμέσως και ότι δεν επιτρέπεται να παρατείνεται εσαεί μια εργασιακή σχέση με προσωρινές διαταγές και αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων.

Συγχρόνως, το Σύνταγμα προβλέπει τη διάκριση των εξουσιών και το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. `Ετσι απαγορεύεται η νομοθετική ανατροπή δικαστικών αποφάσεων, ακόμη κι αν αυτές είναι προσωρινές διαταγές ή αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων. Και πάλι σε εφαρμογή της αξίωσης για εύλογη διάρκεια της δίκης και της απαγόρευσης πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος με ασφαλιστικά μέτρα, ο εργοδότης έχει το συνταγματικό δικαίωμα να επιδιώξει δικαστικά την ανάκλησή τους. `Αρα ο συνταγματολόγος Μανιτάκης, κι αν ακόμη διαπιστώνει καταστρατηγήσεις, δυσλειτουργίες και υπονόμευση της κυβερνητικής πολιτικής μέσω στρεψοδικιών, δεν είχε κανένα λόγο να πάει να πνιγεί, δηλαδή να εισηγηθεί νομοθετική παρέμβαση που φτάνει στην ανατροπή υφιστάμενων δικαστικών αποφάσεων. Αντίθετα ορθά προτείνει χρονικούς περιορισμούς στις σχετικές δίκες. Μόνο που κάνει τη μισή δουλειά γιατί δεν προτείνει να νομοθετηθεί ότι οι χρονικές προβλέψεις για σύντομο προσδιορισμό και σύντομη έκδοση αποφάσεων καταργούν κάθε αντίθετη πρόβλεψη των εσωτερικών κανονισμών των δικαστηρίων, μέσω των οποίων ο δικαστικός συνδικαλισμός ακυρώνει στην πράξη κάθε προσπάθεια επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύνης.

Από την άλλη, ο εργατολόγος Ρουπακιώτης, πνιγμένος σε άλλα, πιάνεται από τα μαλλιά του. Στην τρικυμία του αταξίδευτου Μανιτάκη, κάνει πως δεν γνωρίζει ότι το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι ΟΤΑ και, κυρίως, οι κρατικές επιχειρήσεις, πλειστάκις αντιδικούν τύποις και χαλαρά με τους εργαζόμενούς τους νίπτοντας βολικά τας χείρας, όταν προσωρινές διαταγές και αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων διατηρούν αναλλοίωτο το προσωπικό τους. Με πρόσχημα μια δικαστική απόφαση που όλοι την εύχονται, το σύμπαν είναι ανακουφισμένο: Η κυβέρνηση έχει νομοθετήσει αλλαγή εργασιακών σχέσεων, τα συνδικάτα έχουν αντιδράσει, οι διοικήσεις έκαναν ό,τι μπορούσαν, οι εργαζόμενοι πλήρωσαν κάτι παραπάνω, οι δικηγόροι αμείφθηκαν και όλοι μαζί δηλώνουν τον ανυπόκριτο σεβασμό τους στην ελληνική δικαιοσύνη. Και όταν όλοι μαζί είναι τόσο ευτυχείς και σίγουροι ότι οι ίδιοι, πάντως, έπραξαν το καθήκον τους, γιατί οι δικαστές να κάνουν τον κακό; Μήπως, αν όχι όλοι, δεν έχουν κάποιοι κι απ` αυτούς (συνδικαλιστική) ψυχή και (εργασιακά) δικαιώματα;

Επιμύθιο: Στο beach bar και τις παραλίες σίγουρα περνούν οι θαλασσόλυκοι που προτιμούν χαζολογώντας να απολαύσουν το ποτό τους, από εκείνους που δοκιμάζουν το κύμα με μπρατσάκια.

αναρτήθηκε στο egnatiapost στις 28.4.2013 http://www.egnatiapost.gr/index.php/opinions/item/7514-ο-πνιγμός-του-μανιτάκη-στο-beach-bar

Ο Χαράλαμπος Αθανασίου, πρόεδρος της πολυπληθέστερης συνδικαλιστικής δικαστικής ένωσης, επιλογή του Αντώνη Σαμαρά για τη θέση του επικεφαλής του ψηφοδέλτιου επικρατείας της ΝΔ, δεν είναι άγνωστος. Είναι ο εισηγητής της άποψης ότι, παρά τη ρητή απαγόρευση του Συντάγματος, οι δικαστές δικαιούνται να απεργούν ή να περιορίζουν την εκδίκαση των υποθέσεων αναλόγως της μείωσης των μισθών τους. Παλιότερα, είχε συνηγορήσει υπέρ της πειθαρχικής δίωξης των συναδέλφων του συνδικαλιστικών του αντιπάλων, που τόλμησαν να ασκήσουν κριτική στο βίο και την πολιτεία του δίδυμου Ρωμύλου Κεδίκογλου και Γιώργου Σανιδά. Πρόσφατα, αφού ξιφούλκησε κατά των απόψεων της τρόικας για την αποτελεσματικότητα της ελληνικής δικαιοσύνης, αρνούμενος κάθε μερίδιο ευθύνης της για την πολυεπίπεδη ελληνική κρίση, έφτασε στο σημείο να υπερασπιστεί το δικαστικό λειτουργό που ευθύνεται για τη διαφυγή του Μάκη Ψωμιάδη στο εξωτερικό.

Ο ίδιος ο κ. Αθανασίου αιτιολόγησε στο δελτίο του MEGA την ένταξή του στο ψηφοδέλτιο επικρατείας της ΝΔ ως εξής:

«Ο Πρόεδρος της ΝΔ, ο Αντώνης Σαμαράς, με το οποίο γνωρίζομαι από πολλά χρόνια, ήταν ο αποφασιστικός παράγων που δέχτηκα να αλλάξω χώρο δραστηριότητας, από τη δικαιοσύνη στην πολιτική. Είναι ένας άνθρωπος, τον οποίο πιστεύω, έχω γνωρίσει πολύ καλά -με συγχωρείτε για την έκφραση- τον έχω τσεκάρει. Πιστεύω ότι θέλει να πάει τη χώρα δυο βήματα πιο πέρα κι αυτός ήταν ο λόγος που με έκανε να ανταποκριθώ στην πρότασή του. Μου έκανε εντύπωση η διαφάνεια, την οποία θέλει να έχει ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, όπως έχει δηλώσει, και η εφαρμογή του νόμου χωρίς εκπτώσεις».

`Αν αυτή είναι η κρίση του πιο προβεβλημένου δικαστή της χώρας για το πρόσωπο του Αντώνη Σαμαρά, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να κατανοήσουμε ποια είναι η ποιότητα των ημεδαπών δικαστικών αποφάσεων. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο πιο «αποφασιστικός παράγων» για την έκβαση μιας δίκης είναι η ικανότητα του δικαστή να αξιολογεί την αξιοπιστία μαρτύρων και κατηγορουμένων.

Στο δικαστικό μας σύστημα, τα ανώτατα δικαστήρια, όπως ο `Αρειος Πάγος, στον οποίο υπηρετεί ο κ. Αθανασίου, δεν αξιολογούν τις μαρτυρικές καταθέσεις. Κατά το νόμο αυτά περιορίζονται μόνο σε νομικές κρίσεις. Ταιριαστά με τη νομική παράδοση, ο κ. Αθανασίου προτίμησε να ενταχθεί ως βουλευτής επικρατείας απευθείας στην ανώτατη βαθμίδα της πολιτικής. Εκεί, ελλείψει σταυρού, δεν διακινδυνεύει να αξιολογηθεί από τους πολίτες για την ομολογία του περί της γοητείας που του ασκεί ο Αντώνης Σαμαράς. Επειδή όμως η γοητεία δεν μπορεί παρά να είναι αμοιβαία, στους πολίτες απομένει να αξιολογήσουν όχι μόνο ποια δικαιοσύνη οραματίζεται ο Αντώνης Σαμαράς, αλλά και τι μερίδιο ευθύνης αναλογεί στην παράταξή του για τον τρόπο, με τον οποίο ασκείται η δικαστική εξουσία στη χώρα μας. `Ισως γι` αυτό, η υποψηφιότητα Αθανασίου είναι χρήσιμη. Μας υπενθυμίζει ότι η δικαιοδοτική λειτουργία υπόκειται στον έλεγχο και την κριτική του πολίτη, γιατί βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής, δηλαδή του τρόπου άσκησης της κρατικής εξουσίας.

Επόμενη σελίδα: »