dimart

papafeio

—του Γιάννη Κωνσταντίνου για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά πλέον.

Στο Παπάφειο `Ιδρυμα, το ιστορικότερο ορφανοτροφείο της Θεσσαλονίκης, καταγγέλλεται ότι βιάστηκε κατ` επανάληψη ένα αγόρι 7 χρονών από άλλο αγόρι 13 χρονών. Η διοίκηση του ιδρύματος, της οποίας ex officio προϊσταται ο εκάστοτε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, δεν αντέδρασε όταν έμαθε την πρώτη φορά του περιστατικού με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν κι άλλες τους επόμενους τρεις μήνες. Το συμβάν έγινε το 2012 και σχετική προκαταρκτική εξέταση πρέπει να άρχισε αμέσως. Το παράδοξο είναι ότι η δίωξη για παράβαση καθήκοντος και υπόθαλψη εγκληματία κατά των μελών της διοίκησης του ιδρύματος ασκήθηκε μόλις πριν από λίγες ημέρες με διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών. Ο ίδιος ο μητροπολίτης Άνθιμος φέρεται να ομολογεί ότι γνώριζε το περιστατικό και ότι εκτίμησε ως καλύτερο να μην καταγγελθεί στις αρχές.

Για λόγους καταγραφής, άλλως για να σώσω τη μακεδονοδικηγορική ψυχή μου από τις τύψεις…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 194 επιπλέον λέξεις

wellcome_imageΣτις 16.3.2015 διοργανώθηκε στην Αθήνα επιμορφωτική ημερίδα των σπουδαστών της κατεύθυνσης Διοικητικής Δικαιοσύνης της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. Προσκλήθηκα ως ομιλητής από το Γενικό Διευθυντή της Σχολής κ. Μιχάλη Πικραμένο, Σύμβουλο Επικρατείας, τον οποίο ευχαριστώ θερμά και από αυτή τη θέση. Υπό την προεδρία του επίτιμου Αντιπροέδρου του ΣτΕ, κ. Γιώργου Σταυρόπουλου, εισηγήσεις ανέπτυξαν επίσης η Σύμβουλος Επικρατείας κα Σίση Χρυσικοπούλου και η Συνήγορος του Πολίτη, Καθηγήτρια κα Καλλιόπη Σπανού.

Η πρόσκληση να τοποθετηθώ για το θεσμό της επιθεώρησης από την οπτική του δικηγόρου της πράξης μου προκάλεσε αμηχανία. Η αμηχανία αυτή θα ήταν μικρότερη αν το ακροατήριο ήταν δικηγορικό, αφού τότε η προσέγγιση θα ήταν περισσότερο δικαιοπολιτική, δηλαδή ένας συνδυασμός θεωρίας και συνδικαλισμού (πάντα με την καλή έννοια).

Αντίθετα, ανάμεσα σε δικαστές και σπουδαστές της σχολής, οι αξιώσεις είναι διαφορετικές: ο λόγος οφείλει να είναι «πρακτικός» και οι προτάσεις εφαρμόσιμες εντός ενός δεδομένου νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου.

Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο από έναν δικηγόρο; Δύσκολα.

Εξηγούμαι:

Ο δικηγορικός κόσμος είναι πρακτικά αποκλεισμένος από τη διαδικασία της επιθεώρησης, όπως ακριβώς είναι αποκλεισμένος από την πειθαρχική δικαιοδοσία των δικαστικών λειτουργών, αλλά και την υπηρεσιακή τους εξέλιξη. Εξίσου αποκλεισμένος είναι και από τη διοίκηση των δικαστικών σχηματισμών, με μικρή εξαίρεση τη συμμετοχή των συλλόγων στη διαχείριση των δικαστικών κτιρίων.

Η συζήτηση για τη δυνατότητα ή τη σκοπιμότητα της συμμετοχής των δικηγόρων ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης σε όλα τα προηγούμενα είναι μεγάλη και πάντως όχι της παρούσης.

`Αρα τι απομένει; Απομένει η κατάθεση από τη μεριά μου του τρόπου, με τον οποίο οι συνάδελφοί μου προσλαμβάνουν τη λειτουργία του θεσμού. Διευκρινιστικά και απολογητικά προειδοποιώ ότι η κατάθεση αυτή είναι μοιραία υποκειμενική και αυστηρά προσωπική.

Απαριθμώ:

Ένα: Ο δικηγόρος θεωρεί την επιθεώρηση έναν προσχηματικό θεσμό. Είναι πεπεισμένος ότι η ενιαύσια θητεία των επιθεωρητών και η ανάδειξή τους με κλήρωση, στερούν από την επιθεώρηση οποιαδήποτε θεσμική σοβαρότητα.

Ακόμη κι αν πειστεί για το ζήλο και την εργατικότητα κάποιου επιθεωρητή, δύσκολα πείθεται ότι αυτός μπορεί να αξιολογήσει το σύνολο των υφισταμένων του. Όχι αδικαιολόγητα, η αναπόφευκτη αποσπασματικότητα ταυτίζεται με την αδικία.

Η αίσθηση της προσχηματικότητας επιτείνεται από την «πληροφορία» ότι οι εκθέσεις επιθεώρησης συντάσσονται με μεγάλη καθυστέρηση (σε κάποιες περιπτώσεις ποτέ) και στη βάση δύο (ακόμη κι αν είναι παραπάνω, αυτός ο αριθμός διαρρέει) αποφάσεων που ο ίδιος ο επιθεωρούμενος προσκομίζει στον επιθεωρητή.

Στο σημείο αυτό η δικηγορική απορία είναι εύλογη, άλλο τόσο εύλογη είναι και η πρόταση: Ο δικηγορικός κόσμος πρέπει να δικαιούται συγκροτημένα και ισότιμα να ενημερώνει τον επιθεωρητή για το δικαιοδοτικό έργο του επιθεωρούμενου με την προσκόμιση και το σχολιασμό των αποφάσεων που εκδίδει ή εισηγείται.

Κατά τη γνώμη μου από μια τέτοια δυνατότητα μόνο όφελος θα προκύψει. Θα αναπτυχθεί διάλογος που θα οδηγήσει σε μια συνολική αξιολόγηση του δικαστή που στόχο θα έχει όχι την τιμωρία του αλλά τη βελτίωσή του. Επίσης, ειδικά για την περίπτωση πολυμελών συνθέσεων, θα φέρει προ των ευθυνών τους την/τον πρόεδρο και το μη εισηγητικό μέλος. Εννοείται ότι προ των ευθυνών τους φέρονται και οι δικηγορικοί σύλλογοι, που η γνώμη τους για μεν τους δικαστές των σχηματισμών των μεγάλων πόλεων αγνοείται, ενώ στις μικρές πόλεις η γνώμη τους συχνά δεν απέχει από το κουτσομπολιό (αν δεν είναι προϊόν μικρής ή μεγάλης διαπλοκής).

Δύο: Ο δικηγόρος εκλαμβάνει την επιθεώρηση ως ένα από τα εργαλεία χειραγώγησης των κατώτερων δικαστών.

Επιτρέψτε μου να πω ότι η εντύπωση αυτή πηγάζει από τα λόγια των ίδιων των δικαστικών λειτουργών που συχνά δικαιολογούν «συντηρητικές», δηλαδή άτολμες, αποφάσεις με επίκληση του φόβου της επιθεώρησης.

Εξίσου όμως επιτείνεται από πληροφορίες που διαρρέουν κατά τη διενέργεια της επιθεώρησης, όπως για παράδειγμα η πληροφορία ότι ο τάδε επιθεωρητής ζήτησε τα ποσοστά των δεκτών αντιρρήσεων αλλοδαπών ή των προσωρινών διαταγών σε υποθέσεις υγειονομικών καταστημάτων. `Οσο κι αν είναι δικαιολογημένη μια τέτοια πληροφόρηση του επιθεωρητή, ο μέσος επιθεωρούμενος δύσκολα αποφεύγει τη σκέψη ότι με την απόρριψη σε τέτοιες υποθέσεις «έχει το κεφάλι του ήσυχο».

Γι` αυτό νομοθετικές ρυθμίσεις περί της αξιολόγησης του «σθένους» του δικαστή ηχούν στ` αυτιά των δικηγόρων ως κακόγουστα ανέκδοτα.

Τρία: Ο δικηγόρος θεωρεί ότι η αδιαφάνεια της επιθεώρησης υποθάλπει την αναξιοκρατία. Συχνά, όταν δεν μπορεί να κατανοήσει την υπηρεσιακή εξέλιξη συγκεκριμένων δικαστών ή την προκλητική ατιμωρησία τους, βγάζει το εύλογο συμπέρασμα είτε ότι η επιθεώρηση έγινε διεκπεραιωτικά και σε πνεύμα συναδελφικής αλληλεγγύης είτε ότι αποτελεί προϊόν πελατειακής συναλλαγής.

Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η εντύπωση αυτή επιτείνεται εξαιτίας του αποκλεισμού του δικηγορικού κόσμου από τη διαδικασία της επιθεώρησης, αλλά και από την πλήρη μυστικότητα των αποτελεσμάτων της (όσο πλήρης μπορεί να είναι στις εποχές μας). Είναι αλήθεια ότι οι αιτιάσεις αυτές είναι πιο έντονες στην πολιτική δικαιοσύνη, όπου επιθεωρητές και επιθεωρούμενοι ανήκουν στο ίδιο σώμα και συμμετέχουν στους ίδιους συνδικαλιστικούς φορείς.

Μάλιστα, δεν είναι σπάνιο το θεσμικά απαράδεκτο φαινόμενο να ταυτίζονται κατά καιρούς ρόλοι συνδικαλιστή, επιθεωρητή και πειθαρχικώς ή υπηρεσιακώς προϊστάμενου. Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω την εμβληματική περίπτωση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεόδωρου Στάθη που απολογούμενος για παθητική δωροδοκία επιδείκνυε τις άριστες εκθέσεις αξιολόγησής του. Το ενδιαφέρον είναι ότι ουδέποτε ελέγχθηκαν πειθαρχικά οι επιθεωρητές που τις συνέταξαν.

Αντίθετα στη διοικητική δικαιοσύνη οι αιτιάσεις αυτές διατυπώνονται με λιγότερη ένταση εξαιτίας της εκπλήρωσης του επιθεωρητικού έργου από λειτουργούς του ΣτΕ. Επιτρέψτε μου και πάλι για να γίνω κατανοητός μια απορία: πως άραγε βαθμολογήθηκαν στο πεδίο του σθένους όσοι πολιτικοί δικαστές δεν συμμετείχαν στην αντισυνταγματική δικαστική απεργία που κήρυξαν συνδικαλιστικά όργανα, στα οποία συμμετέχουν δυνάμει επιθεωρητές τους;

Κλείνω την τρίτη αυτή ενότητα με την παρατήρηση ότι η αδιαφάνεια της επιθεώρησης υπονομεύει το αυτοδιοίκητο των μεγάλων δικαστικών σχηματισμών, καθώς είναι έντονη η δικηγορική αίσθηση ότι ο εκλεγμένος προϊστάμενος αποτελεί ασπίδα του επιθεωρούμενου.

Τελειώνω με σημειολογικές παρατηρήσεις.

Η ορολογία ποτέ δεν είναι αθώα. Η λέξη «επιθεώρηση» έχει μόνο αρνητικούς συνειρμούς. Παραπέμπει είτε στον μπαμπούλα επιθεωρητή στο χώρο της εκπαίδευσης των παλαιότερων δεκαετιών είτε στην ανούσια στρατιωτική επιθεώρηση ευταξίας. Όπως είδαμε, η θεσμική συγκρότηση του θεσμού της δικαστικής επιθεώρησης δεν δίνει την εντύπωση ότι ξεφεύγει επιτυχώς και απολύτως από τα παραπάνω πρότυπα.

Γι αυτό θα συμφωνήσω κι εγώ ότι πρέπει τάχιστα και μεθοδικά να μεταβούμε σε ένα σύστημα αξιολόγησης προσώπων και δομών. Συστατικά του στοιχεία θα είναι το θεσμικό βάθος και η διαφάνεια, αρχικά στο εσωτερικό του δικαστικού σώματος και στη συνέχεια στην κοινωνία. Η τελευταία άλλωστε έχει την ανάγκη μιας αξιόπιστης και αποτελεσματικής δικαιοσύνης. Η έλλειψή της τα τελευταία χρόνια επιτάχυνε την επέλευση της κρίσης, η οποία δεν θα ξεπεραστεί επιτυχώς αν δεν βελτιωθεί η δικαιοδοτική λειτουργία.

Σας ευχαριστώ πολύ.

imagesΗ αρχή της διάκρισης των εξουσιών επιβάλλει την αποχή της πολιτικής από κάθε παρέμβαση στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Αυτό δεν σημαίνει ότι περιττεύει μια πολιτική συζήτηση για τη Δικαιοσύνη στα χρόνια της κρίσης. Πεποίθησή μου είναι ότι η κρίση δεν θα είχε την ίδια ένταση αν είχαμε μια άλλη Δικαιοσύνη, αλλά και ότι η Δικαιοσύνη δεν αποτέλεσε εργαλείο για την υπέρβασή της. Η δικαστική συνδικαλιστική και υπηρεσιακή ηγεσία όχι μόνο δεν αντιλήφθηκε το μέγεθος της επερχόμενης δημοσιονομικής και πολιτικής κρίσης, αλλά συνειδητά επιχείρησε να αποτελέσει οργανικό τμήμα του πολιτικού συστήματος που λίγο μετά κατέρρευσε. Εξασφάλισε στο πολιτικό σύστημα εκτεταμένη ατιμωρησία και ανοχή σε κάθε είδους πελατειακές πρακτικές με αντάλλαγμα ασυνήθιστα υψηλές αποδοχές, φοροαπαλλαγές και κομβικές θέσεις εξουσίας για επιλεγμένα στελέχη της. Συγχρόνως φρόντισε για τη χειραγώγηση του δικαστικού σώματος με ανεπίτρεπτη συγκέντρωση στα ίδια πρόσωπα της συνδικαλιστικής ιδιότητας και της πειθαρχικής και υπηρεσιακής δικαιοδοσίας. Μόνο που οι συνέπειες τέτοιων πρακτικών δεν μπορούν να περιοριστούν στην κορυφή. Διαχέονται στο σύνολο του κοινωνικού σώματος και εξηγούν τα φαινόμενα εκτεταμένης διαφθοράς που φτάνουν μέχρι το χαμηλότατο επίπεδο των κρατικών λειτουργιών, ακριβώς εξαιτίας ατιμωρησίας και πλήρους απαξίας κάθε είδους κυρωτικής διαδικασίας.

Αυτή η στάση επικαθόρισε και την επόμενη μέρα. Η Δικαιοσύνη μετά το ξέσπασμα της κρίσης αρνήθηκε κάθε διάλογο για τον εκσυγχρονισμό της με ένα γενναίο «όχι» στο αίτημα της τρόικας για συνομιλία μαζί της και αναδιπλώθηκε σε μια τακτική συνδικαλιστικής διαμαρτυρίας για τις μισθολογικές περικοπές των στελεχών της. Ο εμπνευστής, μάλιστα, της άποψης ότι οι δικαστές μπορούν, παραβιάζοντας το Σύνταγμα, να απεργούν, επιβραβεύτηκε με τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης.

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Ως εκσυγχρονισμός της Δικαιοσύνης εμφανίστηκε ένα ιδιότυπο σύστημα οριζόντιων περικοπών. Προκειμένου να αποσυμφορηθούν τα πινάκια των δικαστηρίων, από τη μια χιλιάδες πολίτες στερήθηκαν την πρόσβασή τους σε αυτά με την καθιέρωση υπέρογκων δικαστικών εξόδων και από την άλλη χιλιάδες ποινικές υποθέσεις παραγράφηκαν αδίκαστες.

Η πολιτική εκτίμηση είναι ότι μια τέτοια Δικαιοσύνη δεν τραυματίζει μόνο την εγγυητική για τους θεσμούς και τα δικαιώματα των πολιτών λειτουργία της. Ταυτόχρονα είναι αντικίνητρο σε όποια προσπάθεια ανάπτυξης, αφού κανείς δεν επενδύει εκεί που δεν υπάρχει ασφαλές και αποτελεσματικό δίκαιο, αλλά και βεβαιότητα ότι το δικαιοδοτικό σύστημα προστατεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, που νοθεύεται από την πελατειακή διαπλοκή, και αποτρέπει την αύξηση του επιχειρηματικού κόστους, που επιβαρύνεται «μαύρα» κι αλόγιστα σε συνθήκες γραφειοκρατίας και πολυνομίας.

Την επομένη των εκλογών η μεταρρυθμιστική ατζέντα μοιραία περιλαμβάνει τη Δικαιοσύνη, αποκλείει όμως κάθε συντεχνιακή της εκμετάλλευση που τελικά τη χειραγωγεί προς όφελος όσων αντλούν συμφέρον από την αναποτελεσματικότητά της.

Καθημερινή 17.1.2015

potami fylladio

unnamed«Η δύναμη της πόλης. Οι 100 επιδραστικοί Θεσσαλονικείς»: αφιέρωμα του τρέχοντος GLOW (http://www.glow.gr/gr/art/11620/) σε σημαντικούς συμπολίτες. Μετά από πρόσκληση του δημοσιογράφου Κωστή Ζαφειράκη, είχα τη χαρά να γράψω για το καθηγητή μου Βασίλη Σκουρή.

Γνώρισα τον καθηγητή Βασίλη Σκουρή όταν ήμουν τεταρτοετής φοιτητής στη Νομική το 1987. Πήρα το θάρρος να τον συναντήσω για να ζητήσω τη γνώμη του για το πρόγραμμα φοιτητικών ανταλλαγών ERASMUS που μόλις είχε θεσμοθετηθεί από την τότε ΕΟΚ. Μιλώ για «θάρρος» γιατί είχε τη φήμη αυστηρού καθηγητή χωρίς πολύ συμπάθεια στο φοιτητικό συνδικαλισμό. Φοβόμουν, λοιπόν, την αντίδρασή του όταν θα του έλεγα ότι ο σκοπός της συνάντησής μας ήταν η βοήθειά του στη συγγραφή ενός άρθρου στο παρθενικό τεύχος της «Συναυτουργίας» (έτσι είχαμε ονομάσει το φοιτητικό μας περιοδικό). Χρειάστηκε λιγότερο από ένα λεπτό για νιώσω άνετα και να συνειδητοποιήσω τρία χαρακτηριστικά του που έκτοτε τα αναγνώριζα σε κάθε δημόσια ή ιδιωτική επαφή μας: απίστευτη ακρίβεια και απλότητα στη διατύπωση της επιστημονικής πληροφορίας και γνώμης, προσήλωση χωρίς κανένα δισταγμό στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και αναπάντεχο χιούμορ.

Στην πραγματικότητα, με αυτά τα συστατικά έχτισε τη δημόσια δράση του που πολύ γρήγορα ξεπέρασε τα όρια του πανεπιστήμιου και της πόλης μας. Μου έκανε πάντα εντύπωση πως αυτό το «άπλωμα» ερχόταν αβίαστα, σχεδόν ως αυτονόητη επιβεβαίωση κι επιβράβευση, χωρίς όμως ποτέ να αφήνει την αίσθηση του εφησυχασμού.

Άλλη τόση εντύπωση μου έκανε ο τρόπος που διατηρούσε την επαφή του με την πόλη μας και τους ανθρώπους της: πάντα με διάθεση ουσιαστικής και αθόρυβης προσφοράς (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η βοήθειά του στο Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου) και αβίαστα, δηλαδή χωρίς τη γνωστή κολακεία στον επαρχιώτικο τοπικισμό ή την επιζήτηση του έπαινου. Γι` αυτό, προσωπικά κρατώ την πορεία του Βασίλη Σκουρή ως ένα ισχυρό αντίδοτο στην ενδημική μας γκρίνια και ένα ζωηρό βλέμμα από την Ευρώπη προς στην πόλη.

1512798_778431438887385_5812943751335845546_n (αναρτήθηκε στο http://www.egnatiapost.gr)

Με ενοχλεί η εικόνα μιας πόλης που προγραμματίζεται κάθε Σεπτέμβρη. Που άρον άρον, στην εξεταστική των μετεξεταστέων, επιστρατεύει σκονάκια και παλιές σημειώσεις για να περάσει κι αυτή τη χρονιά. Γι` αυτό, το Σεπτέμβρη δεν ονειρεύομαι: ούτε μετρό, ούτε θαλάσσια συγκοινωνία, ούτε μητροπολιτικά πάρκα, ούτε αναπλάσεις. Δεν μου φταίνε τα έργα, τα σχέδια, τα κονδύλια, οι μελέτες. Μου φταίνε οι άνθρωποι που βαφτίζουν το σχεδιασμό (που δεν έχουν) «όραμα» και οι άνθρωποι που καταναλώνουν το όραμα χωρίς τη βοήθεια ενός στοιχειώδους ονειροκρίτη.
Προτιμώ να ονειρεύομαι τους ανθρώπους της πόλης μας και όχι τις υποδομές της δηλαδή την πόλη μας με τους ανθρώπους της αλλιώς. Με τους ανθρώπους της να γεφυρώνουν τα ρήγματα, να συγκρατούν τους αδύνατους από την απελπισία και το περιθώριο. Με τους ανθρώπους της να σκέφτονται και να δημιουργούν ελευθερωμένοι από τις στενές συντεταγμένες του εντόπιου επαγγελματικού πατριωτισμού και του άγονου καθωσπρεπισμού. Με τους ανθρώπους της να σταδιοδρομούν χωρίς να καταβάλλουν το κόστος της υποταγής σε όσους έχουν βάλει βιοποριστικό σκοπό της ζωής τους να μην αλλάξει τίποτα. Με τους ανθρώπους της να αμφισβητούν και να αμφιβάλλουν κάθε στιγμή για τους βολικούς μύθους και τις θεωρίες συνομωσίας, που καθηλώνουν την πόλη μας στη γραφικότητα και το ανέκδοτο. Με τους ανθρώπους της να φεύγουν και, όταν ξανάρχονται, να είμαστε εμείς οι άσωτοι γιατί εκείνοι μας φέρνουν το σιτευτό μόσχο.
Αυτά στο όνειρο. Κι όταν ξυπνώ; Όταν ξυπνώ, μετρώ και βλέπω ότι οι «αλλιώς» της πόλης δεν είμαστε λίγοι. Και τότε σπάω το κεφάλι να βρω τρόπο να το καταλάβουμε και να πράξουμε τα δέοντα. Κι αυτό είναι μια δουλειά που πρέπει να γίνεται το Σεπτέμβρη, όχι τον Οκτώβρη -γιατί τότε έχει πάλι γιορτές και παρελάσεις και να ξαναστριμωχνόμαστε.

10394804_4696675150990_346358961254218797_n