Ο κυβερνητικός Πρόεδρος (εφημερίδα Καρφίτσα, 12.12.2015)

Για πρώτη φορά στη λειτουργία της προεδρευόμενης δημοκρατίας μας παρατηρούμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να πολιτεύεται υπερβαίνοντας τις ρυθμιστικές του αρμοδιότητες –άλλοτε με την ανοχή, άλλοτε με την προτροπή κι άλλοτε με τη σύμφωνη γνώμη της, επίσης, πρώτη-φορά-αριστερής κυβέρνησης.

Στην εμφανή πλευρά, η αρχή έγινε με τη λήξη της συνόδου των πολιτικών αρχηγών αμέσως μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Τότε ο κ. Παυλόπουλος ανέλαβε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στη γνωστή επικοινωνία με τον πρόεδρο Ολάντ. Η κίνηση αυτή συνιστά αναμφισβήτητα άσκηση εξωτερικής πολιτικής, η οποία, εξίσου αναμφισβήτητα ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης. Συνεχίστηκε με τις προεδρικές παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό ζήτημα. Η επιλεκτική εκτίμησή του ότι το ασφαλιστικό σύστημα δέχτηκε καίριο πλήγμα από το PSI δείχνει μεροληπτική τοποθέτηση υπέρ της κυβερνητικής ρητορείας, αλλά και έμμεση αμφισβήτηση μιας διεθνούς συνθήκης που συνομολόγησε η χώρα. Ομοίως εκτός του ρυθμιστικού του ρόλου κινήθηκε αποδεχόμενος το κυβερνητικό αίτημα να συζητηθεί στην πρόσφατη σύνοδο των πολιτικών αρχηγών τόσο το ασφαλιστικό ζήτημα όσο και η κυβερνητική πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση. Πρόκειται για θέματα που η πραγμάτευσή τους οφείλει να γίνεται με διαφανείς κοινοβουλευτικές διαδικασίες, στις οποίες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει περιθώριο ανάμιξης. Ας μην ξεχνάμε, μάλιστα, ότι η ίδια η σύνοδος των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έχει διατηρηθεί στο ισχύον Σύνταγμα μόνο στη μετεκλογική περίπτωση αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης μετά από τρεις διερευνητικές εντολές. Άρα η σύγκλησή της πρέπει να γίνεται με απόλυτη φειδώ, όπως επιτάσσει το συνταγματικό έθιμο που την ανέχεται μόνο για κρίσιμα εθνικά θέματα και μόνο στο βαθμό που αυτά δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης.

Στον αθέατο κόσμο, είναι κοινό μυστικό ότι ο κ. Παυλόπουλος τοποτηρεί και εγγυάται την ανομολόγητη συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με την καραμανλική δεξιά και δι’ αυτής με το βαθύ κράτος. Αυτή η συμμαχία εξυπηρετείται με τοποθετήσεις σε κρίσιμες θέσεις προσώπων κοινής πολιτικής καταγωγής με τον Πρόεδρο. Οι πλέον εμβληματικές είναι οι περιπτώσεις του νυν Προέδρου του ΣτΕ, γνωστού για την ψήφο του υπέρ του Αχιλλέα Καραμανλή στο εκλογοδικείο, και του υφυπουργού δικαιοσύνης, διοικητή της ΕΥΠ επί Κώστα Καραμανλή.

Κλείνω με τη θέση ότι η πολιτεία Παυλόπουλου, όσο κι αν εξυπηρετεί τους καραμανλικούς επιγόνους, δεν τιμά την καραμανλική παράδοση. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θέλησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θεσμικό αντίβαρο στην αυθαιρεσία της κυβερνητικής παντοδυναμίας κι έτσι πορεύτηκε όσο ο ίδιος κατείχε το αξίωμα. Ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του ρόλο εξαπτέρυγου ή πολυτελούς κυβερνητικού εκπροσώπου.

——————————————————

Εκτός θεσμικού ελέγχου (εφημερίδα Καρφίτσα, 24.10.2015)

Να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές: Ο πρώτος μήνας της δεύτερης φοράς αριστερά δείχνει ότι σαφής πρόθεση της κυβέρνησης είναι η εξουδετέρωση κάθε ανεξάρτητου θεσμικού ελέγχου στην άσκηση της πολιτικής της. Επιδίωξή της, δηλαδή, δεν είναι μόνο η (έστω) θεμιτή πολιτική κυριαρχία, αλλά και μια επιπρόσθετη θεσμική μονοκρατορία που να της επιτρέπει απερίσπαστα την ανεξέλεγκτη διαχείριση κρίσιμων πόρων και την πελατειακή εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων και παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.
Για το αληθές του λόγου, απαριθμώ τις αποδείξεις: Η κυβέρνηση, αφού τοποθέτησε, μετά από τυπική διαβούλευση, νύκτα την κυρία Θάνου Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, εδώ και τέσσερις μήνες αποφεύγει την επιλογή Προέδρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει μια ιδιότυπη ομηρία των δύο αυτών ανώτατων δικαστηρίων, αφού θεωρεί ότι οι υποψήφιοι πρόεδροι (δηλαδή οι νυν αντιπρόεδροι) και οι υποψήφιοι αντιπρόεδροι (δηλαδή οι νυν εισηγητές) δύσκολα θα την «στενοχωρήσουν» σε κρίσιμες υποθέσεις. Παράλληλα, βέβαια, δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την αναβάθμιση της διοικητικής δικαιοσύνης που αποτελεί το φυσικό καταφύγιο του πολίτη έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας.
Ανάλογη είναι η κυβερνητική δυσανεξία στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές. Στο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου απουσιάζει οποιαδήποτε αναβάθμιση ή χορήγηση αρμοδιοτήτων τόσο στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης όσο και στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Αντ` αυτών ο Υπουργός Επικρατείας αναγορεύεται στον απόλυτο ρυθμιστή των αδειοδοτήσεων, αφού θα αποφασίζει για τον τελικό αριθμό των καναλιών, την τιμή εκκίνησης για την εκχώρηση των αδειών κοκ.
Στο πλαίσιο αυτό δεν προκαλεί εντύπωση ούτε η προσπάθεια εξώθησης σε παραίτηση της κυρίας Σαββαΐδου από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, δηλαδή της μόνης ίσως κρατικής υπηρεσίας που απολαμβάνει εγγυήσεις θεσμικής ανεξαρτησίας. Στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση η κυβέρνηση ξεπερνά τον εαυτό της. Την ίδια στιγμή που, με πρόσχημα το τεκμήριο της ποινικής αθωότητας, επιτρέπει την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία βαριά παραβατικών υπαλλήλων, αξιώνει από την κυρία Σαββαΐδου να εγκαταλείψει οικειοθελώς τη θέση της με μόνη δικαιολογία την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της. `Οποιος, όμως, μπει στον κόπο να διαβάσει τις αναλυτικές εξηγήσεις της κυρίας Σαββαΐδου, δεν μπορεί παρά να καταλάβει το έωλο της δίωξης, αλλά κυρίως να ανησυχήσει για την προθυμία εισαγγελικών λειτουργών να συνδράμουν την κυβερνητική μεθόδευση.
Κλείνω με τη διατύπωση της εύλογης απορίας: αν αυτό είναι το δείγμα της θεσμικής γραφής του ΣΥΡΙΖΑ, ποιο θα είναι άραγε το περιεχόμενο της πρότασής του για τη συνταγματική αναθεώρηση;

Advertisements

images dikΕυχαριστώ την Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας -και ιδιαίτερα το φίλο Δημήτρη Χριστόπουλο- για την πρόσκληση να συντονίσω το σημερινό Κρίση-μο Σεμινάριο. Στις μέρες μας είναι σπάνια η χαρά του διαλόγου ανάμεσα σε κινήσεις και πρόσωπα με διαφορετικές πολιτικές τοποθετήσεις και είναι αληθινή πρόκληση κάθε συζήτηση που δεν θεωρεί καταστατική συνθήκη τη διαχωριστική γραμμή μνημόνιο – αντιμνημόνιο.
Εξίσου μεγάλη είναι η χαρά και η πρόκληση των σημερινών εισηγητών: Ο δικαστής στο Συμβούλιο Επικρατείας και πανεπιστημιακός στο ΑΠΘ Μιχάλης Πικραμένος διαθέτει το σπάνιο προσόν να συνδυάζει τη νομική θεωρία και πράξη με βαθιά γνώση της ιστορίας των θεσμών και, άρα, να διατυπώνει τον προβληματισμό του με συνείδηση της μακράς ιστορικής αφήγησης. Ο συνάδελφος δικηγόρος Αθηνών Δημήτρης Σαραφιανός από τη μεριά του είναι παλιά σταθερή αξία του δικηγορικού σώματος. Πολέμιος του προσχήματος «άλλο θεωρία άλλο πράξη» δίνει το ιδανικό παράδειγμα δημόσιας εφαρμοσμένης δικηγορικής δράσης που συναιρεί την τέχνη της αντιπαράθεσης με την τεχνική του συμβιβασμού.

Στο θέμα μας.
Η δικαιοσύνη σε κρίση. Η δικαιοσύνη στην κρίση. Το αποτελειώνεις εύκολα με δυο φράσεις. «Η δικαιοσύνη ήταν σε κρίση ήδη πριν από την κρίση», άρα δεν υπάρχει καμία δραματική αλλαγή που να δικαιολογεί τώρα μια ιδιαίτερη ενασχόληση με τα χρόνια προβλήματά της. Κι από την άλλη: είτε στην κρίση είτε στην ευημερία, η δικαιοσύνη έχει μόνο μια δουλειά να κάνει: να εφαρμόζει το νόμο. Οτιδήποτε άλλο είναι πολιτική κι αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης για λειτουργούς και συλλειτουργούς της δικαιοσύνης». Και για να μην αδικούμε τελείως το θέμα, υπάρχει και μια τρίτη φράση, εξίσου εύστοχη: «η κρίση είναι πολύ κακό πράγμα για τη δικαιοσύνη, γιατί αυξάνει τα προβλήματα της υλικοτεχνικής υποδομής, μειώνει μισθούς και διορισμούς και από πάνω ο κόσμος δεν έχει λεφτά και μειώθηκαν οι δουλειές μας».
Οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι ούτε αθώες ούτε αφελείς. Παρακάμπτουν δύο κρίσιμα και αμείλικτα ερωτήματα: «Θα είχε η κρίση την ίδια ένταση αν είχαμε μια άλλη δικαιοσύνη;» και «Μπορεί η δικαιοσύνη να απαλύνει τις συνέπειες της κρίσης και, γιατί όχι, να γίνει εργαλείο υπέρβασής της;». Χωρίς απάντηση στα ερωτήματα αυτά, το επόμενα βήματα σκέψης μοιάζουν εύλογα: «Αφού -λόγω κρίσης- έχουμε λιγότερα λεφτά για δικαιοσύνη, ας την περιορίσουμε» και «αφού -λόγω κρίσης πάντα- όλοι πρέπει να συμβάλλουμε με τον οβολό μας, όταν προσφεύγουμε σε δημόσιες υπηρεσίες, ας κάνουμε το ίδιο και στη δικαιοσύνη. Στο κάτω κάτω και χρήματα θα μαζέψουμε και πιο γρήγορη θα γίνει η απονομή της».

Εδώ προσοχή: Τα προαναφερθέντα δεν προέρχονται μόνο από τους κόλπους της αμήχανης μνημονιακής διαχείρισης. Απηχούν εξίσου μύχιους πόθους διάφορων περήφανων αντιμνημονιακών «όχι σε διάλογο με τη νέα βαυαροκρατία της τρόικας», που προέρχονται από ηγετικά κλιμάκια του δικαστικού και δικηγορικού συνδικαλισμού. Στα πρώτα, δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν δικαίωση του απεργιακού αγώνα την «κατάκτηση» «τουλάχιστον δουλεύουμε λιγότερο, αφού πληρωνόμαστε λιγότερο», ενώ στα δεύτερα, ουκ ολίγοι θεωρούν την ακριβή δικαιοσύνη ως ένα ακόμη μέσο βίαιης εξόδου από το δικηγορικό σώμα ενοχλητικών υπεράριθμων, κυρίως νέων, και, άρα, κατοχύρωσης του σημερινού τους κομματιού από την συρρικνούμενη επαγγελματική πίτα.

Εμείς θα το πάρουμε αλλιώς και θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια τολμηρή συζήτηση σε δύο άξονες:

Στον πρώτο (σχηματικά είναι ο άξονας «η δικαιοσύνη στην κρίση»), τίθεται προς έρευνα η εξής θέση: Η δικαιοσύνη, και με τη χρήση του όρου εδώ εννοείται η συνδικαλιστική και υπηρεσιακή δικαστική ηγεσία κυρίως στην ποινική και πολιτική δικαιοδοσία, όχι μόνο δεν αντιλήφθηκε το μέγεθος της επερχόμενης δημοσιονομικής και πολιτικής κρίσης, αλλά συνειδητά επιχείρησε να αποτελέσει οργανικό τμήμα του πολιτικού συστήματος που λίγο μετά κατέρρευσε.
Εξηγούμαι: Την προηγούμενη δεκαετία η δικαστική ηγεσία εξασφαλίζει στο πολιτικό σύστημα εκτεταμένη ατιμωρησία της διαφθοράς και ανοχή σε κάθε είδους πελατειακές πρακτικές (είτε αυτές προέρχονται από τα πάνω είτε από τα κάτω ως δίκαια αιτήματα επέκτασης παροχών) με αντάλλαγμα ασυνήθιστα υψηλές αποδοχές, φοροαπαλλαγές και κομβικές θέσεις εξουσίας για επιλεγμένα στελέχη της. Συγχρόνως φροντίζει για τη χειραγώγηση του δικαστικού σώματος με την ανεπίτρεπτη συγκέντρωση στα ίδια πρόσωπα της συνδικαλιστικής ιδιότητας και της πειθαρχικής και υπηρεσιακής δικαιοδοσίας.
Μόνο που οι συνέπειες τέτοιων συμφωνιών σπάνια μπορούν να περιοριστούν στην κορυφή. Αντίθετα αργά ή γρήγορα διαχέονται στο σύνολο του κοινωνικού σώματος. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η εξήγηση φαινομένων εκτεταμένης διαφθοράς που φτάνει μέχρι το χαμηλότατο επίπεδο των κρατικών λειτουργιών, ατιμωρησίας και πλήρους απαξίας κάθε είδους κυρωτικής διαδικασίας (και εδώ δεν αναφέρομαι στην ποινική καταστολή) που χαρακτηρίζουν το τέλος της προ κρίσης εποχής.
Σπεύδω να προλάβω την παρεξήγηση. Κατά το τέλος της προ κρίσης εποχής, κρίσιμο και χαρακτηριστικό είναι ότι τα φαινόμενα αυτά αφορούν στο mainstream τμήμα του κοινωνικού σώματος. Τελείως διαφορετική είναι η αντιμετώπιση περιθωριακών πολιτικών συμπεριφορών και κυρίως αλλοδαπών. Εδώ η εικόνα είναι η ακριβώς ανάποδη: Μια δικαιοσύνη που εξαντλεί την αυστηρότητά της με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι η πρώτη αναλογικά χώρα της Ευρωπαϊκής `Ενωσης σε ποινές ισόβιας κάθειρξης, ενώ καθείρξεις πέντε και δέκα ετών θεωρούνται από τα ποινικά δικαστήρια ρουτίνα.

Στο δεύτερο άξονα (σχηματικά «η δικαιοσύνη σε κρίση») πρέπει να αναζητήσουμε πειστικές αντιπροτάσεις απέναντι στη βαθιά πεποίθηση του πολίτη ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν τον υπηρετεί, αλλά και, προκλητικά, λειτουργεί με αυταρέσκεια και ιδιοτέλεια χάριν των επαγγελματικών/συντεχνιακών συμφερόντων δικαστών, δικηγόρων, υπαλλήλων και επιμελητών –εσχάτως και χάριν της συλλογής κρατικών εσόδων. «Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε», την αίσθηση της αυτάρεσκης ιδιοτέλειας παγίωσε η πρόσφατη απεργιακή κινητοποίηση των δικαστών –κι αυτό το τραύμα πολύ δύσκολα θα επουλωθεί.
Χρειάζονται λοιπόν πειστικές προτάσεις που να εξασφαλίζουν ταχύτητα και ποιότητα της δικαιοδοτικής κρίσης.
Κατά τη γνώμη μου, η επίτευξη αυτών των στόχων δεν επιτυγχάνεται με την τρέχουσα κυβερνητική συνταγή, δηλαδή με τις δικονομικές αλλαγές μεταφοράς αρμοδιοτήτων από πρωτοδικεία σε ειρηνοδικεία και τούμπαλιν ή με διατάξεις δικονομικού ωροσκοπίου που προβλέπουν σε πόσα φεγγάρια πρέπει να γίνεται ο προσδιορισμός και σε πόσα η έκδοση της απόφασης, χωρίς να υπολογίζουν τα ανάδρομα πινάκια και τον σκοτεινό Πλούτωνα, που κατοικεί στους κανονισμούς διοίκησης πρωτοδικείων και εφετείων.
Αντίθετα είναι αναγκαίες -από τη μια- βαθιές οργανωτικές αλλαγές που θα αξιοποιούν πλήρως τους ανθρώπινους πόρους (πχ ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με συγχώνευση σε μια βαθμίδα του ειρηνοδικείου και του πρωτοδικείου, επαναχάραξη του δικαστικού χάρτη της χώρας με κατάργηση δικαστικών σχηματισμών -υπάρχουν νομοί με τρία πρωτοδικεία!-, ενοποίηση σε ένα των δύο ανώτατων διοικητικών δικαστηρίων, καθιέρωση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο μονομελών συνθέσεων). Στις οργανωτικές αλλαγές πρέπει να εντάξουμε την ολοκλήρωση της ψηφιακής δίκης και την καθιέρωση δυνατότητας διεξαγωγής «τηλεδίκης».
Από την άλλη, χρειάζονται βαθιές τομές στο ουσιαστικό δίκαιο που θα απαλλάσσουν τον πολίτη από περιττή προσφυγή στο δικαιοδοτικό μηχανισμό. Προσπερνώ το γεγονός ότι η μνημονιακή νομοθεσία είναι και κακής νομοτεχνικής ποιότητας, που επιτείνει αντί να λύνει προβλήματα, και φέρνω λίγα παραδείγματα: Αντί να συζητούμε για την αρμοδιότητα μεταξύ ειρηνοδικείου και πρωτοδικείου της εκδίκασης των προσημειώσεων, ας αναρωτηθούμε για την εν γένει χρησιμότητα του θεσμού. 90 χρόνια πριν ο Ελευθέριος Βενιζέλος βοηθώντας την ανάπτυξη είχε καθιερώσει απλούστατο και αποτελεσματικότατο σύστημα εμπράγματης ασφάλειας των δανείων. Δεν διασφαλίζει τίποτα η δικαστική κρίση στη συναινετική λύση ενός γάμου. Δεν χρειάζεται δικαστική απόφαση για να δημοσιευτεί μια διαθήκη. Τα παραδείγματα δεν έχουν τέλος. Στο ίδιο μοτίβο και στο χώρο του μεγάλου ασθενούς που είναι η διοικητική/φορολογική δικαιοσύνη, πρέπει με τόλμη να καθιερώσουμε μια διαιτητική διαδικασία χωρίς συμμετοχή εφοριακών, η οποία θα μπορεί να κλείσει όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις εξωλογιστικών ελέγχων και προστίμων από πλαστά και εικονικά τιμολόγια.

Κλείνω με το σημαντικότερο, που ας μου επιτραπεί αποτελεί την τομή των δύο αξόνων. Η κρίση δοκιμάζει τις αντοχές του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Με αφορμή τη μνημονιακή νομοθεσία ο έλεγχος από διάχυτος συγκεντρώνεται γρήγορα στα ανώτατα δικαστήρια και, ιδίως στο ΣτΕ, άτυπα γίνεται κυρίως και όχι παρεμπιπτόντως, μοιραία δε, αφηρημένος και λιγότερο συγκεκριμένος. `Αρα, όσο κι αν δεν το θέλει, και πάλι η δικαιοσύνη παραμένει στο κέντρο του πολιτικού συστήματος.
Η συζήτησή μας θα αναδείξει το όριο προσδοκιών της κοινωνίας από τη δικαιοδοτική λειτουργία. `Ισως ο πραγματισμός επιβάλλει να παραδεχτούμε έναν αναγκαίο διαχωρισμό μεταξύ του -καλώς νοούμενου- δικαστικού ακτιβισμού, που διεξάγεται στα ακροατήρια των ανώτατων δικαστηρίων, και μιας επίπονης υπεράσπισης στις εξατομικευμένες προσβολές. Η τελευταία αφορά στα δικαστήρια της ουσίας και δεν μπορεί παρά να γίνει με τα παραδοσιακά εργαλεία του ελέγχου συνταγματικότητας και με τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης.

Σας ευχαριστώ και πάλι.

Ήμουν με δύο πολίτες στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης για να ανακαλέσουν μια μεταξύ τους έγκληση για συκοφαντική δυσφήμιση αρμοδιότητας Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Προσέξτε πόσα στάδια χρειάστηκαν για να ολοκληρωθεί η διαδικασία:

1. Έρευνα στο γραφείο πληροφόρησης για εντοπισμό της δικογραφίας σε γραφείο κατηγορητηρίων.

2. Διαβίβαση της δικογραφίας από το γραφείο κατηγορητηρίων στην προϊσταμένη της οικείας γραμματείας.

3. Χρέωση της δικογραφίας από την προϊσταμένη στη γραμματεία τμήματος δικαστηρίου.

4. Σύνταξη υπηρεσιακού σημειώματος από το τμήμα προς το γραφείο εκκαθάρισης δικαστικών εξόδων.

5. Σύνταξη σημειώματος από το γραφείο εκκαθάρισης προς το Ταμείο της ΔΟΥ με τα έξοδα (περίπου 82 ευρώ).

6. Πληρωμή του ποσού στη ΔΟΥ.

7. Προσκόμιση της απόδειξης στη γραμματεία του τμήματος, προκειμένου να συντάξει την έκθεση ανάκλησης.

8. Υπογραφή της έκθεσης από τον εισαγγελέα και τους ενδιαφερόμενους.

9. Επιστροφή της δικογραφίας από τον εισαγγελέα στη γραμματεία του τμήματος του δικαστηρίου.

Επισημαίνω ότι όλοι οι υπάλληλοι που ασχολήθηκαν ήταν μονιμότατοι και αμειβόμενοι με ειδικό μισθολόγιο (τέσσερις δικαστικοί γραμματείς, μία εφοριακός και ένας εισαγγελέας) που κανένας τους δεν ασχολήθηκε ποτέ του ούτε ένα λεπτό για να εισηγηθεί το παραμικρό για την απλοποίηση αυτής ή οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας.

Εννοείται ότι όλοι αυτοί θεωρούν απολύτως δικαιολογημένο το μισθό τους αλλά απολύτως αδιάφορο το μεροκάματο που έχασαν οι πολίτες. Εννοείται επίσης ότι ούτε σε ένα από τα στάδια αυτά δεν χρησιμοποιήθηκε οποιοδήποτε τεχνολογικό μέσο.

Θα μπορούσαν οι πολίτες να εξουσιοδοτήσουν και να πληρώσουν δύο δικηγόρους γι` αυτή τη δουλειά τους. Αν και σε κανέναν δεν περισσεύουν χρήματα, θεωρώ άδικο η αμοιβή και η δουλειά μας να έχει ως αιτία τη γραφειοκρατία και τη δυσλειτουργία του δικαστικού και όποιου άλλου δημόσιου συστήματος άσκησης εξουσίας.

Αδυνατούμε να αντιληφθούμε το λόγο και την ιδιότητα υπό την οποία οι εκπρόσωποι των δανειστών μας ενδιαφέρθηκαν να πληροφορηθούν στοιχεία για τον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης … Η σημερινή εξέλιξη δεν μπορεί παρά να φέρνει στο μυαλό του κάθε πολίτη το μετεπαναστατικό παρελθόν της Ελλάδας και την εγκατάσταση από τις τότε μεγάλες δυνάμεις του Βαυαρού νομομαθούς Μάουρερ ως μέλους της Αντιβασιλείας … που έφτασε να υπογράψει … τη διαταγή σύλληψης του Κολοκοτρώνη».

Το σχόλιο αυτό για την επίσκεψη της τρόικας στο Πρωτοδικείο Αθηνών και τις συζητήσεις της με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και εκπροσώπους των δικαστικών ενώσεων, αν δεν περνούσε απαρατήρητο, το πολύ πολύ θα απασχολούσε την «Ελληνοφρένεια» ή το «Ράδιο Αρβύλα». Δυστυχώς προέρχεται από τον κ. Γιάννη Αδαμόπουλο, Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων -άρα τα πράγματα σοβαρεύουν: λόγω της ιδιότητας του σχολιαστή (και της ανάρτησής του κειμένου στην επίσημη ιστοσελίδα του ΔΣΑ www.dsanet.gr ) η γραφικότητα, οι τζάμπα κορώνες εθνοπατριωτισμού και ο ανιστόρητος εξυπνακισμός κινδυνεύουν να χαρακτηρίσουν ολόκληρο το δικηγορικό κλάδο.

Γράφω, λοιπόν, στα σοβαρά πριν η σιωπή κι η ανοχή μάς γίνει βάρος στη συνείδηση:

1. `Ολοι γνωρίζουμε ότι για τη δημοσιονομική μας (και όχι μόνο) χρεοκοπία ευθύνεται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό ο ιθαγενής τρόπος λειτουργίας της δικαιοσύνης. Μια άλλη δικαιοσύνη -λιγότερο διαπλεκόμενη, λιγότερο αυτιστιστική, λιγότερο ίδια δηλαδή με την υπόλοιπη Ελλάδα- θα ήταν ένας κάποιος φραγμός στο ξεχαρβάλωμα του κράτους και την καταρράκωση της κοινής λογικής. Συνεπώς όποιος ασχολείται με τη διάσωσή μας από τη χρεοκοπία (προς το παρόν αυτό με τη μεγαλύτερη συνέπεια το πράττουν οι δανειστές) οφείλει να ασχοληθεί και με τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης. `Ισως, μάλιστα, και να άργησε.

2. Είναι ευπρόσδεκτη κάθε προσπάθεια εξωτερικής αξιολόγησης των επιδόσεων της ελληνικής δικαιοσύνης, αφού η εσωτερική της αυτοαξιολόγηση (όπως αυτή εφαρμόζεται με την επιθεώρηση και τον πειθαρχικό έλεγχο των δικαστών) δεν έχει αποδώσει. `Οτι η εξωτερική αυτή αξιολόγηση είναι πλέον «αλλοδαπής» προέλευσης οφείλεται δυστυχώς στο ότι μας έχουν πάρει χαμπάρι διεθνώς. Ούτε κι αυτό είναι καινούργιο. Αρκεί να αναλογιστούμε πόσες φορές έχει εκτεθεί η ελληνική δικαιοσύνη από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ενίοτε με διατυπώσεις επιεικώς εξευτελιστικές για τη νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων μας).

3. Η δράση της τρόικας νομιμοποιείται θεσμικά από την εφαρμογή συγκεκριμένων διεθνών συνθηκών που η χώρα μας συνομολόγησε εδώ και πολλά πολλά χρόνια, αλλά και τη μακρόχρονη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς. Όλα αυτά έγιναν σύμφωνα με όσα προβλέπει και επιτάσσει το Σύνταγμα για τη διεθνή δράση της χώρας. Γι` αυτό είναι πολύ κρύο το πολυφορεμένο εσχάτως αστειάκι που εμφανίζει την τρόικα ως νέα αντιβασιλεία.

4. Παρόλα αυτά γνωρίζουμε από το πρώτο έτος της νομικής ότι η Αντιβασιλεία έφτιαξε για το νεαρό κράτος ποινικό κώδικα, κώδικα πολιτικής δικονομίας και κώδικα ποινικής δικονομίας. Οι βασικές συλλήψεις των νομοθετημάτων αυτών επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας ως αναπόσπαστα τμήματα της κοινής ευρωπαϊκής νομικής παράδοσης. Επίσης, η Αντιβασιλεία συνέλλεξε με σεβασμό τα έθιμα του ελληνικού λαού ανάγοντάς τα σε πηγή του αστικού δικαίου μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα. Εξίσου καλά γνωρίζουμε ότι σχεδόν όλες οι νομοθετικές τομές εδώ και χρόνια είναι διεθνούς και ευρωπαϊκής προέλευσης. `Αλλωστε ουδέποτε ενθουσιαζόμασταν με τον εγχώριο κακότεχνο νομοθετικό ακτιβισμό μιας ασύλληπτα βασανιστικής πολυνομίας.

5. Προσωπικά δεν γνωρίζω ποιοι, κατά τον κ. Πρόεδρο του ΔΣΑ, απειλούνται σήμερα με άδικες διώξεις. Μήπως ο Μάκης Ψωμιάδης; Μήπως οι δικαστές που τον δίκασαν έτσι ώστε να μην μπορεί να εκτελεστεί η ποινή της φυλάκισής του για μια ψιλοφοροδιαφυγή των 300.000 ευρώ; Μήπως ο Αντιπρόεδρός του ΔΣΑ που κατηγορείται για συμμετοχή σε στημένα ή μήπως ο αδερφός του Αντιπροέδρου, δηλαδή ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που δουλειά του ήταν να εποπτεύει το ποδόσφαιρο του αδερφού του ώστε να μην υπάρχουν στημένα; Μήπως ο κ. Αγγελάρας του Ελεγκτικού Συνεδρίου που άφησε φέτος χωρίς σχολικά βιβλία τα παιδιά; Ας σοβαρευτούμε, κανείς δεν απειλείται. `Οσο ο κ. Πρόεδρος, ο Αντώνης, ο Χρύσανθος, ο Φαήλος, ο Θύμιος και τ` άλλα παιδιά αμύνονται του πάτριου εδάφους, καμιά τρόικα δεν θα γεμίσει το Μπούρτζι με νέους Κολοκοτρώνηδες.

Διαβάζω ότι η Ολομέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του Κανονισμού της Βουλής (περιέχεται στο άρθρο 43 Α) που προβλέπει ότι η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής μπορεί να καλεί σε ακρόαση τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για θέματα που αφορούν σε λειτουργικά ζητήματα της δικαιοσύνης προς το σκοπό της ενίσχυσης της διαφάνειας. Το σκεπτικό των ανώτατων εισαγγελέων είναι ότι η κλήση και η ακρόαση υποκρύπτουν δυνατότητα ελέγχου της δικαστικής εξουσίας, η οποία «υπονοείται από την εξουσιαστική μορφή της κλήσεως και της ακροάσεως και διευκολύνεται από τη γενικότητα του αντικειμένου της ακροάσεως».

Η κρίση αυτή, εκτός από πολιτικό ατόπημα, θεσμικά προσβάλλει το ελληνικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Κατά το Σύνταγμα ο έλεγχος αυτός είναι μεν διάχυτος (μπορεί άρα να γίνει από οποιοδήποτε δικαστικό σχηματισμό), αλλά παραμένει συγκεκριμένος, δηλαδή περιορίζεται στο πλαίσιο της «επίδικης» εφαρμογής της «ύποπτης» για αντισυνταγματικότητα διάταξης και δεν επιτρέπεται να αχθεί σε αφηρημένα και γενικά συμπεράσματα, που δεν είναι κρίσιμα για το σχηματισμό δικαιοδοτικής κρίσης για την εξεταζόμενη υπόθεση. Με άλλα λόγια, κατά το ελληνικό σύστημα, είναι πιθανό η ίδια διάταξη να κριθεί άλλοτε ότι εφαρμόζεται με αντισυνταγματικό τρόπο και άλλοτε ότι ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε σύμφωνα με το Σύνταγμα.

`Ετσι και στην περίπτωσή μας: Αν η κλήση της κοινοβουλευτικής επιτροπής αφορούσε, για παράδειγμα, στην παροχή εξηγήσεων για την καθυστέρηση μίας υπόθεσης ή για την έκβαση μίας άλλης ή, αν ακόμη, εκτρεπόταν σε ένα τέτοιο αντικείμενο η συζήτηση με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής, σαφώς θα βρισκόμασταν ενώπιον μιας αντισυνταγματικής εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης. Σε μία τέτοια εφαρμογή εννοείται ότι δικαιούται να τοποθετηθεί είτε η Ολομέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου είτε και ο ίδιος ο υπό ακρόαση Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Αντίθετα, πριν από μία τέτοια διαπίστωση και μόνο προ ενός ενδεχόμενου (ούτε καν επικείμενου…) κινδύνου, η κρίση για την αντισυνταγματικότητα της διάταξης είναι και έωλη και αντίθετη προς το Σύνταγμα.

`Αλλωστε, ο ίδιος ο νομοθέτης, προς αποφυγή κάθε υπόνοιας ελέγχου της δικαστικής εξουσίας, με πολλή προσοχή όρισε τόσο το θέμα της ακρόασης, δηλαδή τα λειτουργικά, και όχι τα ουσιαστικά, ζητήματα της δικαιοσύνης, όσο και το σκοπό της, δηλαδή τη διαφάνεια. Επιπλέον, αποκλείοντας κάθε άλλο δικαστικό λειτουργό, περιόρισε την ακρόαση των δικαστών μόνο στον κύκλο των προέδρων και των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, καθώς και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Από την απαρίθμηση αυτή προκύπτει ότι πρόκειται για τους ανώτατους δικαστές που κατά το Σύνταγμα διορίστηκαν στο αξίωμά τους με απόφαση της κυβέρνησης. Είναι, το λιγότερο, παράδοξο γι` αυτούς τους δικαστές ο ενδεχόμενος κίνδυνος χειραγώγησής τους από άλλη εξουσία να μην ανακύπτει κατά τον κυβερνητικό διορισμό τους, αλλά να ανακαλύπτεται με αφορμή την ακρόασή τους από μία κοινοβουλευτική επιτροπή.

imagesΣτη δύσκολη οικονομική συγκυρία η απονομή της δικαιοσύνης δυσκολεύει ακόμη περισσότερο. Τα πινάκια φορτώνονται κι άλλο, το κόστος πρόσβασης γίνεται δυσβάστακτο και η ουσία χάνεται όλο και περισσότερο στα γρανάζια της διεκπεραίωσης. Μοιραία ο δικαιοδοτικός μηχανισμός δείχνει ξένος και μη φιλικός στον χρήστη-πολίτη, μεγάλο τμήμα των επαγγελματιών του χώρου, δηλαδή νέοι και γυναίκες δικηγόροι (και όχι μόνο), περιθωριοποιείται, ενώ συζητήσεις για τη λειτουργική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ηχούν πολυτελείς.

Επιπλέον, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης μοιάζει ακόμη πιο ανέφικτη η επένδυση της δημόσιας δαπάνης στη μη «παραγωγική» δικαιοσύνη. `Αρα, η εποχή επιβάλλει πρωτοβουλίες μικρού οικονομικού κόστους και μεγάλου συμβολικού βεληνεκούς. Επιβάλλει μέτρα που φέρνουν τη δικαιοσύνη σε διάλογο και λογοδοσία προς την κοινωνία, δηλαδή μέτρα, που εντέλει αποκαθιστούν σχέσεις εμπιστοσύνης με τον πολίτη. Η ευκαιρία δεν είναι μικρή.

Πρώτα, λοιπόν, στο πεδίο της εξοικονόμησης πόρων και δυναμικού ήρθε η ώρα για την υλοποίηση του πρώτου στάδιου της ψηφιακής δίκης, δηλαδή της ηλεκτρονικής κατάθεσης όλων των εισαγωγικών δικογράφων. Παράλληλα, εύκολη και μικρού κόστους είναι η επέκταση του συστήματος μαγνητοφώνησης των πρακτικών σε όλες τις πρωτοβάθμιες πολιτικές δίκες, καθώς και στις ποινικές υποθέσεις των εφετείων.

Στο εσωτερικό της δικαιοσύνης, ακολούθως, τρία είναι τα αναγκαία μέτρα. Η πλήρης αποκατάσταση της αυτοδιοίκησης των μεγάλων δικαστικών σχηματισμών, η καθιέρωση υποχρεωτικής αιτιολογίας στις αποφάσεις του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου για τις υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών λειτουργών και η πρόβλεψη για μαγνητοφώνηση των προφορικών εξετάσεων εισαγωγής στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Είναι αναμφίβολο ότι μέτρα ενίσχυσης της δημοκρατίας, της αξιοκρατίας και του αδιάβλητου των διαδικασιών θα τονώσουν το μηδενικό ηθικό των κατώτερων και ανώτερων δικαστών της ουσίας και θα συμβάλλουν στη αντιμετώπιση του θεσμού της επιθεώρησης ως εργαλείου της απαραίτητης αξιολόγησης και όχι ως προκαλύμματος για τη σημερινή άτυπη δίωξη μη αρεστών λειτουργών.

Αναγκαία, τέλος, είναι μία τομή στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, αλλά και στη νοοτροπία αντιμετώπισης των ανώτατων δικαστών, έτσι ώστε να εξαλειφθεί η δηλητηριώδης υπόνοια της συναλλαγής τους με την κυβέρνηση. Πρέπει, λοιπόν, να καθιερωθεί διαδικασία κοινοβουλευτικής ακρόασης για τους υποψήφιους προέδρους, αντιπροέδρους και εισαγγελείς, ενώ παράλληλα πρέπει να διαμηνυθεί η βούληση της νέας κυβέρνησης ότι δεν προτίθεται να αξιοποιήσει επαγγελματικά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τις ανεξάρτητες αρχές (πράγμα που συνεπάγεται απώλεια των γνωστών παχυλών αμοιβών) τους αφυπηρετούντες δικαστές. Η πληρότητα της σχετικής εξαγγελίας πρέπει να συνδυαστεί και με αυστηρό έλεγχο του τρόπου κατάληψης δημόσιων θέσεων από πρόσωπα συγγενικά των ανώτατων δικαστών.

Το πλέγμα των παραπάνω πρωτοβουλιών αναμφίβολα δημιουργεί και συνθήκες ισότιμης και παραγωγικής διαβούλευσης μεταξύ των κοινωνών της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Η διαβούλευση αυτή (π.χ. στο πλαίσιο του ανενεργού εθνικού συμβουλίου δικαιοσύνης) μπορεί να αποδώσει συναινετικές προτάσεις για την επιτάχυνση των δικών αλλά και για τις τομές στη λειτουργία της δικαιοσύνης που απαιτούν συνταγματική αναθεώρηση.

logo

μνήμη Στέφανου Ματθία

Η πειθαρχική (ενδεχομένως και ποινική) δίωξη κατά του ανακριτή Ζαγοριανού της υπόθεσης Siemens για παράβαση καθήκοντος και κατάχρηση εξουσίας κλείνει το πρώτο κεφάλαιο μίας ακόμη επώδυνης ιστορίας της ελληνικής δικαιοσύνης. Ας κωδικοποιήσουμε τα πρώτα συμπεράσματα.

1. Η ελληνική δικαιοσύνη, όταν αξιολογείται εκτός συνόρων, αποδεικνύεται ότι δεν πληρεί τις προδιαγραφές που επιτάσσει για ένα σύγχρονο κράτος δικαίου η υπερεθνική νομοθεσία. Στη μακρόχρονη αρνητική βαθμολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής `Ενωσης (ΔΕΚ) προστίθεται τώρα και η μειωτική κρίση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η κρίση του για τη μη διασφάλιση συνθηκών δίκαιης δίκης στη χώρα μας θα την στιγματίζει για πολλά χρόνια και η νομολογία Χριστοφοράκου θα επανέρχεται στη νομική επικαιρότητα σε κάθε παρόμοια υπόθεση.

2. Αποδείχθηκε για άλλη μία φορά ότι η ανακριτική διαδικασία κυριαρχείται από τις απαιτήσεις κοντόφθαλμων σκοπιμοτήτων που χειραγωγούν την αναζήτηση και την ορθή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. Μοιραία συνέπεια της χειραγώγησης είναι η προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου.

3. Διαφάνηκε ότι απαιτείται πλέον μια βαθιά τομή στην ποινική δικονομία, έτσι ώστε η ποινική δίκη, ιδίως στο προδικαστικό στάδιο, να αποκτήσει πολλές ταχύτητες και κατά περίπτωση διαφοροποιημένη ισχύ. Δεν είναι δυνατό με τα ίδια νομικά εργαλεία και την ίδια υλική και τεχνοκρατική υποστήριξη οι ίδιοι δικαστές να αντιμετωπίζουν εντός του συνήθους φόρτου και της καθιερωμένης νοοτροπίας ταυτόχρονα υποθέσεις τρέχουσες και υποθέσεις σύνθετες και επίπονες.

4. Αποκαλύφθηκε, τέλος, ότι ο δικαστικός συνδικαλισμός οφείλει να απογαλακτιστεί και να προσαρμοστεί στη μετά Σανιδά εποχή εγκαταλείποντας το ρόλο του στρατευμένου συνήγορου του ελληνικού δικαιοδοτικού μηχανισμού. Η θέση της `Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ), δηλαδή της αντιπροσωπευτικότερης δικαστικής οργάνωσης, ότι η ακύρωση των παράνομων διατάξεων του ανακριτή Ζαγοριανού με βουλεύματα των αρμόδιων δικαστικών συμβουλίων αρκεί για να επιβεβαιωθούν συνθήκες δίκαιης δίκης, την εκθέτει ανεπανόρθωτα. Η έκθεση επιτείνεται, όταν η θέση αυτή συνυπάρχει με την ηχηρή της σιωπή για την απροκάλυπτη προσπάθεια του πρώην Εισαγγελέα Σανιδά να ανατραπούν τα ακυρωτικά βουλεύματα με νεότερα του Συμβουλίου Εφετών, καθώς και με την απουσία τοποθέτησης για την πειθαρχική δίωξη του ανακριτή.

Στα αυτονόητα, τώρα, «δια ταύτα»: Η εικόνα της ελληνικής δικαιοσύνης βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με την υπόλοιπη παρακμή της χώρας. Από την άλλη, το έργο κορυφαίων εκπροσώπων της Ελληνικής Δημοκρατίας σε διεθνή δικαιοδοτικά και ανεξάρτητα όργανα (του Β. Σκουρή ως προέδρου του ΔΕΚ, του Χρ. Ροζάκη ως αντιπροέδρου του ΕΔΔΑ και του Ν. Διαμαντούρου ως Ευρωπαίου Μεσολαβητή), πέρα από την υπενθύμιση μιας άλλης Ελλάδας, που τελευταία δεν μοιάζει τόσο μακρινή, δείχνει ότι η παρακμή είναι αναστρέψιμη. Αρκεί με κατάλληλες θεσμικές παρεμβάσεις να επανακτηθεί χώρος για το ανεξάρτητο φρόνημα, την εξωστρέφεια και τη στέρεη επιστημονική κατάρτιση.