Κοινοτικός τίτλος σπουδών νομικής ως προϋπόθεση διορισμού δικηγόρου (με αφορμή την ολΣτΕ 2771/2011)

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ, τ.88 Νοε-Δεκ 2011 

1. Η ολΣτΕ 2771/2011 αποτελεί έναν ακόμη ενδιάμεσο σταθμό στην υπερδεκαεξαετή εξώδικη και δικαστική διαδρομή ενός πτυχιούχου νομικής γαλλικού πανεπιστημίου με τελικό προορισμό την εγγραφή του στο μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στην παρούσα στάση κρίθηκε ότι συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας η σιωπηρή άρνηση του ΔΣΑ να χορηγήσει (το 2004!) στον (από το 1995!) ασκούμενό του το «πιστοποιητικό ασκήσεως», που προβλέπεται στο άρθρο 12 παρ.3 ΚωδΔ και προσκομίζεται από τον υποψήφιο δικηγόρο στο Γραμματέα της Εξεταστικής Επιτροπής.

Επόμενη στάση είναι η έκδοση του πιστοποιητικού από τον ΔΣΑ. Σ` αυτό, κατά τη σχολιαζόμενη απόφαση, πρέπει να αιτιολογηθεί αν αντιστοιχούν προς τα προσόντα του πτυχίου του ελληνικού νομικού τμήματος ή αλλοδαπού αναγνωρισμένου, οι γνώσεις και τα προσόντα που προκύπτουν από το συγκεκριμένο, μη αναγνωρισμένο από ΔΙΚΑΤΣΑ ή ΔΟΑΤΑΠ, πτυχίο νομικής γαλλικού πανεπιστημίου, όπως συμπληρώνονται με άλλες σχετικές γνώσεις και εμπειρία που έχει τυχόν αποκτήσει ο συγκεκριμένος ασκούμενος.

Ανάλογα τώρα με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αυτού είναι ενδεχόμενο να ανοίξει νέα ακυρωτική δίκη με αντικείμενο τη νομιμότητα της αιτιολογίας του. Χωρίς υπερβολή, είναι πιθανό στο πρόσωπο του συγκεκριμένου ασκούμενου να συμπέσει χρονικά ο διορισμός του ως δικηγόρου με την ωρίμανση των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, αν βέβαια είχε την πρόνοια να ασφαλιστεί το 1995 στο Ταμείο Νομικών.

2. Το παραπάνω δια ταύτα είναι το αποτέλεσμα σειράς πολύ εύστοχων παραδοχών, που συνιστούν μία σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία κρίσιμων διατάξεων του ΚωδΔ, αλλά και έναν διακριτικό έλεγχο, πάντα υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, της διοικητικής πρακτικής που ορίζεται, αφενός, από τις εξαιρετικά αργές διαδικασίες αναγνώρισης αλλοδαπών τίτλων και, αφετέρου, από την αμηχανία των δικηγορικών συλλόγων στην αντιμετώπιση του μαζικού αιτήματος εγγραφής στα βιβλία ασκουμένων πτυχιούχων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Ας μην λησμονούμε ότι πολλά από αυτά προσφέρουν είτε πτυχία τριετούς φοίτησης είτε χρόνο φοίτησης στην Ελλάδα.

3. Η απόφαση δέχεται καταρχήν ότι από το άρθρο 10 παρ.1 ΚωδΔ, που δίνει στον ασκούμενο δικηγόρο το δικαίωμα «αυτόνομης» παράστασης σε συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες, συνάγεται ότι η άσκηση συνιστά επαγγελματική δραστηριότητα. Μάλιστα, προς επαλήθευση της θέσης αυτής γίνεται επίκληση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ για τον καθορισμό και την αναπροσαρμογή των αμοιβών των ασκούμενων δικηγόρων από τον δικηγόρο στον οποίον ασκούνται. Η δραστηριότητα αυτή, όμως, δεν είναι ούτε «δικηγορικό επάγγελμα» ούτε «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου και, άρα, δεν διέπεται από τις οδηγίες (δηλαδή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο) που ρυθμίζουν τη δικηγορική κινητικότητα εντός της Ευρωπαϊκής `Ενωσης. Επομένως, η προστασία της κινητικότητάς της θα αναζητηθεί στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή στην ελευθερία κυκλοφορίας και το δικαίωμα εγκατάστασης που κατοχυρώνονται στην Συνθήκη για την `Ιδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για μισθωτούς ή μη εργαζόμενους.

Ακριβώς από τα παραπάνω δικαιώματα προκύπτει ως βασική υποχρέωση των εθνικών αρχών των κρατών μελών της ΕΕ (εν προκειμένω του ΔΣΑ) να λαμβάνουν υπόψη τους τίτλους σπουδών που χορηγήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος (εν προκειμένω το γαλλικό πτυχίο νομικής), όταν εξετάζουν αίτημα ακόμη και δικού τους υπηκόου για άσκηση μίας επαγγελματικής δραστηριότητας (εν προκειμένω του ασκούμενου δικηγόρου).

4. Καινοτομία της σχολιαζόμενης απόφασης (κρίσιμη όπως θα φανεί σε επόμενο στάδιο) συνιστά η παραδοχή ότι, κατά την παραπάνω διαδικασία, η εξέταση του αιτήματος δεν περιορίζεται στον τυπικό έλεγχο της ύπαρξης ή μη ακαδημαϊκής αναγνώρισης από τον οικείο φορέα (ΔΙΚΑΤΣΑ/ΔΟΑΤΑΠ) ή από συμπληρωματικές σπουδές σε ημεδαπό ΑΕΙ. Αντίθετα, πρέπει να πραγματοποιείται για τον κάθε αιτούντα συγκεκριμένος έλεγχος για την αντιστοιχία των προσόντων που πιστοποιούνται με τον κοινοτικό τίτλο σε σχέση με τα προσόντα που πιστοποιεί ο ημεδαπός τίτλος. Αν ο κοινοτικός τίτλος υπολείπεται, τότε ο αιτών δικαιούται να αποδείξει ότι διαθέτει τα υπολειπόμενα προσόντα με άλλον τρόπο, όπως για παράδειγμα με πρακτική άσκηση, επαγγελματική πείρα κλπ.

5. Η απόφαση επισημαίνει ότι κατά τη διαδικασία χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως η νομιμότητα των λοιπών προϋποθέσεων της εγγραφής στο βιβλίο ασκουμένων. `Αρα, δεν είναι νόμιμη η άρνηση χορήγησης πιστοποιητικού άσκησης με αιτιολογία την εκ των υστέρων κρίση για την (αν)επάρκεια του κοινοτικού τίτλου που προσκομίστηκε κατά την εγγραφή στο βιβλίο ασκουμένων. Στο σημείο αυτό αποδεικνύεται (κατ` αποτέλεσμα) σύμφωνη με το πνεύμα της κοινοτικής νομοθεσίας η πρακτική των δικηγορικών συλλόγων να δέχονται την εγγραφή ασκουμένων που διαθέτουν αλλοδαπούς τίτλους σπουδών χωρίς προσκόμιση βεβαίωσης ισοτιμίας με την (κατ` αποτέλεσμα) λανθασμένη σκέψη ότι θα απαγορεύσουν την πρόσβασή των ασκούμενων αυτών στις εξετάσεις αν δεν αποκτήσουν την ισοτιμία μέχρι τότε.

6. Σε συνέχεια των παραπάνω παραδοχών η τελική σκέψη της σχολιαζόμενης απόφασης είναι ότι η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 3 παρ.3 ΚωδΔ («δικαίωμα συμμετοχής εις την εξέτασιν έχει όστις κέκτηται πτυχίον του νομικού τμήματος της Νομικής Σχολής Ελληνικού ή αλλοδαπού ανεγνωρισμένου ομοταγούς Πανεπιστημίου…») απαιτεί για τον υποψήφιο δικηγόρο, κάτοχο κοινοτικού τίτλου νομικής, που έχει ολοκληρώσει την άσκησή του, να εξετάζεται αν τα τυχόν ελλιπή προσόντα ενός τέτοιου τίτλου, σε σχέση με τον ημεδαπό τίτλο νομικής, συμπληρώνονται από τα ουσιαστικά προσόντα που αποκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαοκτάμηνης άσκησης.

7. Η κρίση αυτή πρέπει να συνδυαστεί με την απόφαση 3177/2007 επίσης της Ολομέλειας του ΣτΕ (σχολιάστηκε στο τ. 65 του Συνήγορου), η οποία εξήγησε ότι, αφού η εξεταστική διαδικασία για το διορισμό των δικηγόρων αρκεί για την τελική διάγνωση των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων, η απόλυτη απαγόρευση έναρξης άσκησης μετά την παρέλευση πενταετίας από τη λήψη του πτυχίου της νομικής (άρθρο 5 παρ.2 ΚωδΔ) παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Από το συνδυασμό αυτό, δηλαδή με ανάλογη ερμηνευτική αξιοποίηση της αρχής της αναλογικότητας και για την εξεταζόμενη περίπτωση, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι τα απαιτούμενα από την εθνική νομοθεσία ουσιαστικά προσόντα για τη συμμετοχή στην εξεταστική διαδικασία των υποψήφιων δικηγόρων, δηλαδή αυτά που πιστοποιεί η κατοχή ημεδαπού ή ισότιμου αλλοδαπού τίτλου σπουδών νομικής, ισοδυναμούν οπωσδήποτε με την κατοχή κοινοτικού τίτλου σπουδών νομικής που συμπληρώνεται με τις γνώσεις και την επαγγελματική εμπειρία της άσκησης. Μακάρι ο συλλογισμός αυτός να συντομεύσει τη διαδρομή προς την είσοδο στο δικηγορικό επάγγελμα του συναδέλφου που προκάλεσε τη σχολιαζόμενη σημαντική νομολογιακή εξέλιξη.

8. Κλείνω με την προσθήκη ότι όμοιες σκέψεις με αυτές της σχολιαζόμενης απόφασης διατυπώνονται και στην ολΣτΕ 2770/2011, η οποία ακύρωσε την άρνηση του ΔΣΑ να εγγράψει στο βιβλίο ασκουμένων κάτοχο βρετανικού πτυχίου -κατά τους ισχυρισμούς της- νομικής, η οποία είχε ήδη αποκτήσει, όμως, και την ιδιότητα της ασκούμενης δικηγόρου σε δικηγορικό σύλλογο του Ηνωμένου Βασιλείου, με μόνη (μη νόμιμη) αιτιολογία τη μη αναγνώριση του επικαλούμενου τίτλου σπουδών.

Ακολουθούν τα κείμενα των σχολιαζόμενων αποφάσεων (περισσότερα…)

Advertisements

Στις 9 Δεκεμβρίου 2011 στα γραφεία της Δικηγορικής Εταιρίας ΚΟΣΜΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ στο Αγγελοχώρι διργανώθηκε από το Γερμανικό Δικηγορικό Σωματείο στην Ελλάδα (Deutscher AnwaltVerein Griechenland DAV) μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση με θέμα «Απελευθέρωση του δικηγορικού επαγγέλματος. Ευκαιρία για καινοτόμες αλλαγές;» («Deregulierung des Anwaltsberufes. Eine Chance fur innovative Anderungen?»).

Ομιλητές ήταν ο συνάδελφος  κ. Ingo Hauffe (Rechtsanwalt, Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Στουτγάρδης, λέκτορας στην Σχολή Διοίκησης και Οικονομικών Επιστημών του Ludwigsburg, μέλος της νομοθετικής επιτροπής του Ομοσπονδιακού Δικηγορικού Συλλόγου Γερμανίας), ο οποίος ανέπτυξε το θέμα „Πρόσφατες εξελίξεις στο επαγγελματικό δίκαιο δικηγόρων στην Γερμανία“ („Berufsrechtliche Entwicklungen in Deutschland“) και ο συνάδελφος κ. Michael Laux (LL.M., S.S.C., Πρόεδρος DAV Ελλάδος, Rechtsanwalt, ειδικευμένος στο εμπορικό και εταιρικό δίκαιο, Solicitor και Notary Public στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, Διαιτητής CiArB), οποίος ανέπτυξε το θέμα „Πρόσφατες εξελίξεις στο επάγγελμα του δικηγόρου στη Μεγάλη Βρετανία“ („Marktrechtliche Entwicklungen des Anwaltsberufes in Großbritannien“).

Την εκδήλωση χαιρέτησαν ο κ. Klaus Bormann (Πρόξενος, μόνιμος Αναπληρωτής του γενικού Πρόξενου Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη) και ο οικοδεσπότης συνάδελφος κ. Αβραάμ Κοσμίδης (Μέλος του διοικητικού Συμβουλίου DAV Ελλάδος,  Rechtsanwalt και Δικηγόρος).

Ακολουθεί η δική μου εισαγωγική ομιλία με θέμα «Επαγγελματική κατάσταση των δικηγόρων στην Ελλάδα και ανάγκη αναθεώρησης». (περισσότερα…)

Με το άρθρο 30 παρ.1 και 2 του νόμου 3904/2010 (ΦΕΚ Α` 218) για τον «εξορθολογισμό της ποινικής δικαιοσύνης» επεκτείνεται κι άλλο η μερική αποποινικοποίηση των πράξεων της μη καταβολής και της παρακράτησης ασφαλιστικών εισφορών. Είχαν προηγηθεί, αρχικά, το άρθρο 33 του νόμου 3346/2005, που καθιέρωσε ως όριο του μη αξιόποινου την οφειλή έως 2.000ευρώ, και, στη συνέχεια,  το άρθρο 4 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 16.9.2009 (κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του νόμου 3814/2010) που αύξησε το όριο στο ποσό των 5.000 ευρώ.

Η διατύπωση της νέας διάταξης είναι η εξής: «1. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967  απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. 2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967  απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζόμενων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ».

Από τη διατύπωση αυτή συνάγεται ότι ο ποινικός νομοθέτης αντιμετωπίζει πλέον με διαφοροποιημένο τρόπο τα αδικήματα που ανακύπτουν εξαιτίας οφειλών προς το ΙΚΑ, αφού εισάγει άλλο όριο του μη αξιόποινου για τη μη καταβολή των εργοδοτικών εισφορών (20.000 ευρώ) και άλλο -αυστηρότερο- όριο για την «υπεξαίρεση» από τον εργοδότη των εργατικών εισφορών (10.000 ευρώ). Η διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των δύο αδικημάτων αποτελεί σημαντική αλλαγή σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 33 του νόμου 3346/2005 και 4 της ΠΝΠ της 16.9.2009 (η τελευταία είχε ως εξής: «Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Φ.Ε.Κ. Α’ 136) απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ»), από τις οποίες συναγόταν γραμματικά ότι θεσπίζεται συνολικό όριο του μη αξιόποινου που αφορά στα δύο αδικήματα από κοινού. Επισημαίνεται ότι με τη νέα της διατύπωση η νομοθεσία εναρμονίζεται με την κρατούσα νομολογία (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 957/2006), η οποία, παρά το γράμμα των προηγούμενων διατάξεων, είχε καταλήξει ότι το ποσοτικό όριο αναφέρεται ξεχωριστά στο σύνολο της εργατικής και στο σύνολο της εργοδοτικής εισφοράς. Στην πράξη, άρα, η νομολογία ήδη αντιμετώπιζε ως δύο διαφορετικά «σύνολα» τα ποσά που αναγράφονται στο κατηγορητήριο αφενός για τις εργατικές και αφετέρου για τις εργοδοτικές εισφορές.

Παρά τη νέα τους διατύπωση και τη σημαντική αποποινικοποίηση που επιτυγχάνουν, οι διατάξεις δογματικά παραμένουν προβληματικές και άδικες όσο το όριο του μη αξιόποινου δεν συνδυάζεται και με τη νομοθετική πρόβλεψη ορισμένου συνολικού χρονικού διαστήματος, εντός του όποιου διαπράττονται οι συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις και παραλείψεις. `Ετσι, συνεχίζει το αξιόποινο να εξαρτάται από τυχαία γεγονότα. Αν, για παράδειγμα, υπάρχουν περισσότερες ΠΕΕ για διάφορα χρονικά διαστήματα και περιληφθούν όλες σε μία μήνυση του ΙΚΑ, μπορεί τα όρια να ξεπεραστούν, ενώ αν το ΙΚΑ υποβάλει ξεχωριστές μηνύσεις για κάθε ΠΕΕ μπορεί τα όρια να μην υπερβαίνονται. Επίσης, είναι πιθανό σε μία μικρή επιχείρηση με λίγους εργαζόμενους να γίνει έλεγχος του ΙΚΑ για διάστημα δύο ή και τριών ετών και να προκύψουν συνολικές οφειλές που υπερβαίνουν τα όρια, ενώ, αντίστροφα, σε μία μεγάλη επιχείρηση με πολλούς εργαζόμενους μπορεί να γίνονται τακτικοί έλεγχοι, που να αφορούν σε μικρά χρονικά διαστήματα, για κάθε ένα από τα οποία δεν παρουσιάζεται υπέρβαση των ορίων.

Οι πρακτικές (ευνοϊκές) συνέπειες της νέας διάταξης είναι σημαντικές:

1. Ως ευμενέστερη θα εφαρμοστεί σε κάθε εκκρεμή δίκη οποιουδήποτε βαθμού. `Αρα, όπου υπάρχει προθεσμία, πρέπει να ασκηθούν τα ένδικα μέσα της έφεσης ή της αναίρεσης για να ανατραπούν καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούν σε ποσά μικρότερα των νέων ορίων των 20.000 και 10.000 ευρώ.

2. Σε περίπτωση αμετάκλητων καταδικαστικών αποφάσεων για ποσά μικρότερα των νέων ορίων ο εισαγγελέας μετά από αίτηση του καταδικασθέντος εκδίδει διάταξη για τη μη εκτέλεση της ποινής. Η διάταξη αυτή, βέβαια, δεν αίρει τις υπόλοιπες συνέπειες της ποινής.

3. Στην πράξη αποποινικοποιείται το σύνολο των υποθέσεων που αφορούν σε εισφορές προς τον ΟΑΕΕ (πρώην ΤΕΒΕ, ΤΣΑ και ΤΑΕ), καθώς το ταμείο αυτό συνήθως περιλαμβάνει στις μηνύσεις του το ετήσιο ποσό της εισφοράς, το οποίο δύσκολα υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ.

Στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ στις 31.1.2011 φιλοξενήθηκε το παρακάτω κείμενό μου με σκέψεις για τις θετικές προοπτικές του δικηγορικού επαγγέλματος μετά το νομοσχέδιο για το άνοιγμά του.

Δεν χρειάζονται πολλές κουβέντες: οι διατάξεις, που προτείνονται για το δικηγορικό επάγγελμα με το προσχέδιο του νόμου «Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας. Κατάργηση των περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων», κινούνται στην απολύτως σωστή κατεύθυνση. Καταργούνται οι απαράδεκτοι γεωγραφικοί περιορισμοί με τις πενηντατόσες «δικηγορικές συνοριακές γραμμές» στο εσωτερικό της χώρας, θεσπίζονται οι προϋποθέσεις για τη σύνταξη ενός ρεαλιστικού αμοιβολόγιου (… επιτέλους καταργείται η τελευταία επιβίωση της δραχμής, που ως «μεταλλική» στοίχειωνε στον Κώδικα Δικηγόρων) και διασφαλίζονται τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων και των δικηγορικών συλλόγων (… τι γίνεται με τα έσοδα αυτά είναι άλλο θέμα, όπως άλλο θέμα είναι οι ευθύνες των δικηγορικών συλλόγων για την οικειοθελή περιστολή των προνοιακών κοινωνικών παροχών ή την επένδυση των διαθέσιμων σε επισφαλή προϊόντα με αποκορύφωμα το ομόλογο της ΑΣΠΙΣ του Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Δικηγόρων Θεσσαλονίκης και τα δομημένα ομόλογα του Ταμείου Υγείας Δικηγόρων Επαρχίας).

Το όφελος είναι τεράστιο για τη συντριπτική πλειοψηφία των δικηγόρων της χώρας, δηλαδή των δικηγόρων της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, που αποκτούν την απρόσκοπτη δυνατότητα δραστηριοποίησης σε νέες αγορές, αλλά και όσων δικηγόρων της περιφέρειας επιθυμούν την ποιοτική και χωρική αναβάθμιση των υπηρεσιών τους, καθώς και την ισότιμη και αξιοπρεπή δικτύωσή τους με κεντρικά δικηγορικά γραφεία. Εξίσου μεγάλο είναι και το όφελος του πολίτη της περιφέρειας που στο εξής θα μπορεί να αναζητά την προσιτή και ποιοτική υπηρεσία, την οποία συχνά του στερούν ποικίλοι συντεχνιασμοί στο όνομα μίας δήθεν συναδελφικής αλληλεγγύης.

Πέρα όμως από τη δικηγορική εργασία, το νέο θεσμικό πλαίσιο δημιουργεί δύο κομβικές προκλήσεις για το δικηγορικό συνδικαλισμό. Η πρώτη είναι η αυτονόητη υποχρέωση συγκρότησης αντιπροσωπευτικού δευτεροβάθμιου συνδικαλιστικού οργάνου στη θέση της αντιδημοκρατικής και παρωχημένης Ολομέλειας των Προέδρων, η οποία το μόνο που καταφέρνει είναι η κατοχύρωση του «δικαιώματος» της ελάχιστης μειοψηφίας του σώματος να επιβάλλει την επαγγελματική και συνδικαλιστική της αντίληψη στο σύνολο των δικηγόρων της χώρας. Ο τρέχων τραγέλαφος μίας Ολομέλειας Προέδρων που συνεδριάζει χωρίς σύγκληση από τον Πρόεδρό της, χωρίς τη συμμετοχή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και αποφασίζει πανελλαδική αποχή μίας εβδομάδας εν γνώσει της αντίθετης απόφασης του ΔΣ του ΔΣΑ, τα μέλη του οποίου εργάζονται κανονικά, δείχνει ότι ο υφιστάμενος δικηγορικός συνδικαλισμός έχει περιέλθει σε απόλυτη ανυποληψία.

Η δεύτερη πρόκληση είναι πιο σύνθετη. Αφορά στη μετεξέλιξη των δικηγορικών συλλόγων σε φορείς συλλογικής διαπραγμάτευσης των αμοιβών και των όρων παροχής της δικηγορικής υπηρεσίας και εργασίας σε μεγάλους εντολείς (τράπεζες, δημόσιο, ΔΕΚΟ, τοπική αυτοδιοίκηση, ασφαλιστικές εταιρίες, συνδικαλιστικές οργανώσεις κλπ). `Ετσι, για παράδειγμα, η «έγγραφη συμφωνία» για τη δικηγορική αμοιβή που προβλέπει το νέο άρθρο 92 του Κώδικα Δικηγόρων μπορεί να είναι το αποτέλεσμα συλλογικών συμβάσεων ανάμεσα στους φορείς του δικηγορικού συνδικαλισμού και τους φορείς που εκπροσωπούν τους μεγάλους εντολείς. Η αποστολή αυτή είναι κρίσιμη και από την αποδοχή της ή μη ως συνδικαλιστικής στρατηγικής εξαρτάται η αναγκαία μετάβαση -επιτέλους- του δικηγορικού συνδικαλισμού από τη ρητορεία του πάλαι ποτέ αριστοκρατικού λειτουργήματος στον πραγματικό κόσμο της δικηγορικής εργασίας.

Φίλες και φίλοι, αναρτώ την επιστολή της παραίτησής μου από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης 

«Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

μετά από 11 χρόνια θητείας στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου μας υποβάλλω σήμερα την παραίτησή μου. Εδώ και λίγες μέρες μού ανατέθηκε η θέση του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Διεθνούς `Εκθεσης Θεσσαλονίκης. Είναι προφανές ότι αυτή η εξαιρετικά τιμητική εντολή είναι δεοντολογικά ασυμβίβαστη με τη συνέχιση της συνδικαλιστικής δράσης. Η τελευταία έχει ως αδιαπραγμάτευτο προαπαιτούμενο τη λειτουργική ανεξαρτησία από οποιαδήποτε δραστηριότητα δημιουργεί συνθήκες έστω και έμμεσων δεσμεύσεων ή εξαρτήσεων.

Φίλες και φίλοι,

μου είναι πραγματικά δύσκολο να σας επιβαρύνω με ένα ακόμη συνδικαλιστικό μήνυμα. Οφείλω όμως με τον πιο δημόσιο τρόπο να απευθυνθώ προσωπικά σε κάθε συνάδελφο ευχαριστώντας σας για την πιο πολύτιμη δικηγορική εμπειρία που θα μπορούσατε να μου εμπιστευτείτε: τη δυνατότητα να υπηρετήσω στα συλλογικά μας όργανα ένα ιδιαίτερο -αισιόδοξο, σύγχρονο και δημιουργικό- δικηγορικό όραμα.

Δεν σας κρύβω ότι την αυτονόητη χαρά μου μπροστά στην πρόκληση της καινούργιας μου προσπάθειας στο δημόσιο χώρο επισκιάζει η οργή, η αγανάκτηση και κυρίως η ανασφάλεια που όλοι νιώθουμε για το μέλλον του επαγγέλματός μας, την κατάσταση της δικαιοσύνης και το ατελέσφορο της συνδικαλιστικής μας δράσης.

Επιτρέψτε μου ωστόσο να μοιραστώ μαζί σας τη σκέψη ότι για τα συναισθήματα αυτά ευθύνεται μια πραγματικότητα που δημιουργήσαμε ως πολίτες και δικηγόροι και με δικές μας άτολμες επιλογές και βολικές παραλείψεις που είχαν ως αποτέλεσμα να εκτρέφονται μέσα και στο δικό μας σπίτι τα γνωστά φαινόμενα της ιδιοτελούς χρήσης του δημόσιου αξιώματος, της σπάταλης διαχείρισης του δημόσιου χρήματος και της μακάριας αντίληψης ότι άναρθρες κραυγές αρκούν για να ξορκίσουν το μέλλον που ήταν ήδη εδώ.

Η αντίστροφη πορεία της ανάκαμψης προϋποθέτει την αξιοποίηση ό,τι αποτελεσματικότερου διαθέτουμε ως δικηγόροι: τον ορθό λόγο στο επιχείρημά μας και την ουσιαστική αλληλεγγύη στις μεταξύ μας σχέσεις.

Σας ευχαριστώ και πάλι,

με συναδελφική εκτίμηση

Γιάννης Κωνσταντίνου»

1. Η επιβολή ΦΠΑ επί της δικηγορικής αμοιβής δεν αλλάζει τον τρόπο φορολόγησης του δικηγορικού εισοδήματος. Οι δικηγόροι θα συνεχίσουν να φορολογούνται με τον ισχύοντα τρόπο, ο οποίος δεν διαφέρει από αυτόν των υπόλοιπων πολιτών. `Αλλωστε, οι δικηγόροι δεν απολαμβάνουν ειδικών φορολογικών προνομίων (τεκμαρτό εισόδημα, πλασματικά έξοδα κοκ), αφού το εισόδημά τους εξάγεται με λογιστικό τρόπο στη βάση του βιβλίου εσόδων-εξόδων. `Αρα, η κατηγορία ότι οι δικηγόροι δεν επιθυμούν ΦΠΑ για να μην πληρώσουν παραπάνω φόρο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

2. Ο ΦΠΑ επί της δικηγορικής αμοιβής αυξάνει, όμως, το κόστος της δικηγορικής υπηρεσίας επιβαρύνοντας τον πολίτη εντολέα. Η επιβάρυνση πλήττει κυρίως τους αδύναμους ιδιώτες εντολείς (εργαζόμενους, δανειολήπτες, μετανάστες κλπ). Αυτοί θα βρεθούν σε ακόμη δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους αντιδίκους τους που ούτως ή άλλως απαλλάσσονται του «δικηγορικού» ΦΠΑ (πχ δημόσιο ή εταιρίες που αμείβουν τους δικηγόρους τους με παγία αντιμισθία) ή σε ακόμη πιο άνιση θέση σε σχέση με όσους θα μπορούν να τον συμψηφίζουν.

3. Η επιβολή του ΦΠΑ συμπιέζει το δικηγορικό εισόδημα. Από τη μια οι δικηγόροι θα αναγκαστούν να προσφύγουν σε υπηρεσίες λογιστή, ενώ από την άλλη, σε πολλές περιπτώσεις, το ποσό του ΦΠΑ θα ενσωματωθεί στην αμοιβή μειώνοντάς την. Η συμπίεση αυτή θα πλήξει τους νεότερους συνάδελφους και θα εντείνει το «μειοδοτικό» ανταγωνισμό τιμών.

4. Ο δικηγορικός συνδικαλισμός, ιδίως της πόλης μας, δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Στις συνθήκες της σημερινής κρίσης δεν είναι δυνατό ο δικηγορικός κλάδος να αρνείται την οποιαδήποτε θυσία και να εμφανίζεται με στείρα άρνηση όμοια με αυτή του ταξιτζή και του βενζινοπώλη. `Οφειλε να προλάβει τις εξελίξεις αντιπροτείνοντας μέτρα φοροδοτικής διεύρυνσης, τα οποία, σε συνδυασμό με το δίκαιο «κίνημα της απόδειξης», που καταλαμβάνει και τη δικηγορική αμοιβή, θα ενίσχυαν τα δημόσια ταμεία από δικηγορικές πηγές. Τέτοια μέτρα είναι η αύξηση στις δικαστηριακές αμοιβές του ποσοστού παρακράτησης φόρου από 15% σε 21%, η καθιέρωση παρακράτησης φόρου στις αμοιβές από συμβόλαια και απαλλοτριώσεις, καθώς και η αύξηση των ελάχιστων αμοιβών των δικαστηριακών παραστάσεων, που θα συμπαρασύρει σε αύξηση και τα φορολογικά έσοδα. Αντ` αυτών προτιμήθηκε, μεταξύ του τυρού των εορτών ποιήσεως και του αχλαδιού των καρναβαλικών πανηγύρεων, να εξορκίζεται η επιβολή του ΦΠΑ σε επιστημονικοφανείς εκδηλώσεις εσωτερικής κατανάλωσης και επαναστατικής γυμναστικής. Κρίμα.

996198_bΟ καλοκαιρινός δικαστιστικός ακτιβισμός της κυβέρνησης προκαλεί ήδη τις πρώτες παράπλευρες απώλειες. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Δένδιας (δικηγόρος κατά το βιογραφικό του) είχε τη φαεινή ιδέα να τροποποιήσει λίγο τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. `Ετσι στο σχέδιο νόμου «Μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, στη θεραπευτική μεταχείριση χρηστών ναρκωτικών ουσιών και άλλες διατάξεις» κατέθεσε ο ίδιος (και μόνος του) μια τροπολογία συνοδευόμενη από την εξής Αιτιολογική `Εκθεση: «Με σκοπό τη διευκόλυνση των πολιτών, με την προτεινόμενη τροπολογία καθιερώνεται η δυνατότητα άσκησης των κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ενδίκων μέσων, πέραν της γραμματείας του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, και ενώπιον (sic) της γραμματείας του ειρηνοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά αυτός ο ο οποίος δικαιούται στην άσκησή τους».  

Η τροπολογία ψηφίστηκε (είναι πλέον το άρθρο 50 παρ.1 του Ν.3772/2009) και έτσι το γνωστό (και ουδέποτε τροποποιηθέν στη μακρόχρονη διαδρομή του) άρθρο 495 παρ.1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας έχει την ακόλουθη διατύπωση: «Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος«.  Σημειώνεται ότι η διάταξη ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στο ΦΕΚ 112 τ. Α` της 10.7.2009.

Πρακτικά λοιπόν, σύμφωνα με τη νέα διάταξη, οι εφέσεις και οι αναιρέσεις (για να αναφερθούμε μόνο στα συνήθη) μπορούν να κατατεθούν σε οποιοδήποτε ειρηνοδικείο της χώρας από τη Μάνη μέχρι την Ορεστιάδα και από τη Λευκίμμη της εκλογικής περιφερείας του κυρίου υπουργού μέχρι τη Ρόδο. Μένει να μας πει ο κύριος υπουργός, που τόσο νοιάζεται για τη διευκόλυνση των πολιτών, σε πόσα ειρηνοδικεία της χώρας πρέπει να τρέξει ο κάθε καψερός για να πάρει πιστοποιητικό μη άσκησης ενδίκων μέσων, προκειμένου να βεβαιώσει το τελεσίδικο ή το αμετάκλητο μιας απόφασης. Οι νομικοί, το δίχως άλλο, καταλαβαίνουμε το μέγεθος της ανικανότητας και της ανευθυνότας που προδίδει το διάβημα του υπουργού. Οι μη εξοικειωμένοι αρκεί να αναλογιστούν ότι, για παράδειγμα, δεν μπορεί να σημειωθεί στο ληξιαρχείο ένα διαζύγιο χωρίς επίσημη βεβαίωση ότι η σχετική δικαστική απόφαση δεν έχει προσβληθεί με κανένα ένδικο μέσο.