1812kaivevaiaallazei

Την Τετάρτη 27 Ιανουαρίου στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ στη Θεσσαλονίκη παρουσιάσαμε το βιβλίο της αγαπημένης Αγγέλας Καστρινάκη «Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση» (εκδ. Κίχλη). Υπό το συντονισμό του Μιχάλη Τριανταφυλλίδη και την παρουσία της συγγραφέως μίλησαν επίσης ο Γιώργος Καστούρας, ο Κώστας Κουτσομητέλης και ο Κώστας Αναγνωστόπουλος.

Παραθέτω την ημέτερη παρέμβαση:

«Με τον τρόπο της Ειρήνης

  1. Θέματα από τον Θουκυδίδη. Με ποιον είμαστε στον πόλεμο.

Ο -ας τον πούμε- Αντώνης ήταν πια βήτα λυκείου, ένα χρόνο ήδη στο Ρήγα και κοπτάτσια στο γραφείο μαθητών. Τρώγαν χρόνο αυτά κι ανησυχούσε για τις πανελλαδικές του χρόνου.  Ζήτησε από τη Μαρία, τη νεαρή καθηγήτριά του στο σχολείο, και τον Ντάνη, τον πανεπιστημιακό άντρα της, κάποιον να του κάνει λίγα αρχαία. «Θα πούμε στην Ειρήνη» είπε ο Ντάνης «είναι πολύ καλή φοιτήτρια και κάποτε μου `πε ότι θέλει να κάνει ιδιαίτερα». «Θα σου αρέσει. Είναι όμορφη κοπέλα και είστε και του ίδιου χώρου», πρόσθεσε η Μαρία. `Ετσι ήταν. Το μάθημα πήγαινε καλά, αμέσως τα βρήκαν και στα πολιτικά. Το άγνωστο που `καναν ήταν συνήθως Θουκυδίδης και λίγος Ξενοφώντας. Μια μέρα η Ειρήνη του είπε: «Όταν ήμουν στο σχολείο, διαβάζαμε με αγωνία τον πελοποννησιακό πόλεμο. Οι αριστεροί βλέπαμε την ήττα των Αθηναίων να `ρχεται, και σκεφτόμασταν με λύπη την ήττα στον εμφύλιο». «Κι εγώ με τους Αθηναίους είμαι» της απάντησε ο Αντώνης «οι Σπαρτιάτες μου μοιάζουν με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας». Τον κοίταξε λίγο υποτιμητικά, λίγο αμήχανα, ίσως και με λίγη πικρή ειρωνεία «δεν ήξερα ότι οι σημερινοί ρηγάδες μαθητές χαίρονται που νίκησαν οι άλλοι στον εμφύλιο» του πέταξε. Ο Αντώνης κατάπιε τη γλώσσα του μέχρι το δημοψήφισμα του Ιουλίου.

  1. Τυπογραφικά δοκίμια. «Πάροδος»

Τέλειωσαν το μάθημα και πήραν μαζί το λεωφορείο για το κέντρο. Πριν κατέβει στη Φλέμιγκ η Ειρήνη του `δειξε κάτι μασούρια με τυπωμένα κείμενα και σημειώσεις στην άκρη. «Τι `ναι αυτά;» τη ρώτησε. «Δεν έχεις ξαναδεί; Είναι τυπογραφικά δοκίμια. Βγάζω το τεύχος του περιοδικού και πάω στη φωτοσύνθεση τις διορθώσεις». Τη θαύμασε πιο πολύ κι από τον Γουτεμβέργιο. Του είπε για την «Πάροδο» που είχε φτάσει κιόλας στο τρίτο ή τέταρτο τεύχος. «Είναι της παράταξης;», τη ρώτησε. «Όχι ρε, αυτοί βγάζουν μια … άσε θα δεις». «Γιατί δεν έρχεσαι αύριο σπίτι που έχουμε συντακτική;». Ψήλωσε όσο ο Φασούλας. Σε λίγους μήνες του τα `μαθε όλα: τυπογραφεία, γραφιστικά, λειτουργία συντακτικής, πως γράφουμε και πως κόβουμε κείμενα. Αυτός τα `δειχνε στον αδερφό του που τέτοια γράμματα τα `παιρνε καλύτερα. Γνώσεις για μια ζωή και κυρίως για το δικό τους περιοδικό, ίδιο η «Πάροδος» της Ειρήνης.

  1. Δεξιά τάση. Τρίτο Συνέδριο

«Και γιατί ψήφισες λευκό στις θέσεις;» τη ρώτησε ο Αντώνης. «Κι άλλοι θα ψήφιζαν, αλλά δεν εκδηλώνονται ακόμη. Αυτά περί της νεολαίας που είναι τάχα εξ ορισμού προοδευτική κοινωνική δύναμη, είναι ξεπερασμένος αριστερισμός». «Δίκιο έχεις» της είπε «ήδη στα σχολεία η ΜΑΚΙ ανεβαίνει». Είπαν κι άλλα, δεν είναι της ώρας, αλλά όλοι τα ξέρετε. «Αν εκλεγώ σύνεδρος, θα πάμε μαζί στο συνέδριο;», «Εννοείται». Η συνεννόηση ήταν περίπλοκη: Ο Αντώνης θυμάται ότι πήραν το τρένο μέχρι τη Λάρισα. Εκεί μαζέψαν τον Πάρη, τον καλό της που τότε ήταν φαντάρος και τώρα είναι στα δεξιά σύννεφα του αριστερού ουρανού (ο ουρανός πάντα είναι μοιρασμένος, μας έλεγε τότε η Κρίστα Βολφ). Συνέχισαν με το κατσαριδάκι του Πάρη. Στη διαδρομή λύθηκαν και οι τελευταίες απορίες. Στο συνέδριο ο Αντώνης τόλμησε και μίλησε. Αν και η ομιλία του («θεσμοί», «μαθητικές κοινότητες», «να αλλάξουμε το σχολείο από τα μέσα») ήταν τέρμα δεξιά, όταν κατέβηκε τον πλησίασε ο γραμματέας της οργάνωσης. Κοντός, χοντρός, φαλακρός, του φαινόταν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μεγαλύτερός του -ήταν ο αρχηγός των άλλων. Μίλησαν πολύ ώρα. «Τι σου έλεγε αυτός», τον ρώτησε η Ειρήνη αυστηρά (όπως όταν έκανε λάθος στους παρελθοντικούς τύπους ή στον μέλλοντα που ήταν κιόλας συντελεσμένος). «Μου `πε ότι θέλει να με προτείνει για το Κου Σου». «Κι εσύ δέχτηκες;» «Όχι, είσαι καλά;» «Μπράβο μικρέ, δεν πήγαν χαμένες τόσες ώρες μάθημα».

Πράγματι δεν πήγαν Αγγέλα μου και σ` ευχαριστώ πολύ!»

 

Advertisements

Χρονιάρα μέρα σήμερα και μοιράζομαι μαζί σας ένα παλιό μου κείμενο για το Πολυτεχνείο. Δημοσιεύτηκε το 2004 στην κυριακάτικη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Φέτος επτάχρονη είναι η μικρή μου κόρη. Η δική της ιστορική αναλογία είναι ότι σήμερα το Πολυτεχνείο τής είναι όσο μακρινό ήταν στα δικά μου επτά χρόνια η δικτατορία του Μεταξά.  

Η πορεία προς την επέτειο

Το Νοέμβριο ενδιαφέρον δεν έχει μόνο να θυμηθείς. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον ίσως έχει να συνειδητοποιήσεις τι ξέχασες. Θα θυμάμαι πάντα με ακρίβεια (ποια χρονιά, τι μέρα ήταν και ποιους βρήκα εκεί) την πρώτη φορά που πήγα στην «Πορεία του Πολυτεχνείου». Μου είναι αδύνατο, όμως, να θυμηθώ ποια ήταν η τελευταία..

Οι αναλογίες των χρονικών αποστάσεων έχουν ενδιαφέρον για όσους δεν συμμετείχαν. Δεν ανήκω στη «γενιά του Πολυτεχνείου», αφού το 1973 είχα μόλις την ηλικία της εφτάχρονης κόρης μου. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου τής είναι σήμερα όσο μακρινή ήταν σε εμένα τότε η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου. Για έναν μαθητή του λυκείου σήμερα το Πολυτεχνείο απέχει όσο απείχε από τη δική μου λυκειακή ηλικία η εκτέλεση του Μπελογιάννη.

Φαίνεται, όμως, ότι οι αναλογίες αυτές επηρεάζουν και όσους συμμετείχαν στα γεγονότα της εποχής. Είναι μάλλον αναπόφευκτο η ένταση του πολιτικού βιώματος να υποχωρεί προς όφελος της ιστορικής μνήμης και έρευνας. Γι` αυτό, ίσως, τα τελευταία χρόνια σημαντικοί πρωταγωνιστές της εξέγερσης, αν και συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται ακόμη και στην κεντρική πολιτική σκηνή, συγγράφουν κείμενα με αξίωση ιστορικής αποτίμησης και τεκμηρίωσης των γεγονότων του Πολυτεχνείου. Πρόχειρα καταγράφω τα βιβλία του Ολύμπιου Δαφέρμου, του Δημήτρη Χατζησωκράτη και, κυρίως, τα εξαιρετικά σημαντικά και εκτενή άρθρα του Χρυσάφη Ιορδάνογλου «Το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα της Θεσσαλονίκης στην περίοδο 1972-73: `Ένα χρονικό» και «Σχόλια πάνω στην τακτική του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος στην περίοδο 1972-73», που περιλαμβάνονται στη συλλογή του «Γερνώντας μαζί με την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία» (εκδ. Παρατηρητής).   

Γυρνώντας πίσω, δεν ξεχνώ ότι η προετοιμασία της γιορτής του Πολυτεχνείου και της συμμετοχής των μαθητών στην πορεία του υπήρξε στα μαθητικά μου χρόνια η κεντρικότερη αφορμή πολιτικών ζυμώσεων στα σχολεία. Αν αυτό συνεχίζει να ισχύει, δεν νομίζω ότι μια τέτοια δράση σημαδεύει την πολιτική μνήμη κανενός. Στην πολιτική η αδρανής κίνηση για μουσειακούς λόγους ή για λόγους προστασίας ειδών προς εξαφάνιση, τις περισσότερες φορές, εγκλωβίζει σε ξεπερασμένα σχήματα τις πραγματικές αντιθέσεις του σήμερα και τις προοπτικές του αύριο. Πρόκειται, δηλαδή, για την άλλη όψη του ίδιου πάντα συντηρητισμού που σκοπεύει στην καταστροφή της πρώτης ύλης της πολιτικής.

Κι αν το Πολυτεχνείο δεν παράγει -όπως πρώτα- υψηλή πολιτική, τι ρόλο παίζει η κατ` έτος αναβίωσή του; Η ειλικρίνεια δεν βλάπτει: Με τούτα και με κείνα (σχολική αργία και γιορτή, επαναλαμβανόμενο τελετουργικό με πορείες και στεφάνια, τριήμερο εορτασμό κοκ) το Πολυτεχνείο εντάχθηκε στις εθνικές επετείους. Για την ακρίβεια, μάλιστα, επιβλήθηκε ως τέτοια από ένα ζωντανό και δραστήριο «νεολαιίστικο κίνημα» (ο όρος πια δεν ξενίζει, γιατί κι αυτός ενσωματώθηκε στο τελετουργικό της επετείου). Η καθιέρωση της επετείου υπηρετεί τελικά το δικό της ιδιαίτερο συμβολισμό. Δηλώνει πως η τρέχουσα Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, αυτή δηλαδή που κυοφορήθηκε στο Πολυτεχνείο και γεννήθηκε τη μεταπολίτευση, ανήκει πλέον σε όλους –περισσότερο μάλιστα σ’εκείνους που επί χρόνια ονειρεύονταν και προετοίμαζαν την εξέγερση.