Ο κυβερνητικός Πρόεδρος (εφημερίδα Καρφίτσα, 12.12.2015)

Για πρώτη φορά στη λειτουργία της προεδρευόμενης δημοκρατίας μας παρατηρούμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να πολιτεύεται υπερβαίνοντας τις ρυθμιστικές του αρμοδιότητες –άλλοτε με την ανοχή, άλλοτε με την προτροπή κι άλλοτε με τη σύμφωνη γνώμη της, επίσης, πρώτη-φορά-αριστερής κυβέρνησης.

Στην εμφανή πλευρά, η αρχή έγινε με τη λήξη της συνόδου των πολιτικών αρχηγών αμέσως μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Τότε ο κ. Παυλόπουλος ανέλαβε τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στη γνωστή επικοινωνία με τον πρόεδρο Ολάντ. Η κίνηση αυτή συνιστά αναμφισβήτητα άσκηση εξωτερικής πολιτικής, η οποία, εξίσου αναμφισβήτητα ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης. Συνεχίστηκε με τις προεδρικές παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό ζήτημα. Η επιλεκτική εκτίμησή του ότι το ασφαλιστικό σύστημα δέχτηκε καίριο πλήγμα από το PSI δείχνει μεροληπτική τοποθέτηση υπέρ της κυβερνητικής ρητορείας, αλλά και έμμεση αμφισβήτηση μιας διεθνούς συνθήκης που συνομολόγησε η χώρα. Ομοίως εκτός του ρυθμιστικού του ρόλου κινήθηκε αποδεχόμενος το κυβερνητικό αίτημα να συζητηθεί στην πρόσφατη σύνοδο των πολιτικών αρχηγών τόσο το ασφαλιστικό ζήτημα όσο και η κυβερνητική πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση. Πρόκειται για θέματα που η πραγμάτευσή τους οφείλει να γίνεται με διαφανείς κοινοβουλευτικές διαδικασίες, στις οποίες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει περιθώριο ανάμιξης. Ας μην ξεχνάμε, μάλιστα, ότι η ίδια η σύνοδος των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έχει διατηρηθεί στο ισχύον Σύνταγμα μόνο στη μετεκλογική περίπτωση αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης μετά από τρεις διερευνητικές εντολές. Άρα η σύγκλησή της πρέπει να γίνεται με απόλυτη φειδώ, όπως επιτάσσει το συνταγματικό έθιμο που την ανέχεται μόνο για κρίσιμα εθνικά θέματα και μόνο στο βαθμό που αυτά δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης.

Στον αθέατο κόσμο, είναι κοινό μυστικό ότι ο κ. Παυλόπουλος τοποτηρεί και εγγυάται την ανομολόγητη συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με την καραμανλική δεξιά και δι’ αυτής με το βαθύ κράτος. Αυτή η συμμαχία εξυπηρετείται με τοποθετήσεις σε κρίσιμες θέσεις προσώπων κοινής πολιτικής καταγωγής με τον Πρόεδρο. Οι πλέον εμβληματικές είναι οι περιπτώσεις του νυν Προέδρου του ΣτΕ, γνωστού για την ψήφο του υπέρ του Αχιλλέα Καραμανλή στο εκλογοδικείο, και του υφυπουργού δικαιοσύνης, διοικητή της ΕΥΠ επί Κώστα Καραμανλή.

Κλείνω με τη θέση ότι η πολιτεία Παυλόπουλου, όσο κι αν εξυπηρετεί τους καραμανλικούς επιγόνους, δεν τιμά την καραμανλική παράδοση. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θέλησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θεσμικό αντίβαρο στην αυθαιρεσία της κυβερνητικής παντοδυναμίας κι έτσι πορεύτηκε όσο ο ίδιος κατείχε το αξίωμα. Ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του ρόλο εξαπτέρυγου ή πολυτελούς κυβερνητικού εκπροσώπου.

——————————————————

Εκτός θεσμικού ελέγχου (εφημερίδα Καρφίτσα, 24.10.2015)

Να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές: Ο πρώτος μήνας της δεύτερης φοράς αριστερά δείχνει ότι σαφής πρόθεση της κυβέρνησης είναι η εξουδετέρωση κάθε ανεξάρτητου θεσμικού ελέγχου στην άσκηση της πολιτικής της. Επιδίωξή της, δηλαδή, δεν είναι μόνο η (έστω) θεμιτή πολιτική κυριαρχία, αλλά και μια επιπρόσθετη θεσμική μονοκρατορία που να της επιτρέπει απερίσπαστα την ανεξέλεγκτη διαχείριση κρίσιμων πόρων και την πελατειακή εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων και παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.
Για το αληθές του λόγου, απαριθμώ τις αποδείξεις: Η κυβέρνηση, αφού τοποθέτησε, μετά από τυπική διαβούλευση, νύκτα την κυρία Θάνου Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, εδώ και τέσσερις μήνες αποφεύγει την επιλογή Προέδρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει μια ιδιότυπη ομηρία των δύο αυτών ανώτατων δικαστηρίων, αφού θεωρεί ότι οι υποψήφιοι πρόεδροι (δηλαδή οι νυν αντιπρόεδροι) και οι υποψήφιοι αντιπρόεδροι (δηλαδή οι νυν εισηγητές) δύσκολα θα την «στενοχωρήσουν» σε κρίσιμες υποθέσεις. Παράλληλα, βέβαια, δείχνει πώς αντιλαμβάνεται την αναβάθμιση της διοικητικής δικαιοσύνης που αποτελεί το φυσικό καταφύγιο του πολίτη έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας.
Ανάλογη είναι η κυβερνητική δυσανεξία στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές. Στο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου απουσιάζει οποιαδήποτε αναβάθμιση ή χορήγηση αρμοδιοτήτων τόσο στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης όσο και στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Αντ` αυτών ο Υπουργός Επικρατείας αναγορεύεται στον απόλυτο ρυθμιστή των αδειοδοτήσεων, αφού θα αποφασίζει για τον τελικό αριθμό των καναλιών, την τιμή εκκίνησης για την εκχώρηση των αδειών κοκ.
Στο πλαίσιο αυτό δεν προκαλεί εντύπωση ούτε η προσπάθεια εξώθησης σε παραίτηση της κυρίας Σαββαΐδου από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, δηλαδή της μόνης ίσως κρατικής υπηρεσίας που απολαμβάνει εγγυήσεις θεσμικής ανεξαρτησίας. Στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση η κυβέρνηση ξεπερνά τον εαυτό της. Την ίδια στιγμή που, με πρόσχημα το τεκμήριο της ποινικής αθωότητας, επιτρέπει την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία βαριά παραβατικών υπαλλήλων, αξιώνει από την κυρία Σαββαΐδου να εγκαταλείψει οικειοθελώς τη θέση της με μόνη δικαιολογία την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της. `Οποιος, όμως, μπει στον κόπο να διαβάσει τις αναλυτικές εξηγήσεις της κυρίας Σαββαΐδου, δεν μπορεί παρά να καταλάβει το έωλο της δίωξης, αλλά κυρίως να ανησυχήσει για την προθυμία εισαγγελικών λειτουργών να συνδράμουν την κυβερνητική μεθόδευση.
Κλείνω με τη διατύπωση της εύλογης απορίας: αν αυτό είναι το δείγμα της θεσμικής γραφής του ΣΥΡΙΖΑ, ποιο θα είναι άραγε το περιεχόμενο της πρότασής του για τη συνταγματική αναθεώρηση;

1048743_b

Οι πολιτικές μάχες γενικά, και οι εκλογές επί τον ειδικότερο, σπάνια κρίνονται επί της διαδικασίας. Όμως, εξίσου σπάνια οι διαδικαστικοί χειρισμοί ενός πολιτικού επισφραγίζουν την επί της ουσίας παταγώδη αποτυχία του. Το κατάφερε κι αυτό ο Κώστας Καραμανλής με τη χθεσινή του περφόρμανς -κάτι μεταξύ προφορικής έκθεσης ιδεών και ομιλίας πεφωτισμένου λυκειάρχου στην πάλαι ποτέ σχολική εορτή της αποταμίευσης.

Το 2007 και αφού είχαμε υποστεί τις συνέπειες της ολέθριας απογραφής (μόνο με το κάρφωμα στην “κυρία κυρία” του κακού συμμαθητή μπορεί να παρομοιαστεί η εμπνευσμένη κίνησή του) και την ταπείνωση του βασικού μετόχου, ζήτησε “νωπή” λαϊκή εντολή για να αντιμετωπίσει τη δύσκολη οικονομική κατάσταση. Πήρε την εντολή -και; Και: το 2008 εκτροχίασε το έλλειμμα, ενώ το 2009 η Ευρωπαϊκή Ένωση του ακύρωσε τον κρατικό προϋπολογισμό βάζοντας τη χώρα σε νέα επιτήρηση.

Τώρα, χωρίς ντροπή, ξαναζητά τη λαϊκή εντολή -ξανά “νωπή”- για να κηρύξει τον πόλεμο κατά της φοροδιαφυγής και για να νοικορέψει τις δημόσιες δαπάνες. (Παρένθεση: δεν νοείται ένας τύπος γκουρμέ σαν κι αυτόν να υποτιμά τόσο το γαστρονομικό αισθητήριο του πελάτη και να πασάρει ως “νωπή” την εντολή που ξεπαγώνει μετά από δύο χρόνια κατάψυξης). Επιτέπρεται να το κάνει; Το Σύνταγμα είναι κατηγορηματικό. Εκλογές δεν γίνονται για να αντιμετωπιστεί για δεύτερη φορά το ίδιο εθνικό θέμα. κατά τη σχολική ορολογία, στα εθνικά θέματα, όχι μόνο δεν έχει μεταξεταστέους, αλλά δεν μπορείς ούτε να μείνεις στην ίδια τάξη. Δυστυχώς, εγκαταλείπεις το σχολείο.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι ο Κώστας Καραμανλής θα επανέλθει στο σχολείο της πολιτικής μόνο αφού περάσει μερικά χρόνια “κατ` οίκον διδαχθείς”. Με άλλα λόγια, αφού πάει σπίτι του και μελετήσει χωρίς να χάνει το χρόνο του με το DVD και τις τσακαλοπαρέες της πάντα καλοκαιρινής Ραφήνας. Κομμάτι δύσκολο στα 53 και χωρίς κηδεμόνα.

parliamentΔύο συνταγματολόγοι, οι καθηγητές Δ. Τσάτσος και Γ. Κασιμάτης, διατυπώνουν τη γνώμη ότι η πρόκληση από το ΠΑΣΟΚ «τεχνητής» διάλυσης της βουλής λόγω μη εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας παραβιάζει το Σύνταγμα. Σεβαστή η άποψή τους, αν και η από καιρό διαμορφωμένη στάση του ΠΑΣΟΚ βρίσκει πλήρες έρεισμα στις συνταγματικές διατάξεις, όπως διαπιστώνει έτερος συνταγματολόγος (Α. Μανιτάκης). Ακατανόητοι, όμως, είναι οι πανηγυρισμοί της Νέας Δημοκρατίας, η οποία εκλαμβάνει τη γνώμη των δύο συνταγματολόγων ως «θεσμική» επιβεβαίωση της «γραμμής» ότι δεν υπάρχει λόγος πρόωρων εκλογών.

Ας θυμηθούμε λοιπόν. Το Σεπτέμβριο του 2007 η βουλή διαλύθηκε με πρόταση της κυβέρνησης, η οποία ζήτησε να της ανανεωθεί η λαϊκή εντολή για να αντιμετωπιστεί ως «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» η τότε δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Δεν θυμάμαι κανένα συνταγματολόγο που να αμφισβήτησε ότι αυτή η κυβερνητική εκτίμηση αποτελούσε λόγο εκλογών.  Δεν νομίζω, επίσης,  ότι υπάρχει ούτε ένας πολίτης που δεν θα συμφωνήσει ότι η σημερινή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας είναι εξαιρετικά πιο κρίσιμη από την προπέρσινη. `Αρα, το αίτημα του ΠΑΣΟΚ για εκλογές, προκειμένου μια νέα κυβέρνηση να αντιμετωπίσει την ακόμη πιο δύσκολη συγκυρία της οικονομικής κρίσης, νομιμοποιείται απολύτως από τον μόλις προ διετίας κυβερνητικό χειρισμό μιας ανάλογης κατάστασης.

Το μόνο θεσμικό πρόβλημα είναι ότι το Σύνταγμα απαγορεύει δεύτερη απανωτή προσφυγή στις κάλπες για αντιμετώπιση του ίδιου θέματος. Λογικό. Δεν ήταν δυνατό να προβλέψει ο συνταγματικός νομοθέτης ότι μία κυβέρνηση θα επιβάρυνε μέσα σε δύο χρόνια την κρισιμότητα του θέματος που κλήθηκε να διαχειριστεί με νωπή λαϊκή εντολή.

Με αυτά τα αντικειμενικά δεδομένα το μόνο που έχει να κάνει η Νέα Δημοκρατία είναι να ευχαριστεί το ΠΑΣΟΚ για τη θεσμική διέξοδο που της προσφέρει για μια εκλογική αναμέτρηση, την οποία κανονικά όφειλε η ίδια να προκαλέσει για λόγους συνέπειας προς τα μέχρι πρότινος έργα και ημέρες της.